Έτος
1991
Νόμος / διάταξη που αφορά
ΝΔ 4114/61
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Θυγατέρες θανόντων ασφαλισμένων

 

Επαναφορά ευμενούς συνταξιοδοτικού καθεστώτος για τις θυγατέρες θανόντων ασφαλισμένων του ταμείου Νομικών. Προϋποθέσεις. Ποιές περιπτώσεις καταλαμβάνονται. Η σχετική ρύθμιση δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ 2, 116) γιατί στηρίζεται σε αποχρώντες λόγους. Διοικητική Δικονομία. Θάνατος διαδίκων. Συνέχιση δίκης σχετικής με ασφαλιστικό δικαίωμα της θανούσης, από τους κληρονόμους της. Κληρονομικό δικαίωμα επί ασφαλιστικών παροχών. (Βλ. και 200/1991 ΣτΕ ΔΔίκη 1992:105).

Σ.τ.Ε. 1810/1991 Α` Τμ. (7μελές)* Πρόεδρος: Δ. Μαργαρίτης. Αντιπρόεδρος. Εισηγήτρια: Μ. Καραμανώφ, Πάρεδρος. Δικηγόροι: Π. Παναγιωτόπουλος Δ. Κουτσούκος Επειδή της αιτούσης αποβιωσάσης μετά την άσκησιν της υπό κρίσιν αιτήσεως, ήτοι την 25.5.1989, ως προκύπτει εκ κεκυρωμένου αντιγράφου της υπ` αριθ. 105/1989 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Πύργου, την συνέχισιν της δίκης εζήτησαν δια δηλώσεώς των υποβληθείσης επ` ακροατηρίου οι Θ.Γ., Α.Η. το γένος Γ. και Κ.Γ., αδελφοί και μοναδικοί κληρονόμοι της αναιρεσειούσης, ως προκύπτει εκ του από 13.10.1989 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Πύργου. Ούτοι νομίμως συνεχίζουν την ανοιγείσαν υπό της θανούσης δίκην, έχουσαν ως αντικείμενον το ασφαλιστικόν δικαίωμα αυτής, το οποίον δεν δύναται να κριθή παρεμπιπτόντως δι` αγωγής. Είναι δε έτερον ζήτημα, μη ασκούν εν προκειμένω επιρροήν, αν ούτοι έχουν ίδιον δημοσίου δικαίου δικαίωμα επί την ασφαλιστικήν παροχήν ή απλώς κληρονομικόν δικαίωμα επί ταύτην. Ούτε δε δύναται να προκύψη το αντίθετον εκ της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 21 του Ν.Δ. 4114/1960 (ΦΕΚ 164 Α`), την οποίαν επικαλείται το Ταμείον, διότι η διάταξις αύτη, ορίζουσα αρχικώς ότι εν περιπτώσει θανάτου του δικαιούχου προ της εισπράξεως των εκ του Ταμείου παροχών, αύται μεταβιβάζονται μόνον εις εκείνα τα πρόσωπα τα οποία κέκτηνται κατά τον χρόνον του θανάτου ή μεταγενεστέρως ήθελον αποκτήσει τας προς απονομήν συντάξεως προϋποθέσεις, αντικατεστάθη δια του άρθρου 22 του Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α `) το οποίον ορίζει ότι, εν περιπτώσει θανάτου του δικαιούχου συντάξεως παρά του Ταμείου προ της εισπράξεως των παροχών, εφ` όσον δεν υπάρχουν πρόσωπα τα οποία κέκτηνται κατα τον χρόνον του θανάτου ή μεταγενεστέρως ήθελον αποκτήσει τας προς απονομήν συντάξεως προϋποθέσεις, το ποσόν των οφειλομένων συντάξεων μεταβιβάζεται εις τους εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμους, ανεξαρτήτως αν ούτοι κέκτηνται ή όχι τας προς απονομήν συντάξεως προϋποθέσεις. Αν και κατά την γνώμην ενός μετ` αποφασιστικής ψήφου μέλους του δικαστηρίου, οι υποβαλόντες την ως άνω δήλωσιν αδελφοί της αναιρεσειούσης δεν νομιμοποιούνται