Έτος
1990
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αποπλάνηση ανηλίκου κάτω των 10 ετών.

 

Η πρόταση του Αντεισαγγελέα που έγινε δεκτή από το Συμβούλιο έχει ως εξής:

Από τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ σαφώς προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού, που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, που προβλέπεται και τιμωρείται απ' τη διάταξη αυτή σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών απαιτείται: α) αντικειμενικώς μεν ενέργεια οιασδήποτε από γενετήσια άποψη ασελγούς πράξης με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, β)υποκειμενικώς δε δόλος που περιέχει τη γνώση, ότι το πρόσωπο με το όποιο κάνει ασελγή πράξη δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη και ακριβώς λόγω της ηλικίας του αυτής, για την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, πρέπει να είναι έξω από κάθε γενετήσια ζωή εκτός απ' την έγγαμη. Πρόσθετα γίνεται δεκτό, κατά παγία τακτική τόσο στην επιστήμη όσο και στη νομολογία των δικαστηρίων, ότι ασελγής πράξη είναι πλην των άλλων η κατά φύση συνουσία, η συναφής με αυτή παρά φύσηασέλγεια, η ψαύση, οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός, η καταφίληση στο πρόσωπο και τα χείλη και γενικά κάθε πράξη που από γενετήσια άποψη, αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας ορμής του δράστη (Μπουρόπουλος, ΕρμΠοινΚωδ, σελ. 586,Γ. Μαγκάκη, Τα εγκήματα περί την γενετήσια και οικογενειακή ζωή,σελ. 66, ΑΠ 962/80, ΠΧ ΛΑ/126, ΑΠ 704/81, ΠΧ ΛΒ/30, ΑΠ 1985/24,ΠΧ ΛΕ/598). Επιπρόσθετα απ' τη διάταξη του άρθρου 344 του ΠΚ σαφώς προκύπτει, ότι όταν πρόκειται για το έγκλημα της αποπλάνησης παιδιού, που προβλέπεται και τιμωρείται απ' τη διάταξη του άρθρου 339 του ΠΚ, τόσο σε βαθμό κακουργήματος όσο και σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινική δίωξη χωρεί μόνο ύστερα από έγκληση του προσώπου, που έχει δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 118 του ΠΚ, της έγκλησης δε αυτής η ανάκληση επιφέρει εξάλειψη του αξιόποινου και την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, αν ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί με δήλωσή του στην αρχή ότι δεν αποδέχεται την ανάκληση (άρθρα 117 και 120 ΠΚ και άρθρα 50 και 52 ΚΠοινΔικ). Είναι δηλαδή η ανάκληση της έγκλησης αρνητική προυπόθεση της ποινικής αξίωσης και αρνητική ουσιαστική προυπόθεση της ποινικής δίκης (Χωραφάς, Ποιν. Δικ. 1964, 28 έως 29 και 136 επ.). Συνεπώς της έρευνας των προυποθέσεων της ποινικής αξιώσεως, μεταξύ των οποίων και η ανάκληση της έγκλησης στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση, επειδή συνιστά λόγο που εξαλείφει το αξιόποινο της πράξης, προηγείται η έρευνα των προυποθέσεων του δικαιώματος κατηγορίας της Πολιτείας (Χωραφάς,ενθ. ανωτέρω), γιατί η εξάλειψη του αξιόποινου που επέρχεται με την ανάκληση της έγκλησης (άρθρ. 120 ΠΚ) λογικά προυποθέτει, ότι έλαβε χώρα έγκυρη ποινική δίωξη της οποίας πλέον επέρχεται οριστική παύση. Τίθεται επομένως θέμα στη συγκεκριμένη περίπτωση που η ποινική δίωξη για την παθούσα ανήλικη Φ.