Έτος
2006
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Άλλες διατάξεις/ νόμοι που επηρεάζονται
337§§2-1 ΠK
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκων νεοτέρων των 12 ετών

 

Η Εισαγγελική πρόταση:

Ύστερα από την υπ' αριθμ. ΒΜ Α 2000 εγχ/828, με χρονολογία 19.9.2000 και υπό ημερομηνία καταθέσεως 20.9.2000, έγκληση της Α.Α. του Ι., κατοίκου... ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των Μ.Χ. του Σ., Σ.Χ. του Μ. και Φ.Χ. του Κ, κατοίκων θεσσαλονίκης, για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκων νεοτέρων των 12 ετών (άρθρο 337§§2-1 ΠK). Μετά την περάτωση της παραγγελθείσης και διενεργηθείσης προανακρίσεως, οι κατηγορούμενοι παραπέμφθησαν δι' απευθείας κλήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν για την ανωτέρω πράξη, το ανωτέρω δικαστήριο όμως, με την υπ' αριθμ. 41800/14.10.2004 απόφαση του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος των ως άνω κατηγορουμένων για την σε βαθμό κακουργήματος τιμωρούμενη πράξη της αποπλάνησης παιδιών μη συμπληρωσάντων τα δέκα έτη κατ' εξακολούθηση (άρθρα 339 § 1 εδ. α' σε συνδυασμό με 98 Κ) και διέταξε τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, η οποία περατώθηκε νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 270 § 1 α' και 308 § 4 KHL• (ιδ. τα από 10.6.2005 και 15.6.2005 αποδεικτικά πέρατος ανακρίσεως). Ήδη, μετά τη νόμιμη περάτωση της κυρίας ανακρίσεως, εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκείμενη δικογραφία και εκθέτω τα εξής:

Επειδή, κατ' άρθρο 339 § 1 εδ. α' Κ, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά, με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται, αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα 10 έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, ασελγής πράξη νοείται όχι μόνον η συνουσία, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που αποτελεί, κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, εκδήλωση της γενετήσιας ζωής και η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει τη γενετήσια ευπρέπεια του μέσου ανθρώπου, δηλαδή το κοινό αίσθημα της αιδημοσύνης και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής του δράστη (ιδ. Γ.Α. Μαγκάκη, Εγκλήματα περί την γενετήσιον και οικογενειακήν ζωήν, παρ. 3 σελ. 14 επ., παρ. 8 σελ. 62 επ., ΑΠ621/1980 ΠηνΧρον Λ '769, ΑΠ384/1980 ΠηνΧρον Λ' 573, ΑΠ429/1980 ΠηνΧρον Λ' 587, ΑΠ603/1983, ΠηνΧρον ΛΓ ' 892, ΑΠ 266/1985 ΠηνΧρον ΛΕ' 868, ΑΠ 2092/1985 ΠηνΧρον ΛΣΤ' 383, ΑΠ547/1989 ΠηνΧρον Μ '40, ΑΠ105/1998 ΠηνΧρον ΜΗ' 754, ΑΠ404/1976, ΑΠ 1487/1981, ΑΠ 1383/1981, ΑΠ 357/1982, ΑΠ 1985/1984, ΑΠ732/1987, ΑΠ727/1987 και ΑΠ49/1986 ΠηνΧρον ΛΣΤ ' 463, με αντίθετη εισαγγελική πρόταση Κανίνια, όπου αναλύεται η έννοια της «ασελγούς πράξεως» στο άρθρο 339 ΓΚ και οριοθετείται έναντι της «ασελγούς χειρονομίας» του άρθρου 337 ΓΚ). Σαν ασελγείς πράξεις έχουν κριθεί από τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων η παρά φύσηασέλγεια και η πεολειχία (ΑΠ 1644/90 ΕλλΔνη 1991.916), η συνουσία (ΑΠ 68/77 ΠηνΧρον ΚΖ ' 536), η προστριβή του πέους επί των ποδών ή των μηρών του ανηλίκου (ΑΠ962/76 ΓΚΡ ΚΖ ' 333, ΑΠ1531/83 ΠηνΧρον ΛΔ' 501) ή των γεννητικών οργάνων του (ΑΠ 655/79 ΠηνΧρον Κθ ' 757, ΑΠ 939/88 ΠηνΧρον ΛΗ ' 961), η εκσπερμάτωση εντός του στόματος του ανηλίκου (ΑΠ 225/64 ΠηνΧρον ΙΔ' 503) ή επί του πρωκτού (ΑΠ 43/79 ΠηνΧρον Κθ ' 368) η θωπεία του πέους (ΑΠ615/89 ΠηνΧρον Μ' 68), η εισαγωγή του μεσαίου δακτύλου της χειρός εντός του πρωκτού του ανηλίκου προς ηδονισμόν (ΑΠ 1313/77) κ.