εις συνέχισιν της δίκης, εφ` όσον δεν επεκαλέσθησαν ουδέ προσεκόσμισαν στοιχεία αποδεικνύοντα την συνδρομήν των νομίμων προϋποθέσεων απονομής εις τούτους συντάξεως ή ετέρα ασφαλιστική: παροχή υπό του Ταμείου συνεπεία του θανάτου της αναιρεσειούσης αδελφής αυτών, αλλα μόνον κληρονομικόν δικαίωμα επί των τυχόν οφειλομένων εις ταύτην ποσών συντάξεων μέχρι του θανάτου της. Επειδή το ισχύον Σύνταγμα του έτους 1975 προβλέπει εις μεν το άρθρον 4 παρ. 2 ότι οι `Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις εις την παρ. 1 του άρθρου 116 ότι υφιστάμεναι διατάξεις αντιβαίνουσαι εις το άρθρον 4 παρ. 2 παραμένουν εν ισχύϊ μέχρι της δια νόμου καταργήσεώς των, το βραδύτερον δε μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1982, εις την παρ. 2 του αυτού άρθρου 116 ότι αποκλίσεις εκ των ορισμών της παρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνον δι` αποχρώντας λόγου εις τας ειδικώς, υπό του νόμου οριζομένας περιπτώσεις. Εκ των διατάξεων τούτων συνάγονται τα ακόλουθα: Δια του άρθρου 4 παρ. 2 του Συντάγματος εσκοπήθη, από επόψεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εξομοίωσις των δύο φύλων κατά τρόπον ώστε εφεξής, να μη υφίστανται εις την νομοθεσίαν διακρίσεις αναλόγως του φύλου. Κατά την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 116 διατάξεις επαγόμεναι διακρίσεις από επόψεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των δύο φύλων ήσαν ανεκταί μέχρι την 31ης Δεκεμβρίου 1982 και μόνον εφ` όσον είχαν θεσπισθή προ του Συντάγματος του έτους 1975, εάν δε κατά το ενδιάμεσον χρονικόν διάστημα αι τοιαύται περί διακρίσεως μεταξύ των φύλων διατάξεις κατηργήθησαν ή περιωρίσθησαν δια νόμου, δεν είναι επιτρεπτή η επαναφορά εν ισχύϊ των διατάξεων τούτων και κατ` αυτό έτι το υπολειπόμενον μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1982 χρονικόν διάστημα. Επιτρέπεται όμως, κατά τα δια της παρ. 2 του αυτού άρθρου 116 οριζόμενα, η δια νόμου θέσπισις ρυθμίσεων, ευμενών ή δυσμενών, αναλόγως του φύλου ή η διατήρησις προϋφισταμένων τοιούτων ρυθμίσεων ως επίσης και η επαναφορά εν ισχύϊ κατηργημένων ρυθμίσεων επαγομένων διακρίσεις αναλόγων του φύλου, εφ` όσον υφίστανται προς τούτο αποχρώντες λόγοι. Επειδή το ν.δ. 4114/1960 "περί του Κώδικος περί Ταμείου Νομικών" (Α`164) προέβλεπεν εις το άρθρον 18 παρ. 1 Α την, εν περιπτώσει θανάτου εγγάμου ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει χρόνον ασφαλίσεως 10 ετών ή εγγάμου συνταξιούχου, παροχήν συντάξεως, μεταξύ άλλων, και εις τα τέκνα αυτών, εφ` όσον τα μεν άρρενα είναι ανήλικα και άγαμα (πλην εξαιρέσεων τινών), τα δε θήλεα (ανεξαρτήτως ηλικίας) διατελούν άγαμα, η σύνταξις όμως των τελευταίων ταύτων διεκόπτετο, συμφώνως προς το άρθρον 22 παρ. 2β, εάν μετά την συμπλήρωσιν του 25ου έτους της ηλικίας, των προσπορίζωνται τα προς τα την εξ εργασίας ή περιουσίας, τα αυτά δε κατά βάσιν ώρισαν και τα άρθρα 7 παρ. 1 και 11 παρ.1 του ν. 730/1977, δια των οποίων αντικατεστάθησαν αντιστοίχως αι ως άνω διατάξεις του ν.