Έτος
2007
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Μηνυτήρια αναφορά.

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Βλάχου, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Συμέλα Καρακασίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2007 για να δικάσει τις αγωγές με αριθμούς καταθέσεως 6460/17-2-2005, 10632/30-3-2004 και την παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό καταθέσεως 47355/23-11-2005 με αντικείμενο καταβολή αποζημίωσης, μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ (α΄αγωγής): 1) Π. Δ. του Ν. και 2) Β. συζ. Π. Δ., το γένος Θ. Τ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους Ν. Δ. του Π., κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεώνης Σγουράκη - Παπασπυροπούλου (Α.Μ. 3277), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ (α΄αγωγής): 1) Γ. Δ. του Π., κατοίκου Κ. Θ., 2) Λ. Π. του Β. και 3) Γ. Π. του Β., κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν ο πρώτος μετά και οι λοιποί διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ν. Σταυρίδη (Α.Μ. 3486), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ (β΄αγωγής): Γ. Δ. του Π., κατοίκου Κ. Θ., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μ. Μόσχου - Νικολαϊδου (Α.Μ. 1772), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ (β΄αγωγής): Π. Δ. του Ν. , κατοίκου Θ., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεώνης Σγουράκη - Παπασπυροπούλου (Α.Μ. 3277), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Λ. Π. και 2) Γ. Π. του Π., κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ν. Σταυρίδη (Α.Μ. 3486), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Γ. Δ. του Π., κατοίκου Κ. Θ., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μ. Μόσχου - Νικολαϊδου (Α.Μ. 1772), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20-7-2004 (αριθ. καταθ. 6460/17-2-2005) αγωγή τους οι ενάγοντες, οι οποίοι ενεργούν ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους Ν. Δ., εκθέτουν ότι την 1-6-2003 στον επί της διασταύρωσης των οδών Κ. Β. και Π. Σ. της Θεσσαλονίκης ευρισκόμενο παιδότοπο «FUN P.», ιδιοκτησίας των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, όπου είχαν μεταβεί με τον ανωτέρω υιό τους, ηλικίας τότε 9 ετών, ως προσκεκλημένοι σε παιδικό πάρτυ που θα λάμβανε χώρα εκεί, και κατά τη διάρκεια αυτού, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε προσληφθεί από τους λοιπούς εναγομένους ως παιδοψυχαγωγός, για διασκέδαση των παιδιών που θα συμμετείχαν στο πάρτυ, την ώρα που αυτό ήταν σε εξέλιξη και οι ίδιοι κάθονταν σε χώρο που προορίζονταν για τους γονείς και απ' όπου δεν είχαν οπτική επαφή με τα παιδιά, έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι του ανηλίκου και θωπεύοντας τα γεννητικά του όργανα, με σκοπό την ικανοποίηση της δικής του γενετήσιας ορμής του, προκάλεσε αναστροφή της πόσθης του πέους του ανηλίκου, με συνέπεια το παιδί να αισθάνεται αφόρητους πόνους και να μην μπορεί να ουρήσει. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ενώ αρχικά αρνήθηκε το γεγονός, την επόμενη ημέρα όταν οι ίδιοι κατήγγειλαν το περιστατικό στο Α΄ Τμήμα Ασφαλείας Θεσ/νίκης, όπου κλήθηκε και αυτός, ομολόγησε την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρος του ανηλίκου υιού τους, δεν προέβησαν όμως σε καταμήνυσή του αφενός λόγω των σχετικών παρακλήσεών του, αφετέρου προκειμένου να αποφύγουν περαιτέρω ψυχολογική επιβάρυνση του παιδιού τους. Ότι περίπου δέκα μήνες μετά ο πρώτος εναγόμενος κοινοποίησε στον πρώτο αυτών την παρακάτω αναφερόμενη αγωγή με την οποία του ζητούσε αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης από τη δυσφήμιση του ονόματός του και την απώλεια εισοδημάτων του, καθώς επίσης και τη δημόσια συγγνώμη του με σχετική δημοσίευση σε δύο εφημερίδες, μία τοπικής και μία πανελλήνιας εμβέλειας, μετά δε την κοινοποίηση της εν λόγω αγωγής, προέβησαν στην κατάθεση εναντίον του μηνυτήριας αναφοράς για τις πράξεις της αποπλάνησης παιδιού με κακουργηματικό χαρακτήρα, της καταχρήσεως ανηλίκου σε ασέλγεια και της ασέλγειας παρά φύση. Ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου έχει πληγεί η προσωπικότητα του ανηλίκου υιού τους Ν. , του οποίου έκτοτε διαταράχθηκε η ψυχική ισορροπία και ο οποίος δεν έχει ξεπεράσει μέχρι σήμερα το φόβο και την ανησυχία που του προκάλεσε το γεγονός. Ζητούν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο πρώτος λόγω της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, οι δε λοιποί ως προστήσαντες τον πρώτο στην υπηρεσία τους, να τους καταβάλουν για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Ν. , ο πρώτος και με προσωπική του κράτηση λόγω της αδικοπραξίας του, το ποσό των 44.000 ευρώ, νομιμοτόκως για τους δύο πρώτους αυτών από την επίδοση της υπ' αριθ. καταθ. 25429/26-7-2004 ομοίας αγωγής τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, για δε τον τρίτο από την επίδοση της τελευταίας, άλλως από την επίδοση αυτής και για τους τρεις εναγομένους, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 14§2, 22 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 922, 932, 299, 340, 345, 346 ΑΚ, 907, 908§1δ΄, 1047§1 και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για το παραδεκτό αυτής το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα υπ' αριθμ. 5392588/18-9-2006 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Β΄ Θεσσαλονίκης και 6904987/18-9-2006 γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε.).