ά., εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, γιατί και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας. Οι υπόλοιπες ελαφρότερες μορφές προσβολών, οι οποίες παλαιότερα καλύπτονταν από τη νομολογία με την εφαρμογή του εγκλήματος της εξύβρισης έργω, ήδη υπάγονται στο άρθρο 337 [Κ, που προβλέπει και τιμωρεί την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, που τελείται είτε σε άσεμνες χειρονομίες, είτε με προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 339 ΪΚ αποβλέπει στην προστασία της άγνοιας (ή -κατά Γ. Μαγκάκη, Εγκλήματα περί την γενετήσιον και οικογενειακήν ζωήν, σελ. 61- της ηθικής καθαρότηταας και ψυχικής υγείας των ανηλίκων), καθόσον οι ασελγείς πράξεις προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας και το χαρακτηριστικό του εγκλήματος αυτού είναι ότι το θύμα δεν μπορεί να αντιτάξει την αντίσταση που πρέπει κατά της γενετήσιας προσβολής, λόγω απειρίας ή εξαρτήσεως του από τον προσβολέα (ιδ. ΑΠ962/1980 ΠηνΧρον ΛΑ ' 126, ΑΠ1149/1980 ΠηνΧρον ΛΑ ' 1234). Πιέπει να παρατηρηθεί ότι ως πράξεις που θίγουν τη γενετήσια ευπρέπεια δύνανται να κριθούν in concerto στο πλαίσιο του άρθρου 339 [Κ και εκδηλώσεις, οι οποίες, στο πλαίσιο άλλων διατάξεων που αφορούν την ασέλγεια δεν χαρακτηρίζονται σαν τέτοιες. Διότι είναι δυνατόν κάποια πράξη, όταν μεν τελείται με ενήλικο να μην θεωρηθεί ότι θίγει τη γενετήσια ευπρέπεια, όταν δε αφορά σε ανήλικο να θίγει αυτή την ευπρέπεια (ιδ. Γ. Μαγκάκη, ό.π. σελ. 62). Το έγκλημα της αποπλάνησης τελείται κατά τρεις διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος συνίσταται στην ενέργεια ασελγούς πράξεως με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών, ο δεύτερος στην παραπλάνηση του ανηλίκου αυτού στο να ενεργήσει ο ανήλικος ασελγή πράξη και ο τρίτος στην παραπλάνηση του ανηλίκου στο να υποστεί αυτός (ο ανήλικος) ασελγή πράξη. Πιραπλάνηση δε συνιστά πάσα επίδραση επί της βουλήσεως του ανηλίκου, άνευ της οποίας ο ανήλικος δεν θα λάμβανε την απόφαση να ενεργήσει την συνιστώσα την ασέλγεια πράξη (ιδ. αγόρ. Εισ. ΑΠ Μουστακη ΠηνΧρονΙΘ' 38, ΑΠ112/1971 RnvXpov ΚΑ ' 376, ΑΠ 4/1969 UnvXpov Ιθ ' 164, Γ. Μαγκάκη, ό.π., σελ. 68). Τετελεσμένη είναι επί μεν του πρώτου τρόπου με την ενέργεια της ασελγούς πράξης, στους δε άλλους δύο τρόπους μόλις ο παραπλανηθείς ενεργήσει επί του παραπλανή-σαντος ή τρίτου ή εφ' εαυτού, ή υποστεί υπό του παραπλανήσαντος ή άλλου την εις ην παρεπλανήθη ασελγή πράξη. Επιπλέον, απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, ήτοι γνώση ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη είναι ηλικίας νεοτέρας των 15 ετών και θέληση του δράστη να ενεργήσει ασελγή πράξη με αυτό.

