Έτος
2003
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Έννοια ασελγούς πράξης

 

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιών, νοείται ως «ασελγής πράξη» όχι μόνο η συνουσία αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό περί αιδούς αίσθημα και των ηθών, υποκειμενικά κατευθύνεται δε στη διέγερση ή στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 10,13 ή 15 ετών σύμφωνα με τις καθέκαστες διακρίσεις του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ (ΣυμβΑΠ 613/2000 (περίλ.) ΠοίνΔνη 2000, 922).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 και 339 Π.Κ παρατηρείται ότι μετά την ισχύ του Ν. 1419/1984 επήλθε συνένωση των παλαιών άρθρων 336 και 337 Π.Κ (βιασμός και εξαναγκασμός σε ασέλγεια αντίστοιχα) στο νέο άρθρο 336 Π.Κ, όπου στο τελευταίο πλέον επάγονται μόνο πράξεις που προσβάλλουν σοβαρά το προστατευόμενο έννομο αγαθό, όπως η συνουσία και οι ανάλογης με αυτή βαρύτητας γενετήσιες πράξεις (βλ. παρατηρήσεις Ν. Παρασκευόπουλου στο βούλευμα υπ' αριθμ. 980/ 1992 του Συμβ.Πλημ.Θεσ Υπέρ 1993, 1353, όπου και παραπομπές στον ίδιο «Η έννοια της ασελγούς (γενετήσιας) πράξης, Ερμηνεία και κριτική θεώρηση» Ποιν Χρ 1984, 346, Α. Ζύγουρα, «Η έννοια της ασελγούς πράξης», ΠοινΧρ 1988, 333, Μ. Αναγνωστόπουλου, «Ασελγείς πράξεις και ασελγείς χειρονομίες» ΠοινΧρ 1988, 568). Έτσι, μετά την ισχύ του Ν. 1419/1984 με την οποία επήλθε διαφοροποίηση στο έννομο αγαθό των εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο Ιθ' κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν είναι πλέον τα ήθη, αλλά η γενετήσια ελευθερία του ατόμου που προσβάλλονται με τις άνω διατάξεις των άρθρων 336 και 339 Π.Κ, οι δε ελαφρότερες μορφές γενετήσιας σωματικής επαφής εντάσσονται στο άρθρο 337 Π.Κ.