δ. 4114/1960. Αλλά και η προ του ν.δ. 4114/1960 διέπουσα το Ταμείον τούτο νομσθεσία, ήτοι ο ιδρυτικός του Ταμείου ν. 4448/1929 (Α` 344) εις το άρθρον 9 παρ. 1α και ακολούθως ο κωδικοποιητικός αν.ν. 1621/ 1939 (Α` 62) εις το άρθρον 11 παρ. 4Α, προέβλεπε την εν περιπτώσει θανάτου έγγαμου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου παροχήν συντάξεως εις τα άγαμα θηλέα τέκνα αυτών άνευ ορίου ηλικίας. Δια του άρθρου 19 του ν. 997/1979 (Α`287) ωρίσθη εις την παρ. 1 ότι η κατά τας διατάξεις της νομοθεσίας των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προβλεπομένη σύνταξις των αγάμων τέκνων θανόντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων διακόπτεται από της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των, ή, εν περιπτώσει συνεχίσεως των σπουδών των, από της συμπληρώσεως τυυ 24ου έτους της ηλικίας των, και ότι τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, εφ` όσον η ανικανότης επήλθε προ της συμπληρώσεως των ορίων τούτων ηλικίας, εις την παρ. 2 ότι ειδικώς δια τας αγάμους ή διαζευγμένας θυγατέρας η σύνταξις επαναχορηγείται ή, συντρεχούσης περιπτώσεως, το πρώτον χορηγείται μετά την συμπλήρωσιν του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ` όσον δεν εργάζονται ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ετέρας πηγής και ότι το όριον τούτο προσαυξάνεται εις το 60ον έτος από 1ης Ιανουαρίου άρθρου 1982 και ει το 65ον έτος, από 1ης Ιανουαρίου 1985, εις δε την παρ. 3 ότι πάσα αντίθετος διάταξις καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 1980. Η διάταξις αύτη αντικατεστάθη δια του άρθρου 51 του ν. 1140/1981 (Α ` 68) δια του οποίου η ω άνω διακοπή της συντάξεως επεξετάθη και εις τας αδελφάς των θανόντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων και προσετέθη εις το β` εδαφιον της παρ. 1 η φράσις: "ή μετ` αυτό και δεν λαμβάνουν εξ άλλης πηγής σύνταξιν ανωτέραν του κατωτάτου ορίου συντάξεως, το οποίον δικαιούνται από τον οικείον ασφαλιστικόν οργανισμόν", η δε παρ. 3 διετυπώθη ως εξής: "Ειδικώς δια τας αγάμους ή διαζευγμένας θυγατέρας ή αδελφάς η σύνταξις επαναχορηγείται ή, συντρεχούσης περιπτώσεως το πρώτον χορηγείται μετά την συμπλήρωσιν του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ όσον δεν λαμβάνουν εξ εργασίας ή συντάξεως εξ ετέρας πηγής ποσόν μεγαλύτερον του κατωτάτου ορίου συντάξεως, το οποίον χορηγείται δια την κατηγορίαν τους από τον οικείου ασφαλιστικόν Οργανισμόν. Το όριον τούτο προσαυξάνεται εις τον 600ον έτος από 1ης Ιανουαρίου 1982 και εις τον 65ον από 1ης Ιανουαρίου 1985". Αι διατάξεις αύται, αποσκοπούσαι εις την ενιαίαν ρύθμισιν του θέματος της συνταξιοδοτήσεως των τέκνων και αδελφών των