Επειδή με το άρθρο 98 του ΪΚ προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες χωριστές ομοειδείς και αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις τελούμενες από τον ίδιο δράστη και συνδεόμενες με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεση αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της κύριας ανάκρισης και προανάκρισης που διενεργήθηκε και δη από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Α.Α. και ο πρώτος κατηγορούμενος Μ.Χ. τέλεσαν νόμιμο γάμο στη θεσσαλονίκη, την 28.5.1989, από τον οποίο απέκτησαν δύο άρρενα δίδυμα τέκνα τον Χ.-Σ. και το Μ.θ., τα οποία γεννήθηκαν την 11.1.1996, στη θεσσαλονίκη. Το μήνα Νοέμβριο του έτους 1999 η έγγαμη συμβίωση του ζεύγους διασπάστηκε οριστικά και η εγκαλούσα κατέθεσε την από 27.11.1999, υπ' αριθμ. καταθ. .../1.12.1999, αίτηση κατά του πρώτου κατηγορουμένου, ενώπιον του Μονομελούς Γρωτοδικείου θεσσαλονίκης, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να της ανατεθεί προσωρινά η γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων τους, ο δε πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε και αυτός την από 1.2.2000, υπ' αριθμ. καταθ. .../3.2.2000, αντίθετη αίτηση, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ζητώντας να αναλάβει εκείνος προσωρινά τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους. Συζητήσεως γενομένης επί των ως άνω αιτήσεων, εξεδόθη αντιμωλία η υπ' αριθμ. .../14.4.2000 απόφαση του Μονομελούς φωτοδικείου θεσσαλονίκης, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η γονική μέριμνα των ανηλίκων στην εγκαλούσα και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του πρώτου κατηγορουμένου με τα τέκνα του κάθε Τρίτη από της ώρας 17.00 μέχρι της ώρας 20.00, κάθε Σαββατοκύριακο από της ώρας 17.00 του Σαββάτου και μέχρι της ώρας 17.00 της Κυριακής και κάθε Χριστούγεννα, Πίσχα και καλοκαίρι, κατά το διατακτικό της αποφάσεως. Εις εκτέλεσιν αυτής της αποφάσεως ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε τα ανήλικα τέκνα τους στην εγκαλούσα το Μάιο του 2000, η οποία εγκαταστάθηκε με αυτά στην Κατερίνη, στην οικία των γονέων της. Τους μήνες που ακολούθησαν ο πρώτος κατηγορούμενος έπαιρνε τα παιδιά από την Κατερίνη και τα κρατούσε στη θεσσαλονίκη, μαζί με τους γονείς του δεύτερο και τρίτη κατηγορουμένους Σ. και Φ. Χ. Εκεί οι κατηγορούμενοι, σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες, που τοποθετούνται πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 22 έως 27.8.2000, ενήργησαν ασελγείς πράξεις με τα ανήλικα τέκνα του πρώτου εξ αυτών και εγγόνια του δευτέρου και τρίτης Χ.Σ και Μ.θ., τα οποία διήγαν τότε το πέμπτο έτος της ηλικίας τους, και συγκεκριμένα οι Μ.και Σ.Χ. εισήγαγαν το δάκτυλο του χεριού τους στον πρωκτό του Χ.Σ. και η Φ.Χ. εισήγαγε το δάκτυλο του χεριού της στον πρωκτό του Μ.θ. Τις πράξεις αυτές τέλεσαν οι κατηγορούμενοι προκειμένου να εμφανίσουν τα ανήλικα κακοποιημένα σεξουαλικά από τη μητέρα τους και το συγγενικό περιβάλλον αυτής και να κατορθώσει ο πρώτος εξ αυτών να αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά τη γονική μέριμνα αυτών. Η κατασκευασμένη καταγγελία που έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος για δήθεν σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων τέκνων του από την εγκαλούσα και τους ανωτέρω συγγενείς της, τόσο το μήνα Αύγουστο του έτους 2000 όσο και μεταγενέστερα το μήνα Απρίλιο του έτους 2002, προκύπτει ευχερώς από την αντιφατικότητα των περιστατικών που περιγράφει στην από 21.4.2002 έγκληση, που υπέβαλε στο Α.