Οπότε, ο κλασσικός και πάγιος ορισμός που διέπλασε η νομολογία του Ακυρωτικού μας περί της έννοιας της ασελγούς πράξεως σύμφωνα με τον οποίο νοείται ως τέτοια όχι μόνο η συνουσία, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας (βλ. νομολογία ο.π.) διαφοροποιείται από εκείνον που προσδιόρισε ο νεώτερος νομοθέτης με το Ν. 1419/1984, σύμφωνα με τον οποίο ασελγής πράξη είναι αυτή που αντικειμενικά μεν προσβάλλει την προσωπική αξιοπρέπεια και ελευθερία του ατόμου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αιτία δε αυτής της διαφοροποίησης είναι η ετερότητα προσβολής του εννόμου αγαθού από εκείνο των ηθών σε αυτό της γενετήσιας ελευθερίας, ως ανωτέρω αναφέρεται. Επομένως, οι σοβαρές περιπτώσεις προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και η συνουσία εξακολουθούν να εντάσσονται στο πεδίο των άρθρων 336 και 339 ΠΚ, αφού η χρησιμοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων προς επιτυχία ηδονιστικού αποτελέσματος, η παρά φύσηασέλγεια, η πεο (αιδοίο) ληχεία, η εκσπερμάτωση εντός του στόματος του ανηλίκου ή επί του πρωκτού ή η πλήρης συνουσία δια συνενώσεως των γεννητικών μορίων, όταν γίνονται με σωματική βία ή ψυχολογική τοιαύτη ενωμένη με κίνδυνο (επικείμενο) της ζωής ή του σώματος του παθόντος και επέρχεται πλήρης ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του δράστη ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 339 Π.Κ πρέπει να γνωρίζει επιπροσθέτως ότι ο παθών είναι πρόσωπο κάτω των δέκα πέντε ετών, πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική αυτών υπόσταση, ως ανωτέρω αναφέρονται. Περαιτέρω, κατά την ορθότερη και επικρατέστερη άποψη υφίσταται αληθινή κατ' ιδέαν συρροή ανάμεσα στο βιασμό και την αποπλάνηση παιδιών, καθόσον τα δύο αυτά εγκλήματα είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, αυτοτελώς κολάσιμα, συγκείμενα στα ιδιαίτερα στοιχεία και κανένα συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση του άλλου, ή κατά το νόμο αναγκαίο μέσο τελέσεως ή την αναγκαία συνέπεια αυτού (ΑΠ 183/84, Ποιν Χρ ΛΔ, 751). Δεν μπορεί να ισχύσουν σε αυτά οι αρχές της φαινόμενης, πραγματικής ή κατ' ιδέαν συρροής, δηλαδή, της ειδικότητας, της επικουρικότητας και της απορροφήσεως. Της ειδικότητας διότι δεν συντρέχουν οι αναγκαίοι όροι αυτής, που είναι της ταυτότητας των εννόμων αγαθών και, της κάλυψης της απαξίας των πράξεων από μία από αυτές. Μεταξύ τους υπάρχει ετερότητα των προβαλλομένων εννόμων αγαθών (Μανωλεδάκη, Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών, σελ 99, Λ. Μαργαρίτη, Η συρροή ανάμεσα στα εγκλήματα του βιασμού και της αποπλανήσεως παιδιών Αρμ. 1901, 75, του ιδίου Αρμ. 1981, 1072, παρατηρήσεις στο ΣυμβΠλημΚοζάνης 67/85, Αρμ. 1986, 240). Το μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας που προστατεύεται με το βιασμό, δεν διαλαμβάνεται κατ' έννοια στην προσβολή του εννόμου αγαθού του άλλου π.χ. στην ηθική καθαρότητα, στην ψυχική υγεία των ανηλίκων που προσβάλλεται με την αποπλάνηση. Της επικουρικότητας, διότι, δεν συντρέχουν οι αναγκαίοι όροι αυτής, που είναι της ταυτότητας των εννόμων αγαθών και, της υπάρξεως είτε της ρήτρας της επικουρικότητας στο ένα από αυτά, είτε της σταδιακής προστασίας του εννόμου αγαθού. Και της απορροφήσεως, διότι δεν συντρέχουν ο απαιτούμενος για τη φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή όρος, (όταν δηλαδή υπάρχει μία σε φυσική έννοια πράξη), ο οποίος συνίσταται στην ενσωμάτωση της έννοιας του ενός εγκλήματος, στην έννοια του άλλου. Τούτο συμβαίνει, όταν η πράξη του ενός, αποτελεί το κατά νόμο στοιχείο του άλλου, ή επιβαρυντική περίπτωση αυτού (Κ. Σταμάτης, Η συρροή ποινικών νόμων εν γένει, 1976, σελ 64 επ.), (Αλ. Μαγκάκης, Τα εγκλήματα περί την γενετήσιαν και οικογενειακήν ζωήν, 1967, σελ. 40, Δ. Καρανίκας, Ποινικό Δίκαιο, σελ 142,1.Μανωλεδάκης, Γενική θεωρία του Ποινικού Δικαίου, Β/173, Λ. Μαργαρίτης, Αρμ Ε/75, ΣυμβΕφΘεσ 265/1986, Αρμ 42/793, ΣυμβΕφΝαυπλ 23/62, ΠοινΧρ 18/177, ΑΠ 233/53 ΠοινΧρ Γ/1405, Γ. Βελλής σχόλιο στο ΣυμβΠλημΣερρών, ο οποίος υποστηρίζει ότι, η απαξία των πράξεων δεν καλύπτεται με την τιμωρία της μίας από αυτές Η αυστηρότητα δικαιολογείται, από το νόμο και, επιβάλλεται κοινωνικά, λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητας και του απεχθούς χαρακτήρα της πολύπρακτης αυτής συμπεριφοράς, που μαρτυρεί την επικινδυνότητα του δράστη).

Κατ' άρθρον 334 Π.Κ «στις περιπτώσεις των άρθρων 339 ... για την ποινική δίωξη απαιτείται.έγκληση. Σύμφωνα με το άρθρο 118 § 2 αν ο παθών δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα της έγκλησης έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπος του. Η γονική μέριμνα κατά τη διάταξη του άρθρου 1510 του Α.Κ ασκείται και από τους δύο γονείς, η δε υποβολή εγκλήσεως περιλαμβάνεται στα καθήκοντα των προσώπων αυτών (ΣυμβΠλημΚαστ 35/1997 Υπέρ 1,1998, σελ 100). Σύμφωνα δε με το άρθρο 50 Κ.Π.Δ, στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον Π.Κ ή σε άλλους νόμους, η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση του παθόντος (ΣυμβΠλημΧαλκ 59/1999, ΠοίνΔνη 2000,1068).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 § 1 και 118 παρ. 2 συνάγεται ότι, σε όσες περιπτώσεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης ο νόμος απαιτεί έγκληση, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξης και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμέτοχους της. Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπος του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο έτος, το δικαίωμά της εγκλήσεως ανήκει τόσο στον παθόντα όσο και στον νόμιμο αντιπρόσωπο του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1516 § 1 Α.Κ, ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στη γονική μέριμνα, όταν οι πράξεις αυτές έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η υποβολή εγκλήσεως για αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε εις βάρος του ανηλίκου έχει πάντοτε από τη φύση της επείγοντα χαρακτήρα και λόγω της υπαρχούσης προθεσμίας των τριών μηνών και λόγω του συμφέροντος του ανηλίκου, που επιβάλει την ταχύτερη τιμωρία του δράστη (βλ και ΑΠ 1134/96 ΠοίνΧρ ΜΖ1, 786). (ΑΠ 660/1998 (σε Συμβούλιο), ΠοίνΔνη 11/1998, 1097).

