Έτος
2006
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Σχέση της κατάχρησης ασέλγειας με το βιασμό

 

(Απόσπασμα)... Η εισαγγελική πρόταση, που έγινε δεκτή από το Συμβούλιο, έχει ως εξής:

Εισάγω ενώπιον του συμβουλίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 και 4, 138 παρ. 2 και 308 παρ. 1 του ΚΓΔ, τη συνημμένη με αριθμό 3/2006 ανακριτική δικογραφία του Α' Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Ρόδου, που σχηματίστηκε σε βάρος του Α.Κ. κατοίκου Ρόδου, κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της: α') κατάχρησης σε ασέλγεια, β') παράνομης κατακράτησης, γ') απλής σωματικής βλάβης, δ') απειλής και ε') εξύβρισης, δηλαδή για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 Σ. 1,14,16,17,18α', 26παρ. Ι, 27παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 60, 61, 63, 79, 94 παρ. 1, 308 παρ. 1α', 325, 333 παρ. Ι, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 1272/1982,338 παρ. 1, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το αρ. 2 του ν. 3064/2002 και 361 παρ. 1 του Πηνικού Κώδικα, που φέρεται ότι τέλεσε στη Ρόδο στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2006 σε βάρος της L.G., υπηκόου Ρουμανίας, κατοίκου Ρόδου, επάγομαι τα εξής: Κατόπιν της από 6.1.2006 έγκλησης της L.G., γεννηθείσας στις 14.2.1977, υπηκόου Ρουμανίας, κατοίκου Ρόδου, την οποία υπέβαλε ενώπιον των υπηρετούντων στην υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου ανακριτικών υπαλλήλων, με την οποία κατήγγειλε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος Α.Κ., κάτοικος Ρόδου, την 2.1.2006, αφού την οδήγησε στην οικία του που βρίσκεται ενταύθα και επί της οδού Κ., την κράτησε εκεί έγκλειστη παρά τη θέληση της μέχρι την 6.1.2006, οπότε και διέφυγε εκμεταλλευόμενη την απουσία του, απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει αν επιχειρούσε να φύγει, χτυπώντας την ενίοτε και εξυβρίζοντας την, ενώ εκμεταλλευόμενος την κακή ψυχολογική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η ίδια και την ανικανότητα της να αντισταθεί από την προμνησθείσα σε βάρος της συμπεριφορά του, ερχόταν, σε εξώγαμη μαζί της συνουσία, αιτούμενη την ποινική του δίωξη, ασκήσαμε ποινική δίωξη σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δυνάμει της υπ' αριθμ. Γ 2006/3 και από 7.1.2006 παραγγελίας μας για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως προς τον Α' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου, η οποία περατώθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 308 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την απολογία του κατηγορουμένου και τη γνωστοποίηση του πέρατος της κυρίας ανακρίσεως στον διορισμένο συνήγορο του, στον δε κατηγορούμενο μετά το πέρας της απολογίας του επιβλήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 4/2006 διάταξης του Α' ανακριτή πλημμελειοδικών Ρόδου, κατόπιν συμφώνου γνώμης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου ο περιοριστικός όρος της εμφανίσεως του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου διαμονής του κάθε Π' εκάστου μηνός. Κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 [Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3064/2002, όποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της από οποιασδήποτε αιτία προερχομένης ανικανότητας του να αντισταθεί ενεργεί επ' αυτού εξώγαμη συνουσία