Τ. Κατερίνης, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της εγκαλούσας και των ανωτέρω συγγενών της για αποπλάνηση ανηλίκων νεοτέρων των 10 ετών κατά συρροή και στην, δοθείσα 10 μήνες μετά, κατάθεση του, ενώπιον του ανακριτή Κατερίνης, και συγκεκριμένα, ενώ στην από 21.4.2000 έγκληση του αναφέρει ότι πληροφορήθηκε το γεγονός της κακοποίησης όταν «τις μεσημεριανές ώρες της 20.4.2002 ο γιος του Χ.Σ. ζήτησε να πάει στην τουαλέτα και του παραπονέθηκε ότι είχε αίμα στον ποπό του και ότι πονούσε», στην κατάθεση του ενώπιον του ανακριτή αναφέρει ότι πληροφορήθηκε το γεγονός μόλις παρέλαβε τα παιδιά του από την Κατερίνη, καθ' οδόν προς θεσσαλονίκη, όταν «ο Χ. μετά από ερώτηση του (εγκαλούντος) τόσο σε αυτόν όσο και στον άλλο γιο του Μ. πώς πέρασαν κι επειδή είχε δει τα παιδιά στεναχωρημένα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, του απάντησε: «μας πειράζουν, βάζουν το δάκτυλο στο κωλαράκι μας». Η εγκαλούσα περιβάλλει, όπως άλλωστε κρίθηκε με την και τελεσίδικο καταστάσα, με την υπ' αριθμ. .../2001 απόφαση του Εφετείου θεσσαλονίκης, υπ' αριθμ. .../2000 απόφαση του Μονομελούς ί^ωτοδικείου θεσσαλονίκης, ειδικής διαδικασίας, που ανέθεσε την αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων τους σε εκείνην, με περισσή στοργή και αγάπη τα παιδιά της. Ευθύς ως της ανατέθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση ασφαλιστικών μέτρων η γονική μέριμνα και επειδή διέγνωσε ότι δεν είχαν ικανοποιητική άρθρωση, τα οδήγησε στη λογοπεδικό Α.Κ., η οποία στο μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2000 χρονικό διάστημα επαφής της με τα παιδιά δύο φορές την εβδομάδα με απόλυτη βεβαιότητα στη συνταχθείσα από 14.9.2000 έκθεση της αναφέρει ότι και τα δύο παιδιά έχουν ανάγκη να ζουν με τη μητέρα τους, ότι η συμβολή της μητέρας και της οικογένειας της είναι μεγάλη για την καλύτερη δυνατή πρόοδο των παιδιών, κάτι που φαίνεται καθαρά στις συνεδρίες που έχει με τα παιδιά κάθε Τετάρτη, τα οποία είναι ήρεμα και σε θέση να συνεργαστούν μαζί της, είναι χαρούμενα, ομιλητικά και ιδιαίτερα συνεργάσιμα, ενώ αντίθετα στις συνεδρίες που έχει με τα παιδιά κάθε Δευτέρα, όταν μεσολαβεί το Σαββατοκύριακο και βλέπουν τον πατέρα τους, δεν διαπιστώνει την ίδια ψυχική ηρεμία των παιδιών, είναι μονολεκτικές οι απαντήσεις τους σε ό,τι τα ρωτά και αναζητούν να παίξουν μαζί της περισσότερο και να μην ασχοληθούν με τις λογοθεραπευτικές εργασίες. Ακόμη η ίδια ως άνω λογοπεδικός μεταφέρει πρόσφατη τότε δήλωση των παιδιών σχετικά με τη μεταχείριση τους από τον πατέρα τους και τους γονείς του και, συγκεκριμένα, τη δήλωση τους υπό το κράτος του φόβου και δισταγμού, και μετά από αρκετή συζήτηση μαζί της ότι, ο πατέρας τους τα απειλεί ότι θα τα βάλει φυλακή, αν πούνε ότι τους «έβαλε δάκτυλο στο κωλαράκι τους» και ότι στην ίδια δηλώνουν ότι φοβούνται να πάνε στη θεσσαλονίκη. Επιβεβαιώνει εν τέλει την πειστική γι' αυτήν δήλωση των παιδιών ότι πλάι στη μητέρα τους και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της, που τα υπεραγαπούν και τα φροντίζουν, η ζωή τους κυλά ευχάριστα. Την ίδια πεποίθηση εκφράζουν από προσωπική δική τους αντίληψη και ο υπεύθυνος του Κέντρου Ιχικής Υγείας Κατερίνης Γ.Γ., ψυχίατρος και η εκεί Κοινωνική Λειτουργός Α.Π Πο συγκεκριμένα, στην από 15.9.2000 έκθεση τους, αντιπαραβάλλοντας τη συμπεριφορά τους κοντά στη μητέρα τους και στο περιβάλλον της, σε σχέση με εκείνη κοντά στον πατέρα τους και τους γονείς του, με τον πιο κατηγορηματικό και αυτοί τρόπο αναφέρουν ότι, στη μεν πρώτη περίπτωση τα παιδιά έχουν ψυχική ευεξία, είναι χαρούμενα και πολύ ευχαριστημένα με την παραμονή τους στην οικογένεια της μητέρας τους, μιλώντας συνέχεια γι' αυτήν, για τη διαμονή τους με την ίδια και το οικογενειακό της περιβάλλον και για τις εν γένει δραστηριότητες τους καθημερινώς κατά τρόπο αβίαστο, ακόμη διαβάζοντας τις αντιδράσεις τους οι ίδιοι συντάκτες του ανωτέρω εγγράφου αναφέρουν ότι