Έτος
2006
Νόμος / διάταξη που αφορά
303 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Κοινωνικά χαρακτηριστικά παιδοκτόνου

 

[…] Η Ε.Τ., ετών 26, άγαμος, οικοκυρά, είχε μεγαλώσει και κατοικούσε μαζί με τους γονείς της και τον δίδυμο αδελφό της στην ορεινή, ερημική αγροτική περιοχή «Παγωνιά», κοντά στην Αγιάσο Μυτιλήνης. Λόγω της κοινωνικής απομόνωσής της και την αποξένωση των μελών της οικογένειάς της εμφάνιζε χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Η Ε.Τ., από την ηλικία των 15 ετών είχε βρει διέξοδο στον έρωτα του υπερήλικα Ε.Ζ., ετών 70, (όταν συνήψε σχέσεις αυτός ήταν σε ηλικία 57 ετών) έγγαμου και πατέρα πέντε ενήλικων τέκνων, διατηρώντας έκτοτε μαζί του γενετήσιες σχέσεις, αναμένοντας γάμο, όπως της υποσχόταν, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ήταν χωρισμένος με τη σύζυγό του. Τη σχέση τους είχε καταλάβει μόνο η μητέρα της Ε.Γ., από τις ερωτικές επιστολές του Ε.Ζ. που έπεσαν στα χέρια της. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1994, η Ε.Τ., ύστερα από μακρά καθυστέρηση της εμμήνου ρήσεώς της, διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος και μάλιστα αρκετών μηνών. Οι γιατροί συνέστησαν τόσο σε αυτήν όσο και στον Ε.Ζ. την άμεση εισαγωγή της στο νοσοκομείο της Μυτιλήνης για περίθαλψη και παρακολούθηση, διότι λόγω των συνθηκών διαβίωσης της εγκύου μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επέλθει πρόωρος τοκετός, πολύ περισσότερο που το έμβρυο είχε φύγει από τη θέση του, όπως διαπίστωσαν οι ιατροί. Πλην όμως ο Ε.Ζ. όχι μόνο αδιαφόρησε λέγοντας χαρακτηριστικά στον γιατρό «και να γεννήσει στα χωράφια, τι πειράζει;» αλλά παρόλο που ο ίδιος παρέλαβε από τον γιατρό το παραπεμπτικό για εξέταση της εγκύου στο Νοσοκομείο, της απαγόρευσε τη μετάβασή της σε αυτό. Μάλιστα, αγνόησε τις σχετικές παρακλήσεις της Ε.Τ. και αρνήθηκε να τη συνοδεύσει σε νοσοκομείο στην Αθήνα όπως τους είχε υποδείξει ο ιατρός, όπου θα μπορούσε να λάβει χώρα με κάθε ασφάλεια και μυστικότητα ο τοκετός και να δοθεί το νεογνό για υιοθεσία. Εκείνο που ενδιέφερε τον Ε.Ζ. ήταν η χωρίς πολλά έξοδα άμβλωση. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των ιατρών η Ε.Γ. γέννησε πρόωρα, στην αγροικία των γονέων της, εν αγνοία αυτών και του αδελφού της, εντελώς μόνη της, χωρίς την παρουσία ή την βοήθεια άλλου ατόμου, υπό τις εξής περιστάσεις: Τα ξημερώματα, περί ώρα 3.00, ενώ κοιμόταν μαζί με τη μητέρα της στο πάτωμα, άρχισαν οι ωδίνες. Περί ώρα 5.00 οι γονείς της έφυγαν, χωρίς να καταλάβουν τίποτε, ούτε αυτοί, ούτε ο αδελφός της. Στις 12.00 η Ε.Γ. έφερε στον κόσμο ένα ζωντανό αρτιμελές θηλυκό τέκνο και έκοψε μόνη της τον ομφάλιο λώρο με ψαλίδι, ύστερα δε, χωρίς να τον περιδέσει, μετέφερε σε πουκάμισο το νεογέννητο και το έκρυψε κάτω από χόρτα στο πατάρι ξύλινης αποθήκης, που βρισκόταν σε απόσταση 150 μέτρων από την αγροικία της, την οποία τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας της δεν χρησιμοποιούσαν και δεν συνήθιζαν να επισκέπτονται. Την ίδια μέρα, μόλις νύχτωσε και ενώ οι γονείς της είχαν επιστρέψει, πήγε στην ξύλινη αποθήκη και διαπίστωσε ότι η κόρη της ήταν ακόμα ζωντανή. Την επόμενη το πρωί όμως τη βρήκε πεθαμένη, αφού προφανώς δεν είχε αντέξει το ψύχος και την ασιτία, ενώ δεν αποκλείεται ως αίτιο και η ασφυξία, αφού την είχε τοποθετήσει κάτω από τα χόρτα. Η Ε.Γ. την παρέλαβε νεκρή μέσα στο πουκάμισο και την έκρυψε στην ύπαιθρο κάτω από τα φύλλα, σε μέρος όπου είχε προσυνεννοηθεί σχετικά με τον Ε.Ζ., ο οποίος αργότερα πέρασε, παρέλαβε το νεκρό μέσα σε νάιλον σακούλα σκουπιδιών, το φόρτωσε στον ώμο του μέσα στο κυνηγετικό του σακίδιο και το έθαψε σε άγνωστο μέρος το οποίο αρνήθηκε να αποκαλύψει, το Συμβούλιο παρέπεμψε την κατηγορουμένη για το αδίκημα της παιδοκτονίας με παράλειψη, ενώ τον Ε.Ζ. για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Η ενδιαφέρουσα πρόταση του αντεισαγγελέα Σκιαδαρέση είχε ως εξής: «…καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ψυχική κατάσταση, την προς αυτόν εμπιστοσύνη, την πνευματική και υλική αδυναμία και γενικά την αδήριτη ανάγκη της εγκύου, την εξώθησε συνειδητά να γεννήσει μόνη της, χωρίς ιατρονοσοκομειακή φροντίδα, εντελώς ανέξοδα για τον ίδιο, στην ορεινή ερημική, απόμακρη αγροικία, κρυφά από τους γονείς και τον αδελφό της, προκαλώντας της έτσι εμμέσως αλλά και άμεσα, προφανώς με συμβουλές, την απόφαση να προβεί στη μόνη πράξη που της απέμενε, ύστερα από έναν επιτυχή τοκετό υπό τέτοιες περιστάσεις, διαρκούσης της εξ αυτού διαταράξεως του οργανισμού της, ν’ αφήσει δηλαδή το εξώγαμο να πεθάνει…».

            Αξίζει να σημειωθεί ότι το σκάνδαλο που ξέσπασε, διέλυσε την οικογένεια διασπάζοντάς την σε δύο τμήματα και συγκεκριμένα ο πατέρας παρέμεινε στην αγροικία με τον γιο, αλλά εκδίωξε την κατηγορουμένη και τη μητέρα της, οι οποίες ζουν στην Αγιάσο χωρίς καμμιά βοήθεια ή επικοινωνία με τους πρώτους.