Γ., ηλικίας επτά (7) ετών, ασκήθηκε ύστερα από έγκληση μόνο της μητέρας της, αν η δίωξη αυτή είναι έγκυρη. Σύμφωνα με το άρθρο 118 § 2 εδ. α' του ΠΚ αν ο παθών δεν συμπλήρωσε το δωδέκατο έτος της ηλικίας του το δικαίωμα της έγκλησης έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. Εξάλλου,σύμφωνα με το άρθρο 1510 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το άρθρο 17 του Ν. 1329/1983, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού, περιλαμβάνει δε η γονική μέριμνα την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Ετσι οι γονείς ως νόμιμοι εκπρόσωποι του ανήλικου τέκνου των έχουν το δικαίωμα της έγκλησης για τις αξιόποινες πράξεις που στρέφονται κατά του προσώπου του. Αλλά απ'τη διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 1510 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ, που ορίζει ότι η μέριμνα αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονέων,προκύπτει ότι καθένας από τους γονείς έχει αυτοτελές πλήρες και προσωποπαγές δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να ασκήσει τη μέριμνα και μάλιστα κατά τρόπο που να περιφρουρεί το συγκεκριμένο υλικό και ηθικό συμφέρον του ανηλίκου (Κουμάντος, Παραδ. Οικ. Δικ.,εκδ. Γ', τόμος Α', σελ. 17, τόμος Β', σελ. 163-164, Μπαλής, Γεν.Αρχαί, παρ. 165). Και τούτο επειδή η γονική μέριμνα που αντικατέστησε την πατρική εξουσία υλοποιώντας τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 2 για την ισοδυναμία Ελλήνων και Ελληνίδων, αποτελεί λειτούργημα που αφορά μεν το συμφέρον του ανηλίκου, ενδιαφέρει όμως το θεσμό της οικογένειας και επομένως τη δημόσια τάξη (Σπυριδάκη, Οικογ. Δικ., σελ. 264 και 266). Ετσι το άρθρο 1510 § 1 εδ. α' του ΑΚ που ορίζει ότι οι γονείς ασκούν τη μέριμνα από κοινού, έχει την έννοια ότι συμφωνούν και συναποφασίζουν για τα κατά περίπτωση ληπτέα μέτρα που επιβάλλει το συμφέρον του ανηλίκου, χωρίς να απαιτείται αναγκαίως η σύμπραξή τους σε κάθε περίπτωση που θα εξωτερικεύεται η δήλωση ή που θα επιχειρείται η πράξη που αποτελεί την κοινή τους βούληση, αφού καθένας των γονέων έχει αυτοτελές δικαίωμα να επιχειρεί τις πράξεις που από κοινού συμφώνησαν. Πάντως η μονομερής απ' τον ένα γονέα επιχείρηση πράξεων που αποτελούν περιεχόμενο της μέριμνας, δεν προυποθέτει αναγκαίως τη γνώση,συμφωνία ή σιωπηρή εξουσιοδότηση του άλλου, γιατί οι διατάξεις δεν εισάγουν τεκμήριο συμφωνίας (Κουκούλη - Σπηλιωτοπούλου,Ζητήματα σχετικά με τη γονική μέριμνα, Δίκαιο και Πολιτική, 1983 (Νο 4) σελ. 288). Ομως για να διευκολυνθούν οι απαιτήσεις του εννόμου πρακτικού βίου, ρητώς συγχωρείται η άσκηση της γονικής μέριμνας μόνον απ' τον ένα γονέα, όταν ο άλλος αδυνατεί να την ασκήσει για πραγματικούς ή νομικούς λόγους όπως ορίζει το άρθρο 1510 § 3 του ΑΚ ή όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή τρεχούσης περιουσιακής διαχειρίσεως ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, όπως πλην των άλλων ορίζει το άρθρ. 1516 § 1 του ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές ο νόμος οιονεί αναγνωρίζει ως αναγκαία την προστασία του συμφέροντος του τέκνου και την ταχύτητα επιχείρησης ορισμένης πράξης για την επίτευξη της προστασίας αυτής και κατ' εξαίρεση αρκείται στην άσκηση της μέριμνας μόνο απ' τον ένα γονέα. Αλλά στην επιμέλεια για το πρόσωπο του ανηλίκου που το περιεχόμενο της ενδεικτικώς καθορίζεται απ' το άρθρο 1518 του ΑΚ, υπάγεται και η έγκληση για αξιόποινη πράξη που στρέφεται κατά του προσώπου του ανηλίκου τέκνου (ΑΠ 706/81, ΠΧ ΛΒ/33, Μπαλής, Οικ. Δικ., § 150. Ομως, η έγκληση έχει επείγοντα χαρακτήρα, αφού πρέπει να ασκηθεί μέσα στην τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 117 § 1 του ΠΚ και επομένως εμπίπτει στο άρθρο 1516 § 1 του ΑΚ και δύναται να ασκηθεί απ' τον ένα γονέα (βλ. Α. Ψαρούδα - Μπενάκη, ΠΧ ΛΓ/333,Κουμάντο, Οικογ. Δίκαιο, τόμος Β', σελ. 187, αντίθετη άποψη Κονταξής, ΠΧ ΛΓ/761), χωρίς τον