ή παρά φύσηασέλγεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Σκοπός της προεκτεθείσας διάταξης, με την οποία προστατεύεται, όπως και στην περίπτωση του βιασμού, η γενετήσια ελευθερία του ατόμου, ήτοι η ελευθερία που σκοπεί στη διαμόρφωση, εκδήλωση και πραγμάτωση, εντός των ορίων του νόμου, της βούλησης που αφορά την προσωπική γενετήσια ζωή ενός εκάστου ατόμου, είναι να καταστήσει αξιόποινες συμπεριφορές, που, ενώ εμφανίζουν σοβαρή αντικοινωνική βαρύτητα, δεν μπορούν εννοιολογικά να ενταχθούν στις περί βιασμού διατάξεις και όχι να τιμωρήσει ηπιότερα περιπτώσεις που εννοιολογικά υπάγονται σε αυτήν, δηλαδή πρόκειται περί διάταξης που, διευρύνοντας το αξιόποινο, καθίσταται συμπληρωματική των περί βιασμού διατάξεων (ΑΠ 16/2004 ΠκνΛογ 2004.43, ΠλημΧαλκ 168/2001 ΠηνΔνη 2002.2, Μαγκάκη, Τα εγκλήματα περί τη γενετήσια και οικογενειακή ζωή, έκδ. 1967, σελ. 22-23, Καρανίκας, Ειδικό Μέρος, τόμ. Α', έκδ. 1962, σελ. 136). Πια τη στοιχειοθέτηση δε της αντικειμενικής υποστάσεως του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια (παρ. 1 του άρθρου 338 του ΠΚ) απαιτείται αφενός μεν η ύπαρξη πιαθόντος προσώπου, το οποίο δύναται να είναι μόνο θήλυ, που στερείται της ικανότητας να προβάλει αντίσταση στην κατ' αυτού γενετήσια προσβολή και επίθεση από άρρεν πρόσωπο, διότι μόνον αυτό δύναται να εκτελέσει εξώγαμη συνουσία μετά της παθούσης, είτε λόγω απώλειας της συνειδήσεως, είτε λόγω πνευματικής ατέλειας είτε για κάποιον άλλο λόγο που προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να είναι απαραίτητο η έλλειψη της συνείδησης ή η πνευματική ατέλεια να είναι πλήρης και καθολική, αλλά αρκεί να είναι σε τέτοιο βαθμό, ώστε το προσβαλλόμενο πρόσωπο να μην έχει την ικανότητα να διακρίνει το μέγεθος και τη σπουδαιότητα της ως άνω προσβολής, για να προβάλει τη δέουσα αντίσταση για τον λόγο αυτόν αρκεί, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως, το γεγονός ότι η πράξη τελέσθηκε χωρίς τη συναίνεση της παθούσας και αφετέρου η τέλεση σε βάρους του εξώγαμης συνουσίας ή παρά φύσει ασέλγειας ή κάθε άλλης ασελγούς πράξεως, ενώ είναι αδιάφορο αν τούτο είναι έγγαμο ή άγαμο, αμέμπτων ηθών ή μη. Ανίκανο προς αντίσταση άτομο είναι, πέραν του παράφρονος, αυτό που στερείται παντελώς βούλησης ή που αδυνατεί να εκδηλώσει την υπάρχουσα βούληση του, ή δεν δύναται πρακτικά να πραγματώσει αυτήν τη βούληση. Τούτο συμβαίνει όταν η ποθούσα, από λόγους σωματικούς ή ψυχικούς είτε στερείται εντελώς βουλήσεως λόγω λιποθυμίας, πλήρους μέθης, ύπνου, υπνώσεως, είτε αδυνατεί να εκδηλώσει την υπάρχουσα βούληση της συνεπεία πλήρους σωματικής εξαντλήσεως λόγω ασθένειας ή συνεπεία τρόμου, είτε τέλος αδυνατεί να πραγματώσει την με άλλο τρόπο εκδηλούμενη βούληση της, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις που το θύμα είναι δεσμευμένο, παράλυτο ή ανάπηρο, έχει δε εκδηλώσει με άλλον τρόπο την αντίδραση του, όπως με κραυγές, παρακλήσεις ή κλάμα (ΑΠ16/2004, ό.π., ΑΠ 1365/2003 ΠηνΛογ 2003.1533, ΑΠ 253/2003 ΝοΒ 2003.1671, Μπουρόπουλος, Ερμ,Πην.Κώδ. τόμ Β ', σελ. 584, Μαγκάκης, Συστηματική Ερμηνεία Κ, έκδ. 1994, σελ. 57-58). Από αντικειμενικής απόψεως απαιτείται δόλος του δράστη, αρκεί και ενδεχόμενος, συνιστάμενος αφενός στη γνώση ότι το θύμα είναι παράφρον ή ανίκανο προς αντίσταση και αφετέρου στη βούληση της καταχρήσεως της καταστάσεως αυτής του θύματος, υπό την έννοια ότι, έχοντας επίγνωση των ψυχικών ή σωματικών καταστάσεων που την προκαλούν, τις χρησιμοποιεί ως ευκαιρία για να τελέσει γενετήσια πράξη χωρίς τη χρήση βίας ή απειλής (ΑΠ16/2004 ό.