θανόντων ησφαλισμένων και συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικών ασφαλίσεων, των τελούντων υπό την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Κοινωνικών Ασφαλίσεων), πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, των οποίων η νομοθεσία περιλαμβάνει ομοίας διατάξεις, συνεπήγοντο την κατάργησιν των προϋφισταμένων περί συνταξιοδοτήσεως των τέκνων και των αδελφών διατάξεων της διεπούσης τους κατ` ιδίαν οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων νομοθεσίας και ως εκ τούτου αι προϋφιστάμεναι διατάξεις της νομοθεσίας της διεπούσης το Ταμείον Νομικών, υπαχθέν δια του άρθρου 36 παρ. 7 του ν.δ. 1/1968 (Α` 278) εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Κοινωνικών Ασφαλίσεων), αι πρσβλέπουσαι την άνευ ορίου ηλικίας συνταξιοδότησιν των αγάμων θηλέων τέκνων των ησφαλισμένων και συνταξιούχων αυτού κατηργήθησαν από της ενάρξεως της ισχύος του ν. 1144/1981. Επειδή, ακυλούθως, δια του άρθρου 24 του ν. 1276 της 24ης Αυγούστου 1982 (Α` 100), ισχύσαντος από 1ης Σεπτεμβρίου 1982 συμφώνως προς το άρθρον 25 αυτού, ωρίσθη ότι αι διατάξεις του άαθρου 19 του ν. 997/1979, ετροποποιήθησαν δια του άρθρου 51 του ν. 1140/1981, δεν εφαρμόζονται επί ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίοι διέπονται υπο ιδίων καταστατικών διατάξεων ισχυουσών προ των μεταβολών τούτων και ότι επαναφέρονται εν ισχύϊ αι καταστατικαί αύται διατάξεις. Δια του άρθρου τούτου του ν. 1276/1982, ως συνάγεται εκ της εισηγητικής εκθέσεως της σχετικής τροπολογίας και εκ των συζητήσεων ενώπιον της Βουλής. (πρακτικά της 1 Συνεδρίασεως της 28ης Ιουλίου 1982, σελ. 313), εσκοπήθη η επαναφορά εν ισχύϊ από 1ης Σεπτεμβρίου 1982 των προ του ν. 996/1979 ευμενεστέρων ως προς την συνταξιοδότησιν των τέκνων και ιδία των αγάμων θηλέων τέκνων ως και των αδελφών των ησφαλισμένων και σινταξιούχων διατάξεων των διαφόρων οργανισμών κοινωνικών ασφαλίσεων, αι οποίαι είχον καταργηθή δια του ρηθέντος ν. 996/1979, ως ετροποποιήθη, ως ήσαν αι προδιαληφθείσαι διατάξεις της διεπούσης το Ταμείον Νομικών νομοθεσίας. Επειδή η κατά τ` ανωτέρω επαναφορά εν ισχύϊ του προτέρου ευμενούς συνταξιοδοτικού καθεστώτος βραχύ μετά την κατάργησιν αυτού οφείλεται, ως συνάγεται εκ της αλληλουχίας των διατάξεων τούτων, εν συνδυασμώ προς την μνησθείσαν εισηγητικήν έκθεσιν και τας συζητήσεις εις την Βουλήν, εις πρόνοιαν του νομοθέτου να μη στερηθούν της προσδοκωμένης ασφαλιστικής προστασίας άγαμοι θυγατέρες ησφαλισμένων ή συνταξιούχων οι οποίοι είχαν υπαχθή εις την ασφάλισιν και διετέλεσαν ησφαλισμένοι, καταβάλλοντες τας νομίμους εισφορας καθ` ον χρόνον πάγιαι διατάξεις της διεπούσης τον οικείον ασφαλιστικόν οργανισμόν νομοθεσίας προέβλεπον, ήδη προ του Συντάγματος του έτους 1975, την άνευ ορίου ηλικίας συνταξιοδότησιν των αγάμων θυγατέρων, θεωοουμέων ως μη εξελθουσών της πατρικής