Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Ο ίδιος ο ανήλικος ως δικαιούχος αποζημίωσης από αδικοπραξία σε βάρος του οποίου τελέστηκε ασελγής πράξη

 

Αριθμός κατάθεσης αγωγής 10448/2008

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Δήμητρα Σωτηριάδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Νεκταρία Σουκαρά, Πρωτοδίκη, Ελευθέριο Τοπαλνάκο, Πάρεδρο - Εισηγητή, επειδή κωλύονται οι λοιποί τακτικοί Δικαστές και από τη Γραμματέα Ζωή Φούρκα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2010, για να δικάσει την αγωγή με αριθμό καταθέσεως 10448/6-3-2008, με αντικείμενο καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία, μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Σ. Μ. του Ε., 2) Ε. Μ. του Α. και 3) Α. Τ. του Σ., κατοίκων Ε. Θ., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παναγιώτη Α. (Α.Μ. 1617), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου Η. Θ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Ματσιώρη (Α.Μ. 3952), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται η τέλεση ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξης με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή, αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, ο αυνανισμός άνδρα, εφ' όσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, ο οποίος πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση στερείται σημασίας (ΑΠ 560/2010, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 439/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 779/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1783/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 482/2007, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 784/2007, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1505/2005, ΠΧρ 2006, 252, ΕφΚερκ 59/2006, ΝοΒ 2007, 164, ΕφΘεσ 1563/2001, Αρμ. 2002, 1069). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 351Α ΠΚ, όπως αυτή εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3064/2002, η ασελγής πράξη με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή ή με άλλα υλικά ανταλλάγματα τιμωρείται κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις. Στοιχεία δε του συγκεκριμένου εγκλήματος είναι τα ακόλουθα: α) τέλεση από ενήλικο ασελγούς πράξης, όπως αυτή κατά τα παραπάνω οριοθετήθηκε, επί ανηλίκου, β) η πράξη να τελέστηκε με παροχή αμοιβής ή άλλου υλικού αντικειμένου, λ.χ. χρήματα, δώρα κ.α. και γ) δόλος, έστω και ενδεχόμενος, ο οποίος να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης και ιδίως γνώση της ανηλικότητας του παθόντος (Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία-Εφαρμογή, 2η έκδοση, σελ. 967). Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ιδίου Κώδικα, το Δικαστήριο σε περίπτωση αδικοπραξίας μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Δικαιούχος της απαιτήσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι το πρόσωπο που άμεσα υπέστη την ηθική βλάβη από την αδικοπραξία. Τέτοιο πρόσωπο είναι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού και επί βλάβης του σώματος ή της υγείας εκείνος που την υπέστη (ο παθών). Η έμμεση ηθική βλάβη δεν αποκαθίσταται. Συνεπώς, τρίτα πρόσωπα δε δικαιούνται κατά νόμο χρηματική ικανοποίηση, έστω και αν αυτά, λόγω στενού συγγενικού δεσμού προς τον παθόντα, δοκιμάζουν ψυχικό πόνο και στεναχώρια (ΑΠ 350/1972, ΝοΒ 20, 978, ΕΑ 5152/2002, Δ/ΝΗ 2007, 521, ΕΑ 7347/1998, ΝοΒ 2000, 642, ΕΑ 6940/1996, Δ/ΝΗ 37, 1382, ΕΑ 6810/1996, Δ/ΝΗ 38, 867, Ι. Καράκωστα, ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ, Τόμος Έκτος, Ειδικό Ενοχικό (άρθρα 741-946), έκδοση 2009, σελ. 1214, Π. Κορνηλάκη, Επίτομο ΕΙΔΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, έκδοση 2000, σελ. 432, Σ. Πατεράκη, Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έκδοση 1995, σελ. 286). Μόνος ζημιωθείς από αδικοπραξία σε βάρος ανηλίκου από τρίτο, όπως επί παραδείγματι σε περίπτωση αποπλανήσεως παιδιού ή ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, είναι ο ίδιος ο ανήλικος, ο οποίος και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όχι όμως και οι γονείς του (ΠολΠρΚαβ 177/2005, Αρμ. 2005, σελ. 1745, Μ. Γεωργιάδου, ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΕΣ, έκδοση 2009, σελ. 468). Η άποψη αυτή, ενισχύεται εκ του γεγονότος ότι σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, δε νομιμοποιούνται