π., ΑΠ 353/2003, ό.π., Μπουρόπουλος, ΕρμΠκνΚωδ., τόμ. Β ', σελ. 584, Πάφος, ΠκνΔικ, τόμ. Ε ' σελ. 29). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 325 του Κ, όποιος με πρόθεση κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέληση του, ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κίνησης του, τιμωρείται με φυλάκιση και, αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι προκειμένου ο νομοθέτης να προστατεύσει την ελεύθερη, κατ' οικείαν κρίση, μετακίνηση του προσώπου, η οποία είναι συναφής με την προσωπική ελευθερία, θεσμοθετεί το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης υπό την έννοια της δέσμευσης του προσώπου και της αδυναμίας μετακινήσεως στον χώρο καθ' οιονδήποτε τρόπο και, συγκεκριμένα, είτε συνεπεία μηχανικών εμποδίων, όπως δέσμευση ή χρήση σωματικής βίας κατ' αυτού, είτε συνεπεία ψυχολογικής επιδράσεως, όπως πρόκληση φόβου με απειλές ή πρόκληση πλάνης με απατηλές παραστάσεις, με αποτέλεσμα να στερείται της ελεύθερης επιλογής παραμονής στον επιλεγέντα χώρο. Η εκδηλωτική υλική ενέργεια του υπαιτίου έχει απροσδιόριστα εκ των προτέρων πλαίσια, το αδίκημα δε τελείται εφόσον το υπό πίεση πρόσωπο υποχρεούται να υπακούσει, έτσι ώστε να μη δύναται να επιλέξει τη μετακίνηση του, ως έκφανση της αναγνωρισμένης προσωπικής ελευθερίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, εγκείμενος στο ηθελημένο της προς κατακράτηση ενέργειας εν γνώσει του παρανόμου αυτής, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος προς τούτο (ΑΠ2445/2003 ΠηνΛογ 2003.2595, ΑΠ1565/2002 ΠηνΛογ 2002.1584, ΑΠ 883/1997 Υπέρ. 1998.59, Μπουρόπουλος, ΕρμΠηνΚωδ., τόμ Β ', σελ. 549, Χωραφάς, ΠηνΔικ, έκδ. 1978, σελ. 179). Γεραιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 ΪΚ, όποιος με πρόθεση προξενήσει σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Όπως συνάγεται από τη διάταξη αυτήν, η απλή σωματική βλάβη είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, ουσιαστικό, η αντικειμενική του δηλαδή υπόσταση περιλαμβάνει όχι μόνον ορισμένη ενέργεια, αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα. Συνίσταται δε στην πρόκληση είτε σωματικής κάκωσης, είτε βλάβης της υγείας άλλου. Ως σωματική κάκωση νοείται η ανάρμοστη κακομεταχείριση του σώματος άλλου ανθρώπου αδιακρίτως φύλου, ηλικίας και υγείας, βλάπτουσα τη σωματική ακεραιότητα και την ευεξία αυτού που υπήρχε πριν από την πράξη. Βλάβη δε της υγείας είναι οιαδήποτε πάθηση της σωματικής ή διανοητικής υγείας ή επίταση υπάρχουσας ήδη τοιαύτης παθολογικής καταστάσεως που εκδηλώνεται ως άμεση συνέπεια της ανθρώπινης εξωτερικής επεμβάσεως στο σώμα και τον οργανισμό συγκεκριμένου προσώπου. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, ήτοι γνώση και θέληση του δράστη να προξενήσει απλή σωματική βλάβη ή κάκωση, αρκεί δε και ενδεχόμενος (ΑΠ 68/2005 ΠηνΛογ 2005.144, ΑΠ 332/2005 ΠηνΛογ 2005.334, ΑΠ 620/2003 ΠηνΛογ 2003.630, ΑΠ1113/2003 - σε συμβούλιο - ΠηνΛογ 2003.1182, ΑΠ 117/2003 ΠινΛογ 2003.1192, Μπουρόπουλος, ΕρμΠηνΚωδ., τόμ. Β ', σελ. 503). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 333 ΪΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 1272/1982, όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία, απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απειλής απαιτείται αντικειμενικώς μεν η περιαγωγή άλλου σε τρόμο ή ανησυχία με τη χρησιμοποίηση από το δράστη απειλών για άσκηση βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων ή για τέλεση άλλης παράνομης πράξεως, η οποία δεν είναι ανάγκη να είναι αξιόποινη, αλλά αρκεί οποιαδήποτε θετική ή αρνητική ενέργεια, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, ότι η απειλούμενη ενέργεια συνιστά βία ή άλλη παράνομη πράξη και τη θέληση να περιαγάγει τον άλλο σε τρόμο ή ανησυχία (ΑΠ 332/2005 ΠκνΛογ 2005.334, ΑΠ 361/2005 ΠηνΛογ 2005.345, ΑΠ 476/2004 ΠηνΛογ 2004.609, ΑΠ 1038/2004 - σε συμβούλιο - ΠηνΛογ 2004.1352, Μπουρόπουλος, ΕρμΠηνΚωδ., τόμ. Β ', σελ. 572). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 Κ, όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363 ΪΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρί-σεως, απαιτείται να διατυπωθούν από το δράση γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλο λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράση, ο οποίος γνωρίζει ότι μια τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος τιμής λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλο αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που να δηλώνει έλλειψη εκτίμησης του δράση προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική (ΑΠ361/2005 ΠηνΛογ 2005.345, ΑΠ1083/2004 -σε συμβούλιο - ΠηνΛογ 2004.1352, ΑΠ1067/2003 - σε συμβούλιο - ΠηνΧρον ΝΔ ' 2004,1900/2003 ΠηνΧρον ΝΔ ' 723, ΑΠ 844/2001 ΠκνΧρον ΝΒ ' 318, Μπουρόπουλος, ΕρμΠηνΚωδ, τόμ. Β ', σελ. 650). Στην προκείμενη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε νομότυπα τόσο από την αυτεπάγγελτη προανάκριση, όσο και τη μετέπειτα νόμιμα διενεργηθείσα κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τα έγγραφα που ενυπάρχουν στη δικογραφία, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ανωμο-τί καταθέσεις της εγκαλούσας, τόσο κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως όσο και κατά το στάδιο της κύριας ανακρίσεως, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και με το λοιπό αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, αξιολογούμενο κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 Klft), προέκυψαν κατά την κρίση μας τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα L.G., γεννηθείσα στις 14.2.1977, υπήκοος Ρουμανίας, ήρθε στη Ρόδο τον Αύγουστο του έτους 2005. Έκτοτε εργαζόταν ως σερβιτόρα στο μπαρ με την επωνυμία «Β», όπου γνώρισε τον κατηγορούμενο Α.Κ., γεννηθέντα το 1978, ο οποίος είναι έγγαμος με δύο τέκνα και με τον οποίο συνήψε ερωτικό δεσμό και συζούσε μαζί του στην οικία του παππού του, που βρίσκεται ενταύθα και επί της οδού Κ. Ρόδου, κλειδί της οποίας είχε και η ίδια, το οποίο της είχε παραχωρήσει ο κατηγορούμενος. f]biv από ένα μήνα όμως περίπου και συγκεκριμένα στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2005, οι μεταξύ της εγκαλούσας και του κατηγορουμένου σχέσεις διαταράχθηκαν, εξ αφορμής της ζήλιας του τελευταίου για το πρόσωπο της εγκαλούσας, συνεπεία της οποίας ο κατηγορούμενος προέβαινε ενίοτε σε χειροδικία σε βάρος της. Η επαναλαμβανόμενη αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε βάρος της εγκαλούσας καταληκτικό σημείο είχε την 2.1.2006, οπότε ο κατηγορούμενος οδήγησε με το αυτοκίνητο του την εγκαλούσα με τη βία σε μια ερημική τοποθεσία στην Κάμειρο σκάλα, όπου, αφού την έβγαλε από το όχημα του, στη συνέχεια άρχισε να την χτυπάει στο κεφάλι και στο σώμα, προκαλώντας σ' αυτήν, όπως προκύπτει και από την από 6.1.2006 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Ν.