κανένα σημάδι ανησυχίας ή φόβου στις σχέσεις τους με τα προαναφερθέντα πρόσωπα, δηλαδή τη μητέρα τους, τον παππού, τη γιαγιά, τα αδέλφια και τα άλλα συγγενικά πρόσωπα της μητέρας τους διέκριναν στα λεγόμενα και στις αντιδράσεις των παιδιών, αλλά αντίθετα αυτά νιώθουν χαρούμενα και αισθάνονται ιδιαίτερη ασφάλεια με τη διαρκή παρουσία της μητέρας τους κοντά τους, για την οποία και πάντοτε μιλάνε με αγάπη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, αναφορικά με τη σχέση που έχουν με τον πατέρα τους και τους γονείς αυτού, εμφανίζονται επιφυλακτικά. Ιδία δε αναφέρονται και σε συγκεκριμένο περιστατικό, που κατόρθωσαν να εκμαιεύσουν από τα παιδιά, όταν κάποια στιγμή είδαν αυτά φοβισμένα, για να πιθανολογήσουν κάποια μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης, όταν ο Χ. ανέφερε σε αυτούς ότι ο παππούς έβαλε «το δάχτυλο στο κωλαράκι του» και ο Μ. το επιβεβαίωσε πολύ διστακτικά και σε περαιτέρω επίμονες ερωτήσεις τους προς τον Χ., για το ποιος το έκανε αυτό, ο τελευταίος με μεγάλη επιφύλαξη τους είπε πως το έκανε «ο παππούς ο Σ. και ο μπαμπάς» και ο Μ. πως το έκανε «η γιαγιά». Συμπερασματικά οι ανωτέρω λειτουργοί του Δημοσίου καταλήγουν ότι πεποίθηση τους είναι ότι τα παιδιά είναι ειλικρινή σε αυτά που ανέφεραν, ενώ και πάλι επαναλαμβάνουν τη διαπίστωση τους ως γεγονός ιδιαιτέρας σημασίας, ότι η παραμονή των παιδιών κοντά στη μητέρα τους και στην οικογένεια της τους δίνει μεγάλη ευχαρίστηση. Την ίδια κρίση περί δολοπλόκου σχεδίου εξυφανθέντος από τον πρώτο κατηγορούμενο εκφράζει και ο εισαγγελέας Κατερίνης, στην υπ' αρθμ. .../2004 πρόταση του προς το Συμβούλιο Γλημμελειοδικών Κατερίνης, όταν εκείνος, ως εγκαλών, μέμφεται τη σύζυγο του και το οικογενειακό της περιβάλλον ότι δήθεν ήταν αυτοί που τέλεσαν σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2002 ασελγείς πράξεις στα παιδιά τους και τα αποπλάνησαν, για να καταλήξει με την πρόταση του ότι δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις σε βάρος των τελευταίων, κατά των οποίων και δεν θα πρέπει να γίνει κατηγορία, και αντίθετα ότι προέκυψε η εν γνώσει εκείνου υποβολή εντελώς ψευδούς εγκλήσεως κατά των τελευταίων, προτείνοντας ως εκ τούτου να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα, και όχι μόνον αυτό, αλλά το κυριότερο ότι είναι έργο της δικαιοσύνης να ανεύρει και να τιμωρήσει αυτόν ή αυτούς που προκάλεσαν την κακοποίηση των παιδιών, προτείνοντας τη διαβίβαση των εγγράφων της δικογραφίας στον αρμόδιο εισαγγελέα θεσσαλονίκης, ώστε να διερευνήσει εάν πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση των ανηλίκων σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου Μ.Χ. και των γονέων του, δευτέρου και τρίτης κατηγορουμένων Σ. και Φ.Χ. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, από την ενεργηθείσα κύρια ανάκριση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, κατά την έννοια του άρθρου 313 ΚΓΔ, οι οποίες μπορούν να στηρίξουν κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων Μ.Σ. και Φ.Χ. για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου μη συμπληρώσαντος το 10ο έτος της ηλικίας του, κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 16, 17, 18α, 26§1, 51, 52, 60, 63, 79, 98 και 339 § 1 εδ. α' ΓΚ, γι' αυτό και πρέπει το Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τα άρθρα 1 εδ. δ', 109 εδ. α', 119 § 1 122 § 1, 309 § 1 εδ. ε', 313, 377 και 408 ΚΓΔ, να αποφανθεί για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του κατά τόπο και καθ' ύλην αρμοδίου Γρωτοβαθμίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Γεριφέρειας του Εφετείου θεσσαλονίκης, που θα ορισθεί υπό του Εισαγγελέως Εφετών -του ανωτέρω Δικαστηρίου- προκειμένου να δικαστούν για την ενλόγω αξιόποινη πράξη.