Ο πρώτος των εναγομένων με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις του υπέβαλε το αίτημα της αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρ. 250 ΚΠολΔ, μέχρι περατώσεως της ποινικής δίκης που εκκρεμεί σε βάρος του ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Γιαννιτσών μετά την κατά τα ανωτέρω καταμήνυσή του από τους γονείς του ανηλίκου, το οποίο όμως πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον η αναβολή κατά την προαναφερόμενη διάταξη είναι δυνητική για το Δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από την κρίση του ποινικού δικαστηρίου (ΕφΘεσ 1107/2006 Αρμ 2006. 1072, EφΘεσ 1764/2004 Αρμ 2005. 21), στην προκειμένη δε περίπτωση δεν συντρέχει κατά την κρίση του Δικαστηρίου λόγος αναβολής της παρούσας δίκης κατά το άρθρο αυτό. Περαιτέρω, ο πρώτος των εναγομένων αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεώς της από τους ενάγοντες λόγω παρόδου διαστήματος 18 μηνών από το συμβάν για το οποίο ασκήθηκε και της ασκήσεώς της μετά την κοινοποίηση προς αυτούς της δικής του αγωγής και προ της ολοκληρώσεως της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη καθόσον η πάροδος και μόνον μακρού χρόνου χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος (Α.Π. 971/1998 ΕλλΔνη 1999. 278, ΕφΑθ 47/2006 ΕλλΔνη 2006. 910), περαιτέρω δε η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας της προσωπικότητας του ενάγοντος προ της ολοκλήρωσης της παράλληλης ποινικής διαδικασίας, δεν συνιστά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι η προστασία του αγαθού αυτού είναι πρωταρχικής σημασίας, ενώ όπως προεκτέθηκε η μία δίκη είναι ανεξάρτητη από την άλλη και δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος η παράλληλη άσκηση και εξέλιξη και των δύο.

Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων εξάλλου με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους προέβαλαν την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του δευτέρου αυτών, Λ. Π., για το λόγο ότι η επιχείρηση όπου φέρεται ότι έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν ανήκει στον τρίτο αυτών Γ. Π. και μόνον, ενώ ο δεύτερος ουδεμία σχέση έχει με αυτήν και ακολούθως καμία σχέση πρόστησης δεν υπάρχει μεταξύ αυτού και του πρώτου των εναγομένων, Γ. Δ., η οποία πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι η σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να ανακύψει ευκαιριακά για μια μόνο πράξη (ΑΠ 411/2002 ΕλΔ 43,1615), συνεπώς δεν έχει σημασία ο τρόπος προσλήψεως του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψή του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του (ΑΠ 121/2002 ΕλΔ 2002,1614), συνεπώς, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ο δεύτερος εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση αυτής, αποτελεί δε έτερο ζήτημα η απόδειξη της υπάρξεως ή μη πράγματι σχέσεως προστήσεως μεταξύ αυτού και του πρώτου εναγομένου, η οποία σχετίζεται με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και όχι με τη διαδικαστική προϋπόθεση της παθητικής νομιμοποίησης του δευτέρου εναγομένου. Περαιτέρω, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων αρνούνται την αγωγή, ειδικώς δε ως προς την ευθύνη τους για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του υιού των εναγόντων και διότι ισχυρίζονται επικουρικά ότι η ηθική βλάβη προϋποθέτει την ύπαρξη λύπης και πόνου στον παθόντα και ο προστήσας δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος για την πρόκληση αυτών από τη ζημιογόνο ενέργεια του προστηθέντος, ισχυρισμός μη νόμιμος ωστόσο, καθόσον ο προστήσας έχει αντικειμενική ευθύνη προς κάλυψης πάσης ζημίας που προκαλείται στον τρίτο από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, εφόσον η τελευταία βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος (για τις προϋποθέσεις της ευθύνης του προστήσαντος κατ' άρθρ. 922 Α.Κ. βλ. Α.Π. 2006 Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, 1185/2006 ΧΡΙΔ 2006. 888, ειδικώς δε για την εις ολόκληρον μετά του προστηθέντος ευθύνη του προστήσαντος για την καταβολή της επιδικαζομένης κατ' άρθρ. 932 Α.Κ. χρηματικής ικανοποίησης ΕφΠειρ 862/2005 ΔΕΕ 2005. 1196).