Ρ. Ρόδου, εκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια της δεξιάς κνήμης και εκχύμωση στην κατωτέρω έσω επιφάνεια του αριστερού μηρού της, καθυβρίζοντας την ταυτόχρονα με τις φράσεις «πουτάνα, βρώμα, καριόλα, βιζιτού» και μολονότι αυτή τον εκλιπαρούσε να σταματήσει, αυτός αδιαφορώντας συνέχισε απτόητος να την χτυπά, αρπάζοντας μάλιστα και μια πέτρα και απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει. Ακολούθως, την οδήγησε με το όχημα του αρχικά στην Κάμειρο σκάλα στην οικία κάποιων φίλων του, όπου ενώπιον τους την καθύβρισε και πάλι με τη φράση «πουτάνα» και προσπάθησε να την χτυπήσει με τη μασιά του τζακιού, ενώ στη συνέχεια την οδήγησε με το όχημα του στην ανωτέρω οικία όπου κατοικούσαν από κοινού, από την οποία αποχώρησε η εγκαλούσα στις 6.1.2006, εκμεταλλευόμενη την απουσία του κατηγορουμένου. Κατά την παραμονή της εγκαλούσας στην παραπάνω οικία ο κατηγορούμενος ερχόταν σε εξώγαμη μαζί της συνουσία, πάντοτε όμως, όπως και η ίδια άλλωστε κατέθεσε ενώπιον του Α' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου, με τη δική της θέληση, ενώ η ίδια εξακολουθούσε να παραμένει στην οικία του, λόγω του φόβου και της άσχημης ψυχολογικής καταστάσεως που της είχαν προκαλέσει οι προαναφερθείσες πράξεις του. Ο κατηγορούμενος, όμως, τόσο κατά την ανωμοτί εξέταση του στο στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, όσο και κατά την απολογία του ενώπιον του Α' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου και με το υπόμνημα του, αρνείται τις αποδιδόμενες σ' αυτόν κατηγορίες, πλην αυτής της σωματικής βλάβης, την οποία και ομολογεί και παραθέτει το ιστορικό των γεγονότων με τη δική του εκδοχή, που είναι τόσο η διενέργεια της εξώγαμης με την ποθούσα συνουσίας με τη θέληση της και μάλιστα επανειλημμένα, όσο και η μη αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεως της, ισχυριζόμενος ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την εγκαλούσα, στα πλαίσια του οποίου ερχόταν μ' αυτήν σε εξώγαμη συνουσία και μάλιστα επανειλημμένα, πάντοτε όμως με τη δική της θέληση και ότι ο ίδιος ουδέποτε αποστέρησε την ελευθερία κίνησης αυτής και ούτε την κατακράτησε παράνομα, ίΐραιτέρω, ισχυρίζεται ότι συζούσε με την εγκαλούσα στην οικία του παππού του, που βρίσκεται ενταύθα και επί της οδού Κ. Ρόδου, όπου φέρεται ότι έλαβαν χώρα οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, έχοντας μάλιστα παραχωρήσει σ' αυτήν και κλειδί της προαναφερόμενης οικίας, για να έχει ελευθερία κινήσεως. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προκάλεσε σ' αυτήν τρόμο και ανησυχία εκτοξεύοντας απειλές κατά της σωματικής της ακεραιότητας και της ζωής της, ούτε προσέβαλε ποτέ την τιμή και την υπόληψη αυτής με λόγο, ενώ τα όσα η ίδια η εγκαλούσα καταγγέλλει σχετικά είναι ψευδή και απότοκος της ζήλιας και του πάθους της γι' αυτόν. Γεγονός είναι ότι απουσιάζει οποιοσδήποτε τρίτος, αυτόπτης μάρτυρας κατά την τέλεση των προπεριγραφομένων αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της παθούσας εκ μέρους του κατηγορουμένου. Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την έγκληση και τις καταθέσεις της εγκαλούσας και από την άλλη την άρνηση των κατηγοριών εκ μέρους του κατηγορουμένου. Αξιοσημείωτο βέβαια είναι το γεγονός ότι η δεύτερη κατάθεση της εγκαλούσας ενώπιον του Α' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου αποκλίνει παρα-σάγγας από την πρώτη της κατάθεση ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου, καθόσον μ' αυτήν, ήτοι τη δεύτερη, ανατρέπει άρδην τα όσα κατά την προανακριτική της κατάθεση είχε καταγγείλει αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις αφενός της κατάχρησης σε ασέλγεια και αφετέρου της παράνομης κατακρατήσεως που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της ο κατηγορούμενος, καθώς, ενώ κατά την προανακριτική της κατάθεση κατήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος την ανικανότητα της να αντισταθεί εξαιτίας του φόβου και της άσχημης ψυχολογικής καταστάσεως που είχε προκαλέσει η προηγηθείσα σε βάρος της συμπεριφορά του, ήρθε με αυτήν και παρά τη θέληση της επανειλημμένα σε εξώγαμη μαζί της συνουσία, στην προαναφερθείσα οικία του όπου την κατακρατούσε παράνομα και χωρίς τη θέληση της, στην κατάθεση της ενώπιον του Α' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου ισχυρίζεται ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ερχόταν σε εξώγαμη μαζί της συνουσία και μάλιστα επανειλημμένα, πλην όμως πάντοτε με τη δική της θέληση και ότι ουδέποτε την είχε κλειδωμένη στην παραπάνω οικία, όπου κατοικούσαν από κοινού, καθώς της είχε παραχωρήσει κλειδί, για να έχει ελευθερία κινήσεως. Μετά ταύτα καθίσταται σαφές ότι οι καταθέσεις της εγκαλούσας, όσον αφορά τις ανωτέρω αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, βρίθουν αντιφάσεων, οι οποίες είναι προφανείς, προερχόμενες από την απέλπιδα προσπάθεια της εγκαλούσας να τιμωρήσει τον κατηγορούμενο για την εγκατάλειψη της από αυτόν και εμφορούνται από λογικά παράδοξα, τα οποία εντοπίζονται πολύ εύκολα, συνεπεία των οποίων στερούνται οιασδήποτε βασιμότητας και συνακόλουθα αξιοπιστίας. Άλλωστε, τόσο η ανωμοτί κατάθεση του κατηγορουμένου προανακριτικά όσο και η απολογία του κατά την κυρία ανάκριση είναι κατηγορηματικές με απόλυτη χρονική και λογική αλληλουχία και δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η εγκαλούσα ψεύδεται αναφορικά με το ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε σε βάρος της τις προπεριγραφείσες αξιόποινες πράξεις, ενώ από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει η παραμικρή ένδειξη από την οποία να μπορεί να πιθανολογηθεί το βάσιμο των ισχυρισμών της εγκαλούσας, οι οποίοι εμπεριέχονται στην αρχική προανακριτική της κατάθεση, αναφορικά με την τέλεση σε βάρος της εκ μέρους του κατηγορουμένου των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της κατάχρησης σε ασέλγεια και της παράνομης κατακρατήσεως. Ενισχυτική υπέρ της εκδοχής του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα σημαντική είναι η εμφάνιση του μετά την κλήση του σε απολογία από τον Α' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου την 7.1.2006, στα πλαίσια της οποίας μάλιστα προέβη και στη δικαιολόγηση του λόγου και του κινήτρου για το οποίο η εγκαλούσα προέβη στις ανωτέρω καταγγελίες, που δεν ήταν άλλο από τη ζήλια και το πάθος της γι' αυτόν. Ενώ η τέλεση των προαναφερομένων σωματικών κακώσεων σε βάρος της παθούσας, τις οποίες