Τέλος πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 315 § 1 ΚΓΔ, για την ανωτέρω πράξη για την οποία προτείνεται η παραπομπή του πρώτου κατηγορουμένου Μ.Χ., να διατηρηθεί ο περιοριστικός όρος της καταβολής χρηματικής εγγυήσεως ύψους 3.000 ευρώ, που επιβλήθηκε σε αυτόν, δυνάμει της υπ' αριθμ. ../18.4.2005 διατάξεως του ανακριτή Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, γιατί ο όρος αυτός είναι αναγκαίος για να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο ακροατήριο του δικαστηρίου στο οποίο παραπέμπεται, αφενός γιατί η εμφάνιση του κρίνεται αναγκαία για την πλήρη διαλεύκανση της υποθέσεως και αφετέρου, για να επιτευχθεί η υποβολή του στην ποινή του τυχόν θα του επιβληθεί. Φρονούμε δε ότι δεν κρίνεται αναγκαία η επιβολή προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων στους δεύτερο και τρίτη κατηγορούμενους Σ και Φ.Χ., διότι ναι μεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ανωτέρω ακροατήριο για τις ανωτέρω πράξεις, αλλά δεν συντρέχουν οι υπόλοιπες, κατά τα άρθρα 282 και 296 ΚΓΔ απαιτούμενες, προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων σε αυτούς. Το Βούλευμα:

Κατά των κατηγορουμένων Μ.Χ. του Σ., Σ.Χ. του Μ. και Φ.Χ. του Κ., κατοίκων θεσσαλονίκης, ασκήθηκε αρχικά ποινική δίωξη για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκων νεοτέρων των 12 ετών (αρθ. 337§§2-1 ΓΚ), κατόπιν της από 19.9.2000 και με αριθμ. ΒΜ Α 2000 εγχ/828/20.9.2000 έγκλησης της μητέρας των ανηλίκων παθόντων, κατοίκου Κατερίνης. Μετά την περάτωση της διενεργηθείσης προανάκρισης οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν δι' απευθείας κλήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν για την ανωτέρω πράξη και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../14.10.2004 απόφαση, με την οποία το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος των ιδίων κατηγορουμένων, για την σε βαθμό κακουργήματος τιμωρούμενη πράξη της αποπλάνησης παιδιών μη συμπληρωσάντων τα δέκα έτη κατ' εξακολούθηση (αρθ. 339 § 1 εδ. α', σε συνδ. με αρθρ. 98 ΓΚ) και διέταξε τη διενέργεια κύριας ανάκρισης. Μετά τη νομότυπη περάτωση της κύριας ανάκρισης και τη γνωστοποίηση του πέρατος αυτής στους διαδίκους, κατ' άρθρα 270 § 1 και 308 § 6 ΚΓΔ, νόμιμα εισάγεται η σχηματισθείσα δικογραφία στο παρόν Συμβούλιο, με πρόταση της αρμόδιας εισαγγελέως Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 ΚΠΔ.

Κατά την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 339 § 1 του ΓΚ «όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351 Α', ως εξής: α') αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β') αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ') αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, με φυλάκιση». Από τη διάταξη αυτήν, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού, απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δέκα ετών (στην πρώτη περίπτωση), η οποία αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Έτσι στοιχειοθετεί το πιο πάνω έγκλημα όχι μόνον η συνουσία ή ανάλογη μ' αυτήν παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και στο στόμα του ανηλίκου, εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας (ΟλΑΠ416/1952 ΠκνΧρον 13.514, Συμβ. ΑΠ 96/2004 δημ. Νόμος, ΑΠ 282/2002 RnvXpov ΝΒ' 920, ΑΠ1454/1998 RnvXpov Μθ ' 825). ίϊραν της ανωτέρω εννοίας της ασελγούς πράξεως υπάρχουν και άλλες μορφές προσβολών με χειρονομίες και προτάσεις, όμως επειδή δεν στοιχειοθετούσαν, παλαιότερα, κανένα από τα γνωστά εγκλήματα κατά των ηθών (αρθρ. 336, 339 ΪΚ), καλύπτονταν από την νομολογία με υπερβολική έκταση εφαρμογής της εξύβρισης με έργο (ΓΚημΑΘ 928/1986 ΠκνΧρον ΛΣΤ ' 1033). Ο νομοθέτης, για να καλύψει ποινικά αυτές τις διάφορες μορφές προσβολών, θέσπισε το έγκλημα του άρθρου 337 ΪΚ (ως αντικ. με το άρθρο 10 ν. 1419/1984), την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, που τελείται είτε με άσεμνες χειρονομίες είτε με προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις. Π)όκειται δηλαδή για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, στο οποίο εμπίπτουν άλλες περιπτώσεις ασελγούς συμπεριφοράς, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μικρότερης ηθικής απαξίας και κοινωνικής αποδοκιμασίας και, έτσι, η έννοια «ασελγείς χειρονομίες» καλύπτει ένα πλήθος ενεργειών με τις οποίες μπορεί κάποιος να προσβάλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου, στο πεδίον της γενετήσιας ζωής (πρότ. ΕισΑΠυπό την ΑΠ 49/1986 ΠκνΧρον ΛΣΤ ' 464, ΣυμβΓΚημμΔραμ 37/1994 ΝοΒ 94.1225, Ν. Πιρασκευόπουλου, Η έννοια της ασελγούς πράξης, ΓοινΧρον ΛΔ ' 337 επ.). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 ΓΚ, όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, εάν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής του. Όπως προαναφέρθηκε, σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, «οι ασελγείς χειρονομίες» είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φτάνουν στο σημείο της «ασελγούς πράξεως», αλλά πάντως τελούνται με σωματική επαφή, όπως λχ. ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κλπ. Οι «προτάσεις» μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες και πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως (ΑΠ 1781/2002 ΓοινΛογ 2002.2028). Γεραιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112 του ΪΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η προθεσμία της οποίας, προκειμένου περί κακουργημάτων για τα οποία ο νόμος προβλέπει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, είναι είκοσι έτη, ενώ για τα λοιπά κακουργήματα είναι δεκαπέντε έτη και για τα πλημμελήματα πέντε έτη. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός εάν άλλως ορίζεται. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2 [Κ, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και πάντως όχι πάνω από πέντε έτη για τα κακουργήματα και τρία έτη για τα πλημμελήματα. Ως σημείο έναρξης της κύριας διαδικασίας θεωρείται η αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου και η νομότυπη επίδοση έγκυρου κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο για εμφάνιση στο ακροατήριο. Είναι αδιάφορο αν η υπόθεση εκδικάστηκε ή αναβλήθηκε (βλ. σχ. Ανδρουλάκη Ν., θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 1994, σελ. 335, Λ. Μαργαρίτη - Ν. Νιρασκευόπουλου, Πηνολογία, 1995, σελ. 205-214, Κονταξή, Πκνικός Κώδικας, 1991, σελ. 919, ΑΠ1698/1990 RnvXpov 1991.716).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 120 παρ. 2,121α' και 321 ΚΓΔ, κατά τις οποίες το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφαση του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ' αυτήν την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο, επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 παρ. 3). Εξ αυτού προκύπτει ότι, για να αρχίσει η επι-φέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία, αρκεί το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο, κατά τις άνω διακρίσεις, κλητήριο θέσπισμα ή κλήση, να περιέχει πλην άλλων και προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίοι καλείται αυτός να εμφανισθεί, δεν είναι δε αναγκαίο, για την εγκυρότητα του, το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Διότι η τυχόν αναγραφή στο επιδιδόμενο έγγραφο άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, δικαστηρίου, δεν καθιστά το εισαγωγικό αυτό έγγραφο (κλητήριο ή κλήση) άκυρο και ανενεργές ως προς τις άνω έννομες συνέπειες του (ΑΠ 2/1997 σε ολομέλεια, ΠηνΧρον ΜΖ ' 1028 επ.).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα αποδεικτικά στοιχεία της ανακριτικής δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικά και αιτιολογημένα εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση. Ειδικότερα, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν στις πράξεις που περιγράφονται στην εισαγγελική πρόταση και ειδικότερα οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, πατέρας και παππούς αντίστοιχα των ανηλίκων παθόντων Χ. Σ. και Μ. θ., ηλικίας κατά τον επίδικο χρόνο, περίπου 5 ετών, σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία και πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 22 έως 27 Αυγούστου του 2000, εισήγαγαν το δάκτυλο του χεριού τους στον πρωκτό του πρώτου εκ των προαναφερομένων ανηλίκων, η δε τρίτη κατηγορουμένη, γιαγιά των ανηλίκων, έπραξε το ίδιο στον δεύτερο εξ αυτών, με αποκλειστικό σκοπό όχι την επίτευξη ηδονισμού, αφού οι ενέργειες τους αυτές δεν κατέτειναν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας τους, αλλά προκειμένου να εμφανίσουν τα ανήλικα ως κακοποιημένα σεξουαλικά από το συγγενικό περιβάλλον της μητέρας τους, η οποία και είχε τη γονική τους μέριμνα, όπως ισχυρίζεται και η ίδια η εγκαλούσα στην υποβληθείσα, ως άνω, έγκληση της, όπου διατείνεται ότι κίνητρο των πράξεων των κατηγορουμένων υπήρξε η αφαίρεση της γονικής μέριμνας από την ίδια. Υπό τις συνθήκες δε αυτές, δεν στοιχειοθετείται κατά την υποκειμενική του υπόσταση το αδίκημα του αρθ. 339 § 1 ΠΚ εις βάρος των ανηλίκων, που είναι κακουργηματικής μορφής, αφού σύμφωνα με τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, για τη στοιχειοθέτηση αυτού και προκειμένου να χαρακτηριστούν οι ως άνω ενέργειες ως ασελγείς πράξεις, είναι αναγκαίο να κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη. Με