κίνδυνο η αδράνεια ή η διαφωνία του ενός των γονέων να δυσχεραίνει ή να ματαιώνει την επιδίωξη του κολασμού του δράστη και κυρίως την προστασία του συμφέροντος του παθόντος ανηλίκου, που είναι μέλημα της γονικής μέριμνας και κριτήριο της ορθής και νόμιμης άσκησής της. Στην περίπτωση αυτή,που την έγκληση ασκεί ο ένας των γονέων, ο άλλος (γονέας) που διαφωνεί έχει δικαίωμα αφού επικαλεσθεί το συμφέρον του τέκνου να προσφύγει στο δικαστήριο κατά τα άρθρα 1511 § 2 και 1512 του ΑΚ ή στον Εισαγγελέα κατά το άρθρο 1532 του ΑΚ για να ανατρέψει την έγκληση. Επομένως είναι νόμιμη η υποβολή έγκλησης απ' τον ένα των γονέων ως νόμιμο εκπρόσωπο του παθόντα ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε το δωδέκατο έτος της ηλικίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 339 και 344 του ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 1510, 1511, 1516 § 1 του ΑΚ, διότι αποτελεί πράξη με επείγοντα χαρακτήρα, πρόσθετα δεν είναι έγκυρη και η ποινική δίωξη που ασκήθηκε με βάση την ανωτέρω έγκληση. Στην υπόθεση που κρίνεται απ' την προανάκριση που ενεργήθηκε καθώς και την προανάκριση που προηγήθηκε αυτής και μάλιστα απ' τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν κάθε μία χωριστά και στο σύνολό τους σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψαν, κατά την κρίση μας,τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: την 10-1-1989 η ανήλικη Α.Σ., (πρώτη παθούσα), ηλικίας πέντε (5) ετών,εκμυστηρεύτηκε στους γονείς της, ότι ο κατηγορούμενος που είναι γείτονας και στην αυλή της οικείας που έπαιζε με την επίσης ανήλικη Φ.Γ., ηλικίας επτά (7) ετών (δεύτερη παθούσα), αφού έδινε σ' αυτές τσίχλες, καραμέλες και γαριδάκια τις παρέσυρε κατ'επανάληψη σε διάφορα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του θέρους του 1988, εντός της οικίας του όπου τις χάιδευε με τα χέρια του στα γεννητικά τους όργανα και σε άλλα μέρη του σώματός των. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (10-1-1989) η μητέρα της ανωτέρω ανήλικης Α. συζ. Α.Σ., επειδή προφανώς ανησύχησε απ' όσα της είχε εκμυστηρευθεί η ανήλικη κόρη της, πήγε και συνάντησε την Δ. συζ. Γ.Γ., μητέρα της δεύτερης παθούσας και της ανέφερε τα ανωτέρω, η οποία και κάλεσε την ανήλικη κόρη της (δεύτερη παθούσα), που επανέλαβε και αυτή με τη σειρά της όσα και η πρώτη παθούσα είχε αναφέρει στους γονείς της. Συγκεκριμένα είπε την χαρακτηριστική έκφραση, ότι ο κατηγορούμενος " την χάιδεψε στο πουλάκι της", αν και όταν σε προγενέστερο χρόνο την είχε ρωτήσει η μητέρα της για το τι κάνει όταν επισκέπτεται τον κατηγορούμενο,είχε απαντήσει ότι της διαβάζει παραμύθια. Στη συνέχεια και όταν η ανωτέρω μητέρα της δεύτερης παθούσας μετέφερε στο σύζυγό της και πατέρα της ανήλικης Γ.Γ. όσα της είπε η κόρη τους, αυτός που έχει σοβαρά προβλήματα υγείας και το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του έτους 1989 νοσηλεύθηκε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Πέτρας Ολύμπου, αντέδρασε βίαια και δημιούργησε σοβαρό επεισόδιο σε βάρος της συζύγου του κατηγορουμένου την 12-1-1989,κατά το οποίο και πυροβόλησε με κυνηγετικό όπλο στην κατοικία του κατηγορουμένου, όπου βρισκόταν η ανωτέρω σύζυγός του. Στη συνέχεια την επομένη 13-1-1989 η Δ.Γ., ως νόμιμη αντιπρόσωπος της παθούσας ανήλικης θυγατέρας της, υπέβαλε την με ίδια ημερομηνία έγκλησής της, την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε με δήλωσή της στην ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή Καρδίτσας.