ομολογεί και ο ίδιος ο κατηγορούμενος προανακριτικά, προκύπτει και από την από 6.1.2006 ιατρική βεβαίωση του ιατρού του Ν. Ρόδου Ρ. Αντίθετα οι καταθέσεις της παθούσας, τόσο προανακριτικά όσο και κατά την κύρια ανάκριση αναφορικά με την τέλεση σε βάρος της εκ μέρους του κατηγορουμένου των αξιοποίνων πράξεων της απειλής και της εξυβρίσεως, είναι κατηγορηματικές με απόλυτη χρονική και λογική αλληλουχία και δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε σε βάρος της τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Συνεπώς, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι αφενός δεν πληρούται η νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων α') της κατάχρησης σε ασέλγεια και β') της παράνομης κατακράτησης, καθόσον ο κατηγορούμενος ερχόταν με την εγκαλούσα σε εξώγαμη συνουσία πάντοτε με τη δική της θέληση, ενώ ουδέποτε αποστέρησε την ελευθερία κίνησης αυτής, ούτε την κατακράτησε παράνομα και αφετέρου ότι στοιχειοθετείται η νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων α') της απλής σωματικής βλάβης, β') της απειλής και γ') της εξυβρίσεως και κατά την αντικειμενική και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση, σύμφωνα με τις σκέψεις που σημειώθηκαν στη μείζονα πρόταση. Συνακόλουθα το Συμβούλιό σας θα πρέπει να αποφανθεί, αφενός μεν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1α' και 310 παρ. 1 α' του ΚΓΔ να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σ' αυτόν εγκλήματα α') της κατάχρησης σε ασέλγεια και β') της παράνομης κατακράτησης, διότι, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του περί του ότι τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, αφετέρου δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 ε' και 313 του ΚΓΔ, υπέρ της παραπομπής του για τα εγκλήματα α') της απλής σωματικής βλάβης, β') της απειλής και γ') της εξυβρίσεως, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που είναι τοπικά και υλικά αρμόδιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 122 παρ. 1 και 112 παρ. 1 του ΚΓΔ, για να δικαστεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 Σ, 1,14, 16,17,18α', 26παρ. 1, 27παρ. 1,51,52,53,57, 60, 61, 63, 79,94 παρ. 1,308 παρ. Ια', 333 παρ. 1, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 1272/1982 και 361 παρ. 1 του Πκνικού Κώδικα, επειδή, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του, περί του ότι τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Επίσης το Συμβούλιό σας, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 315 ΚΓΔ, θα πρέπει να διατάξει την κατάργηση της με αριθμό 4/2006 διατάξεως του Α' Ανακριτή πλημμελειοδικών Ρόδου, με την οποία επιβλήθηκε στον ως άνω κατηγορούμενο ο περιοριστικός όρος της εμφανίσεως του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου διαμονής του κάθε 1η εκάστου μηνός, καθόσον η επιβολή του ανωτέρω περιοριστικού όρου δεν κρίνεται αναγκαία για την επίτευξη των αναφερομένων στο άρθρο 296 ΚΓΔ σκοπών, ήτοι της εμφανίσεως του στο δικαστήριο και της υποβολής του στην εκτέλεση της απόφασης. Τέλος, περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων και τελών σε βάρος του καα-τηγορουμένου, όσον αφορά το απαλλακτικό μέρος της πρότασης, δεν υπάρχει, γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 585 παρ. 1 ΚΓΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν.δ. 790/1970.