να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής για το έγκλημα της αποπλάνησης παιδιού (άρθρο 339 ΠΚ) οι γονείς του ανήλικου τέκνου ατομικώς παρά μόνο υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων αντιπροσώπων του ανήλικου τέκνου και μόνο για λογαριασμό του τελευταίου (ΑΠ 1737/1990, ΠΧρ ΜΑ, 736, Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία-Εφαρμογή, 2η έκδοση, σελ. 929). Πρέπει να αναφερθεί, στο σημείο αυτό, ότι η περίπτωση που έκρινε ο ’ρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 9/2002 απόφασή του (σε Ολομέλεια), ότι δηλαδή ο ασκών τη γονική μέριμνα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τον τρίτο διευθυντή καταστήματος τυχερών παιχνιδιών που επέτρεψε την είσοδο σε ανήλικο, για το λόγο ότι προσεβλήθη το λειτουργικό και απόλυτο δικαίωμά του για άσκηση της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της επιμέλειας του προσώπου του, είναι διαφορετική από την περίπτωση που ο ανήλικος (και όχι οι γονείς του) υφίσταται άμεσα τη ζημία από την εις βάρος του αδικοπραξία, καθόσον στην περίπτωση της τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της αποπλάνησης παιδιού και της ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, ο ίδιος ο ανήλικος αποτελεί το υλικό αντικείμενο του τελεσθέντος εγκλήματος και είναι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού της ανηλικότητας, οι δε γονείς του, υφίστανται αντανακλαστικώς και εμμέσως τις δυσμενείς για τον ανήλικο συνέπειες της σε βάρος του τελεσθείσας αξιόποινης πράξεως. Αντίθετη επί του προκειμένου ζητήματος άποψη θα οδηγούσε σε υπέρμετρη διεύρυνση του κύκλου των δικαιούχων της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καταλαμβάνοντας ακόμη και περιπτώσεις τρίτων προσώπων, που δε θεωρούνται άμεσα ζημιωθέντες, κατά παράκαμψη της κρατούσας στη νομολογία τάσης να δικαιολογείται μια τέτοια διεύρυνση σε οριακές μόνο περιπτώσεις (Σ. Πατεράκη, Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έκδοση 1995, σελ. 291).

Στην κρινόμενη αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2002 μέχρι και τον Ιούλιο του 2006, ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτόν και την ανήλικη, τότε, πρώτη ενάγουσα και έχοντας γνώση περί της ανηλικότητάς της, τελούσε εξακολουθητικά σε βάρος της, άλλοτε με την παροχή σε αυτήν κάποιου μικρού χρηματικού ποσού και άλλοτε άνευ ανταλλάγματος, τις ειδικότερα περιγραφόμενες στην ένδικη αγωγή ασελγείς πράξεις, οι οποίες κατέτειναν στη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας αυτού. Ότι συνεπεία της ανωτέρω παράνομης, υπαίτιας και αξιόποινης συμπεριφοράς του εναγομένου, η μεν πρώτη ενάγουσα υπέστη άμεση ηθική βλάβη, συνιστάμενη στη διατάραξη της ψυχικής της ισορροπίας, ενώ ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων, ως ασκούντες από κοινού, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους (πρώτης ενάγουσας), προσβλήθηκαν παράνομα στην προσωπικότητά τους, υπό την ειδικότερη έκφανση της προσβολής της τιμής τους. Για τους λόγους αυτούς και με βάση τα μνημονευόμενα πραγματικά περιστατικά, ζητούν, κατόπιν παραδεκτής μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό ως προς την πρώτη ενάγουσα και παραδεκτής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής στο σύνολό του σε αναγνωριστικό ως προς το δεύτερο και την τρίτη των εναγόντων με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της αδικοπραξίας το ποσό των 100.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να καταβάλει σε αυτήν για την ίδια αιτία το ποσό των 50.000 ευρώ καθώς επίσης και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να καταβάλει στο δεύτερο και την τρίτη των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς τους, το ποσό των 70.000 ευρώ σε έναν έκαστο, επιφυλασσόμενοι και οι τρεις να διεκδικήσουν το ποσό των δέκα (10) ευρώ, ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, να κηρυχθεί δε η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί ως μέσο εκτέλεσης της αποφάσεως, λόγω της αδικοπραξίας, η προσωπική κράτηση του εναγομένου για ένα έτος για την άδικη πράξη σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, για οκτώ μήνες για την άδικη πράξη σε βάρος του δεύτερου ενάγοντος και για οκτώ μήνες για την άδικη πράξη σε βάρος της τρίτης ενάγουσας, και να καταδικασθεί, τέλος, ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας έχει καταβληθεί το αντίστοιχο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις, όπως προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα (υπ' αριθμ. 