Έτος
1999
Νόμος / διάταξη που αφορά
303 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Κοινωνικά χαρακτηριστικά παιδοκτόνου

 

[…] Η δράστις, κάτοικος Αμυνταίου Φλωρίνης, όταν ήταν ακόμα μαθήτρια, είχε συνάψει και διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Λ.Γ. Από τον Σεπτέμβριο του 1995 οι γονείς της γνώρισαν τη σχέση, δεδομένου ότι ο ανωτέρω Λ.Γ. προσβλέποντας και επιδιώκοντας την νομιμοποίησή της με γάμο, τους είχε ανακοινώσει το δεσμό. Οι γονείς όμως δεν συναίνεσαν στην τέλεση αυτού του γάμου. Αποτέλεσμα της ερωτικής τους σχέσης ήταν να καταστεί η δράστις έγκυος, γεγονός που το διαπίστωσε τον Ιανουάριο του 1998. μετά από αυτά το ανακοίνωσε μόνο στον φίλο της ο οποίος, συμπαραστεκόμενος στο πρόβλημά της τη συνόδευσε στη γυναικολόγο. Εκεί τέθηκε το ενδεχόμενο της διακοπής της κύησης αλλά μετά τη διεξαγωγή των κατάλληλων εξετάσεων η γιατρός τους γνωστοποίησε ότι η εγκυμοσύνη βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο και δεν ήταν επιτρεπτή η επέμβαση. Τότε ο σύντροφός της τής πρότεινε να τελέσουν γάμο, αλλά η δράστις αρνήθηκε, φοβούμενη τη δεδομένη αρνητική στάση και τις πιθανές αντιδράσεις των γονιών της και του πρότεινε να διακόψουν τη σχέση τους. Εν τω μεταξύ, η δράστις, παρά το ότι διατηρούσε συνεχή επικοινωνία με τη γυναικολόγο της στη Φλώρινα συζητώντας και την περίπτωση υιοθεσίας του μωρού, καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης φρόντιζε να αποκρύπτει από το οικογενειακό περιβάλλον και τον περίγυρό της την κατάστασή της, φορώντας κατάλληλα ρούχα, βοηθούμενη σ’ αυτό από τις μικρές σωματικές της διαστάσεις. Στις 28.7.1998, μαζί με τους γονείς της, έφυγαν από το Αμύνταιο, όπου κατοικούσαν, για να επισκεφθούν ένα συγγενή τους στις κάτω Κλεινές Φλώρινας. Η δράστις, σε κάποιο χρονικό σημείο, όταν ένιωσε την έναρξη των ωδίνων του τοκετού, επωφελούμενη από τη συγκέντρωση όλων των συγγενών στην αυλή του σπιτιού και των διαφόρων ενασχολήσεών τους, μπήκε στην τουαλέτα του σπιτιού, όπου γέννησε ένα κοριτσάκι, και έκοψε η ίδια τον ομφάλιο λώρο. Στη συνέχεια, αφού καθάρισε όλο τον χώρο από τα αίματα και πέταξε τον πλακούντα, τύλιξε το νεογνό σε μια πετσέτα του μπάνιου και πήγε και το εναπόθεσε αβοήθητο κάτω από τη σκάλα παρακείμενης πεπαλαιωμένης αποθήκης, η πρόσβαση στην οποία ήταν δυσχερής. Κατόπιν, όπως ισχυρίστηκε στην απολογία της, επέστρεψε στην οικία του συγγενούς της, από όπου αναχώρησε τρεις ώρες αργότερα, ακολουθώντας τους γονείς της στην οικία τους στο Αμύνταιο. Στην εγκαταλελειμμένη αποθήκη βρήκε την επόμενη ημέρα το μεσημέρι το βρέφος ένας αγρότης που άκουσε το κλάμα του και αυτός ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία και παρέλαβε το νεογνό και το μετέφερε στο νοσοκομείο. Εκεί διαπιστώθηκε ότι το νεογνό είχε υποστεί βαρύτατες βλάβες στην υγεία του εξαιτίας της έκθεσής του. Μετά από αξιολόγηση και διασταύρωση πληροφοριών, η Αστυνομία κατέληξε στη δράστιδα η οποία και αποδέχθηκε την τέλεση του εγκλήματος, ισχυριζόμενη, όμως, ότι νόμισε ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό και γι’ αυτό και το εγκατέλειψε. Τελικά, παραπέμφθηκε για απόπειρα παιδοκτονίας.