Με την υπό κρίση από 1-11-2005 (αριθ. καταθ. 47355/23-11-2005) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή τους οι ενάγοντες αυτής, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων με την παραπάνω κύρια αγωγή, ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, πρώτος των εναγομένων με την ίδια αγωγή, να τους υποστηρίξει με πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση, άλλως σε περίπτωση ήττας τους στην παραπάνω κύρια αγωγή να υποχρεωθεί να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής μετά των τόκων και εξόδων και να καταδικαστεί στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο η παρεμπίπτουσα αγωγή με την προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 16 αριθ. 12, 31§1 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία και είναι όσον αφορά μεν την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι ο προσεπικαλούμενος Γ. Δ. είναι ήδη διάδικος στη δίκη στην οποία καλείται να παρέμβει, καθόσον είναι και αυτός εναγόμενος με την ανωτέρω πρώτη κύρια αγωγή, συνεπώς δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου, η οποία απαιτείται από τις διατάξεις που προβλέπουν και ρυθμίζουν το θεσμό της προσεπίκλησης (άρθρ. 86 - 88 ΚΠολΔ) αλλά και της πρόσθετης παρέμβασης, την οποία κατ' άρθρ. 80 ΚΠολΔ ασκεί μόνον τρίτο πρόσωπο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, η ίδια τέλος προϋπόθεση απαιτείται και από τη διάταξη του άρθρου 91 ΚΠολΔ για την ανακοίνωση δίκης. Περαιτέρω, η κρινόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 926, 927 Α.Κ., 69§1δ΄ και 176 ΚΠολΔ, και πρέπει ακολούθως να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για το παραδεκτό αυτής το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. τα υπ' αριθμ. 5753114/4-5-2007 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Β΄ Θεσσαλονίκης και 5015226/4-5-2007 γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε.), συνεκδικαζόμενη με την προαναφερθείσα κύρια αγωγή λόγω της μεταξύ τους συνάφειας διότι έτσι επιταχύνεται και διευκολύνεται η δίκη, επέρχεται δε και μείωση εξόδων (άρθρ. 31, 246 ΚΠολΔ).

Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος παρά το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο παραστάθηκε νομότυπα δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μ. Μόσχου-Νικολαΐδου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ωστόσο δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 237 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 7§3 Ν. 2915/2001 και 6§7 Ν. 3043/2002) και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση όμως να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 270§1 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ), να οριστεί δε το παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως εκ μέρους του ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 501, 502§1, 505§2 ΚΠολΔ).