12331216 διπλότυπο είσπραξης της Β΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και υπ' αριθμ. 2630012 γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε.), παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση στο καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο τούτο Δικαστήριο (άρθρα 1, 7, 9, 13, 14 παρ. 2 σε συνδυασμό με 18 αρ. 1, 22 και 35 ΚΠολΔ), και κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ). Σε σχέση με τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, είναι, κατά τα προειρημένα στην ως άνω μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας, απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον δικαιούχος της απαιτήσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι το πρόσωπο που άμεσα υπέστη την ηθική βλάβη από την αδικοπραξία ήτοι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού και άρα στην προκείμενη περίπτωση, μόνο η πρώτη ενάγουσα, ως φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού της ανηλικότητας, και όχι οι γονείς της, οι οποίοι υφίστανται αντανακλαστικώς και εμμέσως τις δυσμενείς για την ανήλικη συνέπειες της σε βάρος της τελεσθείσας αξιόποινης πράξεως, χωρίς να προσβάλλεται αμέσως το δικαίωμά τους στην προσωπικότητα, υπό την ειδικότερη έκφανση της προσβολής της τιμής τους, ενώ, περαιτέρω, στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής δε γίνεται οποιαδήποτε μνεία ή επισήμανση περί της, εκ της ιστορούμενης αδικοπραξίας, προσβολής του λειτουργικού και απόλυτου δικαιώματος του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων για άσκηση της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης. Σε σχέση με την πρώτη ενάγουσα, η κρινόμενη αγωγή, για της οποίας τα παρεπόμενα αιτήματα ειδικώς κατωτέρω γίνεται λόγος, είναι νόμιμη και ορισμένη, ερείδεται δε στις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 340,345,346, 914 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό με 339 και 351Α ΠΚ, 70, 907, 908 παρ. 1 περ. δ΄, 1047 παρ. 1, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ( για τη νομιμότητα του αιτήματος αναγνώρισης οφειλής τόκων επί του αιτηθέντος από την πρώτη ενάγουσα, αρχικά καταψηφιστικού, ποσού που περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, το οποίο είναι νόμιμο δεδομένου ότι ο μεταγενέστερος αυτός περιορισμός του αιτήματος της αγωγής δεν συνεπάγεται κατάργηση των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτη, η οποία έχει ήδη επέλθει με την επίδοση της αγωγής - βλ. ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 246/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1122/2000 ΕλλΔνη 2800. 1664, ΑΠ 550/2000 ΕλλΔνη 2000. 1665, ΑΠ 679/1999 ΕλλΔνη 2000. 448, ΑΠ 518/1999 ΕλλΔνη 1999. 1702, ΑΠ 787/1998 ΕλλΔνη 1999. 610). Τα παρεπόμενα αιτήματα της ένδικης αγωγής, πάντα ως προς την πρώτη ενάγουσα, περί κηρύξεως της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής και περί της απαγγελίας προσωπικής κράτησης του εναγομένου, είναι νόμιμα μερικά, στηριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠολΔ, μόνο καθόσον σχετίζονται με το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, ενώ, αντίθετα, εφόσον μετά την, κατά τα ανωτέρω, μερική τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, η ένδικη αγωγή κατέστη κατά ένα μέρος αναγνωριστική, τα ίδια αιτήματα, καθόσον σχετίζονται με το αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα, δεδομένου ότι η επ' αυτού εκδοθησόμενη απόφαση, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 α΄ ΚΠολΔ, δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό, προϋπόθεση απαραίτητη, τόσο για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, όσο και για την απαγγελία προσωπικής κράτησης (ΠΠρΑθ 1208/1998, ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 7025/1989, ΑρχΝ 1991, 238, Νικολόπουλο σε ΚΕΡΑΜΕΥΣ/ΚΟΝΔΥΛΗΣ/ΝΙΚΑΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΠολΔ, τ. ΙΙ, άρθρα 591-1054, σελ. 1701). Επομένως, καθ' ο μέρος η ένδικη αγωγή κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δοθέντος ότι, όπως αποδεικνύεται από την από 26-5-2009 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων, Π. Α., απέτυχε η κατ' άρθρο 214Α ΚΠολΔ απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς.

Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ο νόμος προβλέπει στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Με τη διάταξη αυτή, ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται σημασίας, αφού δε θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (ΟλΑΠ 6/2009, Αρμ. 2009, 1162, ΑΠ 123/2010, ΧρΙΔ 2010, 26, ΑΠ 517/2010, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 904/2010, ΝΟΜΟΣ).

Ο εναγόμενος, με τις προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα και τις οποίες ανέπτυξε προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της από 14-12-2010 δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, πέραν της αρνήσεως της ιστορικής βάσης της κατ' αυτού εγερθείσας αγωγής, ισχυρίζεται, επικουρικώς, ότι το αιτούμενο προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας χρηματικό ποσό, είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα αυτού. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 εδαφ. τέταρτο του Συντάγματος και 281 ΑΚ, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα και με τα διεξελθέντα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας, στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ο νόμος προβλέπει στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβάνοντας οίκοθεν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθησόμενης χρηματικής ικανοποίησης.

Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από την πλευρά των εναγόντων και ενός από την πλευρά του εναγόμενου που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, εκτιμώμενες χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους ανάλογα με την αξιοπιστία και το βαθμό γνώσης του καθενός, από όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αλλά και από την εν γένει επ' ακροατηρίω διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη ενάγουσα, Σ. Μ. του Ε., γεννήθηκε στις 31-08-1989 και ήδη κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2001, παράλληλα με τη φοίτησή της ως μαθήτρια στην Α΄ τάξη Γυμνασίου, δραστηριοποιείτο ερασιτεχνικά ως αθλήτρια καλαθοσφαίρισης στην ομάδα μπάσκετ του Αθλητικού Ομίλου Σταυρούπολης, λαμβάνοντας μέρος στις προγραμματισμένες προπονήσεις που πραγματοποιούνταν στο Δημοτικό Αθλητικό Κέντρο Σταυρούπολης. Στο εν λόγω Αθλητικό Κέντρο εργαζόταν ως καθαρίστρια και η μητέρα της πρώτης ενάγουσας, Α. Τ. του Σ. ενώ από τις 20-10-2002, με προφορική εντολή του Δημάρχου Σταυρούπολης (βλ. υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 24567/31-8-2006 βεβαίωση του Δημάρχου Σταυρούπολης), τοποθετήθηκε στο ανωτέρω Α. Κ. με την ιδιότητα του φύλακα και ο ήδη 54 ετών, τότε, εναγόμενος, Χ. Σ. του Ι. Η μητέρα της πρώτης ενάγουσας και ο εναγόμενος, στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ανέπτυξαν μια τυπική φιλική σχέση, ανταλλάσσοντας απόψεις επί ζητημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος με αποτέλεσμα να καλλιεργηθεί ανάμεσά τους σταδιακά ένα κλίμα αμοιβαίας κατανόησης και εμπιστοσύνης λόγω της συνάφειας των καθημερινών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Στα πλαίσια και εξ αφορμής αυτής της σχέσης, ο εναγόμενος γνωρίστηκε και με την πρώτη ενάγουσα, η οποία λόγω της, κατά τα ανωτέρω, αθλητικής της δραστηριότητας, μετέβαινε σχεδόν καθημερινά στο ως άνω Α. Κ. Η μεταξύ τους σχέση, προϊόντος του χρόνου, καθίστατο ολοένα και στενότερη, οι δε επιμέρους συζητήσεις τους, ως προς το περιεχόμενό τους, εξέφευγαν του τυπικού και κοινωνικά αναμενόμενου, ιδίως ενόψει της μεταξύ τους διαφοράς ηλικίας, ορίου, καταλαμβάνοντας ακόμη και το πεδίο των σεξουαλικών σχέσεων των δύο φύλων. Παράλληλα, από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2002, ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος αφενός τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτόν και την ανήλικη (πρώτη ενάγουσα) και αφετέρου την απουσία, εκ μέρους της τελευταίας, προσλαμβανουσών, περί των ερωτικών σχέσεων, παραστάσεων, άρχισε να θωπεύει αυτήν πάνω από τα ρούχα, σε διάφορα σημεία του σώματός της, κυρίως στο στήθος, ενώ από την άνοιξη του έτους 2003, οδηγούσε την ανωτέρω ανήλικη στο μη προσπελάσιμο σε τρίτους χώρο του δωματίου που διατηρούσε ως φύλακας στο ως άνω Α. Κ. και αφού της αφαιρούσε από τη μέση και πάνω όλα τα ρούχα, τη θώπευε και τη φιλούσε στο στήθος και το λαιμό. Οι ανωτέρω περιγραφόμενες ασελγείς πράξεις του εναγομένου σε βάρος της ανήλικης έβαιναν προοδευτικά αυξανόμενες, ως προς τη συχνότητα, ενώ από το φθινόπωρο του έτους 2003 και μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2004, μετά το πέρας κάθε συνάντησης, ο εναγόμενος, εν είδει ανταλλάγματος για την ανοχή της πρώτης ενάγουσας στην από μέρους του τέλεση των συγκεκριμένων ασελγών πράξεων, έδινε σε αυτήν μικροποσά της τάξης των 10 και 20 ευρώ. Από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 και μέχρι τις 10-07-2006, ο εναγόμενος, πέραν των προπεριγραφεισών ασελγών πράξεων και πάντοτε με την παροχή χρηματικού ανταλλάγματος στην ανήλικη, άρχισε να κατεβάζει το παντελόνι του ενώπιον της ζητώντας από αυτήν να θωπεύσει τα γεννητικά του όργανα και κατόπιν τούτου αυνανιζόταν μπροστά της προς ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα που λάμβαναν χώρα οι ανωτέρω ασελγείς πράξεις του εναγόμενου σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, αυτός (εναγόμενος) φρόντιζε να συντηρεί έναντι της ανήλικης ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας, δημιουργώντας σε αυτήν την πεποίθηση ότι αν δεν υποκύψει στις γενετήσιες επιθυμίες και ορμές του, η μητέρα αυτής θα απολυθεί από τη δουλειά της, το γεγονός δε αυτό σε συνδυασμό με την προϊόντος του χρόνου εντονότερη επίδραση του αισθήματος της ενοχής για τα διαδραματιζόμενα περιστατικά, κυρίως δε ως προς την από μέρους της λήψη χρημάτων ως αντάλλαγμα για την ανοχή της στην από τον εναγόμενο τέλεση των συγκεκριμένων ασελγών πράξεων, της προκαλούσε ολοένα και μεγαλύτερη εσωστρέφεια, καθιστώντας απαγορευτική την οποιαδήποτε πιθανότητα εξωτερίκευσης και γνωστοποίησης σε τρίτους των συγκεκριμένων συμβάντων. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του ως υπαλλήλου στο Δήμο Σταυρούπολης από το έτος 1987 μέχρι τον Ιούνιο του 2006 δεν ασκήθηκε σε βάρος του καμία πειθαρχική ή ποινική δίωξη (βλ. μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 31903/15-11-2006 βεβαίωση του Δημάρχου Σταυρούπολης), δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη και αξιωματική παραδοχή ότι κάθε πειθαρχικό παράπτωμα ή αξιόποινη πράξη που τελεί ένας υπάλληλος αναπόδραστα γίνεται γνωστή στο ευρύτερο εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Ωσαύτως απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2003 έως το Νοέμβριο του έτους 2004 εργαζόταν στο Δημοτικό Αθλητικό Κέντρο Σταυρούπολης μόνο τα απογεύματα και άρα οι καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις, που, κατά τους ισχυρισμούς της πρώτης ενάγουσας, τελούνταν πρωινές ώρες, ουδέποτε τελέστηκαν, καθόσον όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 89/4-9-2006 βεβαίωση του Προέδρου του Αθλητικού Οργανισμού του Δήμου Σταυρούπολης, ο εναγόμενος, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εργαζόταν στο ως άνω Α. Κ. κατά βάση και όχι αποκλειστικώς τα απογεύματα, ενώ, περαιτέρω, ορισμένες ημέρες απασχολήθηκε τα πρωινά αναπληρώνοντας το δεύτερο φύλακα, Χρήστο Μαρκίδη, όταν ο τελευταίος είχε άδεια ή προβλήματα υγείας. Πέραν δε τούτου, όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω βεβαίωση, κατά το επίσης κρίσιμο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2004 έως και τον Ιούλιο του 2006, ο εναγόμενος εργαζόταν στο εν λόγω Αθλητικό Κέντρο σχεδόν αποκλειστικά πρωινές ώρες (07:00 με 13:30). Σε κάθε πάντως περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο εναγόμενος εργαζόταν κατά βάση απογευματινές ώρες, αυτό, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας από την πλευρά του εναγομένου, Σ. Μ. του Ευστρατίου, δεν τον εμπόδιζε να μεταβαίνει στο χώρο του Αθλητικού Κέντρου και τις πρωινές ώρες, δοθέντος ότι, εκτός των άλλων, έδινε και αναφορά στους υπεύθυνους περί των διαπιστωθέντων, κατά την εκτέλεση της βάρδιας του, προβλημάτων. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 17-07-2006, η πρώτη ενάγουσα εκμυστηρεύτηκε στη μητέρα της όλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ αυτής και του εναγομένου από το Νοέμβριο του έτους 2002, ενημερώνοντας, μάλιστα, σχετικώς και το Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης. Στις 20-07-2006, η ανήλικη, κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με τις αστυνομικές αρχές, μετέβη στο Δημοτικό Αθλητικό Κέντρο Σταυρούπολης προκειμένου να συναντήσει τον εναγόμενο. Αρχικά, ο εναγόμενος και η πρώτη ενάγουσα ευρίσκονταν στον προθάλαμο του ως άνω Αθλητικού Κέντρου μαζί με την εργαζόμενη ως καθαρίστρια Κ. Τ.. Όταν η τελευταία αποχώρησε από τον προθάλαμο, ο εναγόμενος και η ανήλικη αποσύρθηκαν στο χώρο που χρησιμοποιούσαν ως τουαλέτα οι φύλακες του γυμναστηρίου όπου και ο εναγόμενος, αφού πρώτα σήκωσε τη μπλούζα της ανήλικης και ξεκούμπωσε το στηθόδεσμό της, άρχισε να τη θωπεύει και να τη φιλάει στο στήθος και το λαιμό, ενώ παράλληλα με το άλλο του χέρι έβγαλε από το παντελόνι του το γεννητικό του μόριο και άρχισε να αυνανίζεται, εκσπερματώνοντας, μάλιστα, στο δάπεδο της τουαλέτας. Όταν ολοκληρώθηκε η πράξη αυτή, ο εναγόμενος, κατά τη συνήθη πρακτική του, έδωσε ως αμοιβή στην ανήλικη το ποσό των 10 ευρώ και ύστερα επέστρεψε μαζί της στον προθάλαμο του γυμναστηρίου. Κατόπιν τούτου, επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα και συνέλαβαν τον εναγόμενο, οδηγώντας αυτόν στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ο οποίος και άσκησε κατ' αυτού ποινική δίωξη για το έγκλημα της ασέλγειας με ανήλικο που συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη έναντι αμοιβής, παραπέμποντας την υπόθεση προς εκδίκαση κατά την αυτόφωρη διαδικασία στο Α΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης και παραγγέλλοντας τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης για της αξιόποινες πράξεις που δεν υπάγονταν στα χρονικά πλαίσια του αυτοφώρου. Το ανωτέρω ποινικό Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 10.545/2006 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον εναγόμενο του ότι στις 20-7-2006 τέλεσε ασελγή πράξη με ανήλικο που συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη έναντι αμοιβής επιβάλλοντας σε αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο δε εναγόμενος άσκησε κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Πρέπει να αναφερθεί, στο σημείο αυτό, ότι ενώ κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία ο τότε κατηγορούμενος και νυν εναγόμενος, απολογούμενος, παραδέχτηκε ότι η σπερματική ουσία που βρέθηκε από τα επιληφθέντα αστυνομικά όργανα στο δάπεδο της τουαλέτας του ανωτέρω Αθλητικού Κέντρου προερχόταν από τον ίδιο, κατόπιν, όμως, αυνανισμού αυτού που είχε λάβει χώρα πριν συναντηθεί με την ανήλικη, στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πέραν του ότι αρνείται ότι τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη, αρκούμενος σε ισχυρισμούς περί χαλκευμένων σε βάρος του κατηγοριών, δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με την ανευρεθείσα στο δάπεδο της τουαλέτας σπερματική ουσία. Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 54-56,58-61/2008 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κιλκίς, ο εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος για την κατά το χρονικό διάστημα από την ’νοιξη του έτους 2003 μέχρι το Φθινόπωρο του ιδίου έτους κατ' εξακολούθηση ενέργεια ασελγών πράξεων με ανήλικο (αποπλάνηση παιδιού) που είχε συμπληρώσει τα δεκατρία, όχι όμως και τα δεκαπέντε έτη, για την κατά το χρονικό διάστημα από το Φθινόπωρο του έτους 2003 μέχρι τις 31-8-2004 κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια ενέργεια ασελγών πράξεων με ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα δέκα, όχι όμως και τα δεκαπέντε έτη έναντι αμοιβής και τέλος για την κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 10-07-2006 κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια ενέργεια ασελγών πράξεων με ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα δεκαπέντε έτη έναντι αμοιβής, επιβλήθηκε δε σε αυτόν συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και συνολική χρηματική ποινή 65.000 ευρώ, ενώ ο εναγόμενος άσκησε κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι συνεπεία της ανωτέρω παράνομης, υπαίτιας και αξιόποινης συμπεριφοράς του εναγομένου, κλονίστηκε η ψυχική υγεία και ισορροπία της πρώτης ενάγουσας, η οποία (πρώτη ενάγουσα), όταν λάμβαναν χώρα σε βάρος της οι ανωτέρω ασελγείς πράξεις του εναγομένου, ήταν ακόμη ανήλικη με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ομαλή εξέλιξη του φύλου της και να δημιουργηθούν στην ψυχοσύνθεσή της στρεβλώσεις και εσφαλμένες εντυπώσεις ως προς την υγιή και ομαλή ερωτική ζωή, όπως επί παραδείγματι ότι η ερωτική πράξη είναι δυνατόν να συνοδεύεται από την παροχή ανταλλαγμάτων, αναγκάστηκε δε, λόγω της μυστικότητας και συνωμοτικότητας που συνοδεύουν τέτοιου είδους περιστατικά, να αποτραβηχτεί από τον περίγυρό της και να αποξενωθεί από την οικογένειά της. Προς αποκατάσταση της διαταραγμένης ψυχοσυναισθηματικής της ισορροπίας, η πρώτη ενάγουσα κατέφυγε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης (Κέντρο Κοινωνικής Στήριξης Φοίνικα), όπου και παρακολουθείτο από ειδικούς ψυχολόγους κατά το χρονικό διάστημα από 26-07-2006 έως 20-11-2006 (βλ. υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 393/20-11-2006 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη βεβαίωση της Διευθύντριας των Υπηρεσιών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης). Περί της ηθικής βλάβης και της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη η πρώτη ενάγουσα, λόγω της εξακολουθητικής, σε βάρος της, τέλεσης ασελγών πράξεων εκ μέρους του εναγομένου, κατέθεσε σαφώς και κατηγορηματικώς και η μάρτυρας, Α. Τ. του Σ., θεία της πρώτης ενάγουσας (αδελφή της μητέρας της), η οποία ως πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της τελευταίας είχε ιδία αντίληψη περί της διαταραγμένης ψυχικής υγείας αυτής. Συνακολούθως, κρίνεται απορριπτέο το δια των προτάσεων υποβληθέν αίτημα του εναγομένου περί διενέργειας ψυχικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί, μέσω ειδικών ψυχομετρικών τεστ, ο ψυχικός τραυματισμός της πρώτης ενάγουσας, καθόσον αυτός αποδεικνύεται πλήρως τόσο από την ως άνω βεβαίωση του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης όσο και από την μαρτυρική κατάθεση της Α. Τ. του Σ., αλλά επιπροσθέτως και από τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), λαμβανομένης, ιδίως, υπόψη της ανηλικότητας της πρώτης ενάγουσας κατά το χρόνο τελέσεως των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων. Επίσης