Την έγκληση κατά συνέπεια, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα, μπορεί να την υποβάλει έγκυρα ο καθένας από τους γονείς μόνος του (ΑΠ 660/1998, ΕλλΔνη 1998,1439), χωρίς να δεσμεύεται από τη γονική μέριμνα που ασκείται σε άλλες περιπτώσεις από κοινού και από τους δύο γονείς. Το δικαίωμα αυτό έχει, κατά την κρατούσα άποψη από τη φύση του επείγοντα χαρακτήρα, διότι πρέπει να ασκηθεί μέσα στην αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 117 § 1 Π.Κ. Το συμφέρον δε του τέκνου επιβάλει την ταχύτερη τιμωρία του δράστη και επομένως εμπίπτει στο άρθρο 1516 § 1 αριθμ. 1 Α.Κ. Δύναται να ασκηθεί από τον ένα γονέα (ΑΠ 281/88 ΠοίνΧρ ΛΗ, 525, ΑΠ 1189/85 ΠοίνΧρΛΣΓ και πρόταση Σ.Σταμούλη, Ψαρούδα - Μπενάκη Παρατηρήσεις στα ΠοίνΧρ ΛΓ, 333, Σταθέας στο ΝοΒ 32, 1484, βλ. όμως και ΑΠ 970/86 με πρόταση Γ. Πλαγιαν-νάκου στα ΠοίνΧρ ΛΣΓ, 826), εφόσον ο άλλος εντός του τριμήνου, σιωπηρώς εξέφρασε βούληση περί διώξεως ενέκρινε δε βραδύτερα την έγκληση. Αντίθετα, εάν ο άλλος γονέας διαφωνεί και το δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, η έγκληση δεν έχει υποβληθεί νόμιμα και η δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην παραπάνω περίπτωση της υποβολής της έγκλησης από τον ένα γονέα, ο γονέας που διαφωνεί έχει δικαίωμα, επικαλούμενος το συμφέρον του τέκνου, να προσφύγει στο δικαστήριο κατά τα άρθρα 1512 και 1511 § 2 Α.Κ, ή στον Εισαγγελέα κατά το άρθρο 1532 του ίδιου Κώδικα για να ανατρέψει τις συνέπειες υποβολής της εγκλήσεως (ΑΠ 281/88 ΠοίνΧρ ΛΗ, 525, πρόταση Σ.Σταμούλη στα ΠοίνΧρ ΛΣΤ, 191), ενώ σε διαφωνία των γονέων για την υποβολή της έγκλησης αποφασίζει το δικαστήριο, σταθμίζοντας το συμφέρον του ανηλίκου και διορίζοντας ειδικό επίτροπο για την υποβολή της (ΣυμβΑΠ 423/90, Ελ/Δνη 1990, 916). Στην περίπτωση που τα συμφέροντα του ανηλίκου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα ή της μητέρας του, οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα, διορίζεται από το δικαστήριο κατά το άρθρο 1517 Α.Κ, και σε κατεπείγουσες περιπτώσεις από τον Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 1603 του ιδίου Κώδικα (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 48 του Ν 1329/1983 βλ Εισηγητική Έκθεση Ειδικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής επί του νόμου 1329/83, Κουτσουράδης ΕλλΔνη 29, 1451), ειδικός επίτροπος, ο οποίος, ως συνάγεται και από το άρθρο 1532 Α.Κ, αντιπροσωπεύει τον ανήλικο, αναπληρών και τους δύο γονείς και όχι μόνο εκείνον που έχει το αντίθετο συμφέρον. Σύγκρουση συμφερόντων αναμφίβολα υπάρχει στην περίπτωση που δράστης της αξιόποινης πράξης σε βάρος του ανηλίκου είναι κάποιος από τους γονείς του, οπότε η έγκληση υποβάλλεται από τον διοριζόμενο ειδικό επίτροπο (πρβλ και ΑΠ 450/187 ΠοίνΧρ ΛΗ', 137, υπό το κράτος των προ του ν. 1329/83 διατάξεών), (Παρατ. 1703/1998 ΠοινΔνη 1999, 361).