βάση τα ίδια ωστόσο περιστατικά, στοιχειοθετείται κατά την κρίση του Συμβουλίου το αδίκημα του αρθ. 337 §§ 2-1 ΠΚ, αφού οι ίδιες, ως άνω, ενέργειες που έγιναν σε βάρος των ανηλίκων, που είναι νεότεροι των 12 ετών, ως έχουσες τη μορφή των ασελγών χειρονομιών, υπάγονται στην ευρύτερη έννοια των προσβολών της γενετήσιας αξιοπρέπειας, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη του παρόντος, αφού για να στοιχειοθετηθεί η υποκειμενική υπόσταση του ενλόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, που στην προκείμενη περίπτωση προέκυψε ότι υφίσταται. Η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στην κρινόμενη υπόθεση, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και επιτρεπτή μεταβολή της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους κατηγορίας (ΣυμβΠλημΠειρ 331/1992 ΠηνΧρον 1992.739), για την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη. Βάσει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη στήριξη της, εναντίον των κατηγορουμένων, ως άνω κατηγορίας για την προαναφερόμενη πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος παθόντος νεοτέρου των 12 ετών. Η πράξη αυτή, η οποία φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο τελευταίο σκέλος της ιδίας, ως άνω, μείζονος σκέψης, εχώρησε αναστολή της παραγραφής, δυνάμει των από 1.4.2004 κλητηρίων θεσπισμάτων που επιδόθηκαν στους κατηγορούμενους, προκειμένου αυτοί να δικαστούν για την ίδια πράξη στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε (και ορθώς), εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο, δοθέντος ότι η πράξη της § 2 του άρθρου 337 ΓΚ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών έως δύο ετών, το δε άρθρο 114 § Α ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 § 1 του ν. 3160/2003 (προ της επιδόσεως των ανωτέρω κλητηρίων θεσπισμάτων) ορίζει ότι στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο υπάγονται τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυλάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο των τριών μηνών. Συνεπώς, εφόσον τα επιδοθέντα στους κατηγορούμενους κλητήρια θεσπίσματα περιείχαν τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο αυτοί είχαν κληθεί να εμφανιστούν, είναι έγκυρα άνευ ετέρου, διότι δεν είναι αναγκαίο για την εγκυρότητα τους, το αναγραφόμενο σ' αυτά δικαστήριο (Μονομελές Πλημμελειοδικείο) να ήταν πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, αφού, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η αναγραφή του αναρμόδιου δικαστηρίου δεν καθιστά τα εισαγωγικά αυτά έγγραφα άκυρα και ανενεργή, ως προς τις έννομες συνέπειες τους. Κατόπιν τούτων, αφού χώρησε, κατά τα ανωτέρω, αναστολή της παραγραφής του εγκλήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους (αρθ. 113 παρ. 2 ΠΚ), από δε την τέλεση (Αύγουστος του 2000) και μέχρι σήμερα έχει παρέλθει μεν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και μεγαλύτερο της οκταετίας, δεν έχουν υποπέσει αυτοί, ως εκ τούτου, στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 111 § 3 ΠΚ παραγραφή. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 § 1 στ. ε' και 313 του ΚΓΔ, να παραπεμφθούν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της άνω πράξης (337 § 2 ΓΚ), η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14,16, 17, 18, 26 § 1α', 27 § 1,51,53,79, 80 και 337 §§ 2-1 του ΪΚ, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 112, 119 και 122 § 1 του ΚΓΔ. Τέλος, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 315 παρ.

1 ΚΓΔ, πρέπει να διαταχθεί η διατήρηση της ισχύος της υπ' αριθμ. 19/18.4.2005 διάταξης που εξέδωσε ο ανακριτής του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου και για την παραπάνω πράξη ο περιοριστικός όρος της

εγγυοδοσίας ποσού 3.000,00 ευρώ, μέχρι την οριστική και επί της ουσίας εκδίκαση της εναντίον του ανωτέρω κατηγορουμένου κατηγορίας, διότι, αφενός μεν πρόκειται για πλημμέλημα που επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (αρθ. 282 § 1 ΚΓΔ), αφετέρου δε κρίνεται τούτο αναγκαίο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η παρουσία του ενλόγω κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και η υποβολή του στην εκτέλεση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί (αρθ. 282 §§1,2 και 296 ΚΓΔ). Γεραιτέρω, το Συμβούλιο δεν κρίνει απαραίτητη την επιβολή περιοριστικών όρων και στους λοιπούς κατηγορούμενους (γονείς του πρώτου), διότι ναι μεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο για την ανωτέρω πράξη, πλην όμως δεν συντρέχουν γι' αυτούς οι λοιπές προϋποθέσεις επιβολής σε βάρος τους περιοριστικών όρων.