Έτος
1988
Νόμος / διάταξη που αφορά
303 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Εισαγγελική πρόταση για μη παραπομπή. Όμως, η κατηγορουμένη παραπέμφθηκε για παιδοκτονία

 

[…] Η δράστις, 18 ετών, άγαμος, κάτοικος Αντιρρίου, τον Απρίλιο του 1987 έμεινε έγκυος από άνδρα, τον οποίο, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, δεν γνώριζε. Τα φαινόμενα της εγκυμοσύνης της και κυρίως η διατεταμένη και εξογκωμένη κοιλιά της ήταν έκδηλα και καταφανή σε όλους μετά την πάροδο λίγων μηνών, αυτή όμως προσποιούμενη άγνοια της εγκυμοσύνης της, απέδιδε τη σωματική της μεταβολή στο καθημερινό άγχος. Τις πρωινές ώρες της 5 Ιανουαρίου 1988 και ενώ η δράστις βρισκόταν στο Αντίρριο, στο σπίτι των γονιών της, γέννησε στην τουαλέτα του σπιτιού ένα ζωντανό βρέφος, θηλυκού γένους. Αμέσως μετά τον τοκετό η ίδια με ένα ψαλίδι έκοψε τον ομφάλιο λώρο χωρίς να τον περιδέσει και εν συνεχεία, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους γονείς της, τύλιξε το μωρό της με τη ρόμπα της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναπνέει, το τοποθέτησε μέσα στη ντουλάπα του δωματίου της την οποία και κλείδωσε, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να αποκρύψει το γεγονός του τοκετού και στη συνέχεια, αιμορραγώντας, έχασε τις αισθήσεις της. Στο σημείο αυτό το τέκνο ανευρέθη νεκρό, ο δε θάνατός του, ο οποίος επήλθε μετά την πάροδο λίγων λεπτών από τον τοκετό, αποδόθηκε στην πλημμελή περιποίησή του μετά τον τοκετό. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκληματική ενέργεια της κατηγορουμένης έλαβε χώρα αμέσως μετά τον τοκετό και σε χρόνο που διαρκούσαν ακόμα οι προκληθείσες από τον τοκετό οργανικές διαταραχές, οι οποίες είχαν επίδραση στη διανοητική λειτουργία και τη νηφαλιότητά της, και που είχαν ενισχυθεί από την ιδέα του φόβου της αποκαλύψεως του τοκετού, της οργής των γονέων της, της κοινωνικής μειονεκτικότητας αυτής και τέλος της ντροπής έναντι της μικρής κοινωνίας του χωριού της. Η ενδιαφέρουσα πρόταση του αντεισαγγελέα Σοφουλάκη για μη παραπομπή της κατηγορουμένης είχε ως εξής: «Η κατηγορουμένη ζούσε μόνη το δράμα της και είχε λάβει την στερρά απόφαση να τέξει μόνη και αβοήθητη θέτουσα σε κίνδυνο τη ζωή της και μετά ταύτα να μεριμνήσει, άγνωστον πώς, για την τύχη του τέκνου της. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι προ του τοκετού ή ευθύς μετ’ αυτόν είχε παιδοκτόνον σκοπό, γιατί ευθύς ως μετά τις σπαρακτικές ωδίνες εγέννησε, απέκοψε τον ομφάλιο λώρο του τέκνου της και εναπέθεσε αυτό περιτυλιγμένο με την ρόμπα της στη ντουλάπα του δωματίου της, χωρίς να του επιφέρει καμμία κάκωση και σε τρόπο που να δύναται ακωλύτως να αναπνέει. Ευθύς αμέσως και χωρίς να προλάβει να σκεφθεί άλλο τι, κατέπεσε αναίσθητη λόγω μεθαιμορραγικού σοκ που προκλήθηκε από ακατάσχετη αιμορραγία… το συμβάν αυτό, δηλαδή ο βουβός και άγων επώδυνος τοκετός, που πλημμύρισε την καρδιά της νεάνιδος κατηγορουμένης με πόνους σωματικούς και ψυχικούς και απέληξε σε καταπληξία λόγω αιμορραγίας, … και η δραματική αυτή νύκτα δημιούργησε ηφαιστειώδη σύγχυση στην ίδια και στους γονείς της που έβλεπαν την θυγατέρα τους αιμορραγούσα και εγγύτατα του θανάτου, μας οδηγεί στη σκέψη, ότι δεν ήταν δυνατόν η κατηγορουμένη, που κατέπεσε αναίσθητη μετά τον τοκετό, να λάβει τέτοια και τόσα προστατευτικά και προφυλακτικά μέτρα για το μόλις τεχθέν βρέφος της»… Με αυτές τις σκέψεις η εισαγγελική πρόταση οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν ιδρύονται λόγοι παραπομπής της κατηγορουμένης για παιδοκτονία «γιατί αυτή… υπήρξε ανυπαίτιο, θλιβερό θύμα της αμάθειά της, η οποία την εμπόδισε από λόγους προκατάληψης να ανακοινώσει ότι ευρίσκετο σε κατάσταση ενδιαφέρουσα (εγκυμοσύνη), διότι μόνον έτσι θα μπορούσε ενδεχομένως να σωθεί το βρέφος».