οικογενείας, και συνεπώς, προστατευομένων εισέτι υπ` αυτής, οίαι αι ως άνω διατάξεις της διεπούσης το Ταμείον Νομικών νομοθεσίας. ύΟθεν, ως προς την κατηγορίαν ταύτην των ησφαλισμένων και συνταξιούχων συνέτρεχαν εν πάση περιπτώσει αποχρώντας υπό την έννοιαν της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος λόγοι, καθιστώντες θεμιτήν την κατά τα ανωτέρω επαναφοράν εν ισχύϊ των προϊσχυσασών ευμενεστέρων ως προς την συνταξιοδότησιν των αγάμων θυγατέρων διατάξεων. Επειδή το ως άνω άρθρον 24 του ν. 1276/1082, εν όψει του προεκτεθέντος σκοπού αυτού, ως προκύπτει και της οικείας εισηγητικής εκθέσεως και των συζητήσεων εις την Βουλήν, καταλαμβάνει και περιπτώσεις κατά τας οποίας ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου επήλθε κατά το χρονικόν διάστημα, μεταξύ της ενάρξεως της ισχύος του ν. 996/1970 και της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, αλλά και εις τας περιπτώσεις ταύτας τα αποτελέσματα της εφαρμγής του προϊσχύσαντος των ν. 996/1979 και 1140/1981 νομοθετικού καθεστώτος δεν δύνανται να ανατρέξουν εις χρόνον προγενέστερον της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, από της οποίας το προηγούμενον τούτο νομοθετικόν καθεστώς επανήλθεν εν ισχύι (Ολομ. Σ.Ε. 828/1989). Επειδή, ως προκύπτει εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πατήρ της αναιρεσειούσης, συνταξιούχος του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, απεβίωσε την 21.11.1980, αύτη δε γεννηθείσα το έτος 1930 και ούσα κατά τον χρόνον εκείνον άγαμος και ηλικίας άνω των 25 ετών, κατωτέρας δε των 55, υπέβαλε την περί συνταξιοδοτήσεώς της αίτησιν την 2.7.1981. Η αίτηση αύτη απερρίφθη δια της υπ` αριθ. 3127/12.4.1983 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, επί τη αιτιολογία ότι αύτη δεν ήτο 55 ετών κατά τον χρόνον θανάτου του πατρός της, ως απαιτεί το άρθρον 19 του Ν. 997/1979. Αίτησις αναθεωρήσεως της αναιρεσειούσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως απερρίφθη δια της υπ` αριθ. 3163/24.1.1984 αποφάσεως του αυτού Διοικητικού Συμβουλίου επί τη αυτή αιτιολογία. Το Διοικητικόν Πρωτοδικείον, ενώπιον του οποίου προσέφυγεν η αναιρεσείουσα, απέρριψε την προσφυγήν της, επί τη αιτιολογία ότι το συνταξιοδοτικόν αίτημα αυτής πρέπει να κριθή επί τη βάσει του ισχύοντος κατά τον χρόνον του θανάτου του πατρός της νομοθετικού καθεστώτος, ήτοι του Ν. 997/1979, του μεταγενεστέρου Ν. 1276/1982 μη δυναμένου εν προκειμένω να εφαρμοσθή, ως μη έχοντος αναδρομικήν ισχύν. Ούτως, όμως, κρίναν το δικαστήριον της ουσίας, εσφαλμένως, κατά τα προεκτεθέντα, τον νόμον ηρμήνευσε και εφήρμοσε, δια τον λόγον δε τούτον, βασίμως προβαλλόμενον, η προσβαλλομένη απόφασις είναι αναιρετέα, η δ` υπόθεσις, χρήζουσα διεκρινίσεως ως προς το πραγματικόν, δέον να παραπεμφθή εις το Διοικητικόν Πρωτοδικείον Αθηνών προς νέαν νόμιμον κρίσιν.