απορριπτέο, κρίνεται και το δια των προτάσεων υποβληθέν αίτημα του εναγομένου περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι την έκδοση αμετάκλητων αποφάσεων επί των εφέσεων που άσκησε κατά των παραπάνω καταδικαστικών σε βάρος του ποινικών αποφάσεων, καθόσον πέραν του ότι η ανωτέρω διάταξη δε θεσμοθετεί υποχρέωση αλλά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 680/1994, Δ/ΝΗ 1995, 1104, ΕφΠατρ 838/1996, Δ 1997, 767, Ν. Νίκα, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ, τ.II, Η τακτική διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, έκδοση 2005, σελ. 314), τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κρίνονται επαρκή και πρόσφορα για να μορφώσει το παρόν Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση ώστε να αχθεί σε ασφαλή και πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση. Περαιτέρω, ως προς την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω της επενεχθείσας ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη την ανηλικότητα της πρώτης ενάγουσας κατά το χρόνο τέλεσης των προπεριγραφεισών αξιόποινων πράξεων, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος αλλά και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών, κρίνει ως εύλογο το ποσό των 40.000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή της πρώτης ενάγουσας να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Ως προς το αίτημα περί κήρυξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει των όσων εκτίθενται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και αποδείχτηκαν από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, συντρέχουν οι εξαιρετικοί λόγοι του άρθρου 908 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό, για το ποσό των 15.000 ευρώ. Αναφορικά με το αίτημα περί προσωπικής κρατήσεως του εναγομένου, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξεως και τις συνέπειές της, το πταίσμα του εναγομένου, τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις συντρέχουσες περιστάσεις, κρίνει ότι το μέσο αυτό είναι επιβεβλημένο για να συμμορφωθεί ο εναγόμενος προς τις επιταγές της απόφασης και συνακολούθως πρέπει να γίνει δεκτό, ορίζοντας τη διάρκεια αυτής σε ένα (1) έτος. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, σε σχέση με τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η αγωγή, πρέπει να συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ αυτών και του εναγόμενου για το λόγο ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που σχετικά εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), ενώ, αντίθετα, σε σχέση με την πρώτη ενάγουσα, ως προς την οποία η αγωγή έγινε μερικά δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να πληρώσει τμήμα των δικαστικών εξόδων της συγκεκριμένης διαδίκου, ανάλογα με την έκταση της ήττας του, σε αποδοχή του νομότυπου αιτήματός της (άρθρα 178,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή σε σχέση με το δεύτερο και τρίτη των εναγόντων.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, μεταξύ αυτών και του εναγόμενου, τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή σε σχέση με την πρώτη ενάγουσα.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη για το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ την προσωπική κράτηση του εναγόμενου διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της αποφάσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της πρώτης ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων πενήντα (1.750) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στις 8 Μαρτίου 2011 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στη Θεσσαλονίκη, στις 21 Μαρτίου 2011, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