Τέλος, με την υπό κρίση από 15-3-2004 (αριθ. καταθ. 30-3-2004) αγωγή του ο ενάγων - πρώτος των εναγομένων με την προαναφερόμενη κύρια αγωγή, εκθέτει ότι από το Σεπτέμβριο του 2002 εργαζόταν ως παιδοψυχαγωγός στον ευρισκόμενο στη Θεσσαλονίκη και στη συμβολή των οδών Κ. Β. και Π. Σ., παιδότοπο με την επωνυμία «P.», ιδιοκτησίας των Γ. και Λ. Π., και ότι την 1-6-2003, ημέρα κατά την οποία θα ελάμβανε χώρα στον παιδότοπο παιδικό πάρτυ, βρισκόταν εκεί με την ιδιότητά του αυτή, μαζί με άλλες τρεις ψυχαγωγούς και παρουσία και των ανωτέρω εργοδοτών του. Ότι στο πάρτυ προσήλθαν 30-40 παιδάκια μαζί με τους γονείς τους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εννεάχρονος υιός του εναγομένου-δευτέρου των εναγόντων της προναφερόμενης κυρίας αγωγής, με τον οποίο έπαιζε όπως και με τα λοιπά παιδιά που συμμετείχαν στο πάρτυ. Ότι κατά τη λήξη της εκδήλωσης ο ανωτέρω ανήλικος έφυγε κανονικά με τους γονείς του, μισή ώρα αργότερα όμως επέστρεψαν στον παιδότοπο, όπου οι γονείς του κατήγγειλαν τον ίδιο ότι είχε κακοποιήσει σεξουαλικά το παιδί τους. Ότι παρά το ότι ο ίδιος αρνήθηκε διαμαρτυρόμενος το γεγονός αυτό, την άλλη μέρα ο εναγόμενος μετέβη στο Α΄ Τμήμα Ασφαλείας στο Ντεπώ, όπου κατήγγειλε το περιστατικό και όπου κλήθηκε και ο ίδιος προς εξέταση, τελικά όμως ο εναγόμενος και η σύζυγός του αποφάσισαν να μην προχωρήσουν σε καταμήνυσή του και έτσι αφέθηκε ελεύθερος. Ότι μετά την καταγγελία αυτή του εναγομένου και εξαιτίας της εκδιώχθηκε από την εργασία του στον ανωτέρω παιδότοπο και δεν ανανέωσε τη σύμβαση εργασίας του με αυτόν για το διάστημα από το Σεπτέμβριο ιδίου έτους έως και τον Ιούνιο 2004, περαιτέρω δε εκδιώχθηκε για τον ίδιο λόγο και από την κατασκήνωση ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ SUMMER CAMPUS στη Χαλκιδική, όπου είχε συμφωνήσει να εργαστεί το καλοκαίρι του 2003 και όπου είχε ξεκινήσει να εργάζεται αρχικά ως ψυχαγωγός, μουσικός και κοινοτάρχης και εν συνεχεία μόνον ως ψυχαγωγός και έτσι απώλεσε τα εισοδήματα που θα είχε από Ιούλιο έως και το τέλος Αυγούστου 2003 στην παραπάνω κατασκήνωση, ανερχόμενα σε 1000 ευρώ, καθώς επίσης και από την εργασία του στον παιδότοπο για 18 ημέρες και μέχρι τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου εργασίας του στις 30-6-2003 και από το Σεπτέμβριο ιδίου έτους έως και τον Ιούνιο 2004, ανερχόμενα στα ποσά των 373,19 ευρώ και 5.183,2 ευρώ αντιστοίχως, δεδομένου ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του στον παιδότοπο ανέρχονταν σε 518,31 ευρώ. Επίσης εκθέτει ότι από τους κατά τα ανωτέρω δυσφημιστικούς ισχυρισμούς του εναγομένου προσβλήθηκε η προσωπικότητά του και υπέστη μεγάλη στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία. Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.556 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη του και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς επίσης και να του ζητήσει δημοσίως συγγνώμη για την άδικη πράξη που τέλεσε σε βάρος του, με σχετική καταχώρηση σε δύο εφημερίδες, μία τοπικής και μία πανελλήνιας κυκλοφορίας, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 14§2, 22 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932, 297, 298, 299, 346 ΑΚ, 907, 908§1δ΄ και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για το παραδεκτό αυτής το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα υπ' αριθμ. 5753512/2-5-2007 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Β΄ Θεσσαλονίκης και 8973701/2-5-2007 γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε.), συνεκδικαζόμενη με τις προαναφερθείσες, κύρια και παρεμπίπτουσα, αγωγές λόγω της μεταξύ τους συνάφειας διότι έτσι επιταχύνεται και διευκολύνεται η δίκη, επέρχεται δε και μείωση εξόδων (άρθρ. 31, 246 ΚΠολΔ).

Ο εναγόμενος με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του αρνείται την αγωγή ισχυριζόμενος ότι η περιγραφόμενη σε αυτήν συμπεριφορά του δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απώλεια των αιτούμενων από τον ενάγοντα εισοδημάτων, καθόσον από τη μεν κατασκήνωση απελύθη λόγω της ύποπτης συμπεριφοράς που επέδειξε κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του σε αυτή, από το δε παιδότοπο έφυγε μετά την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου 2003, λόγω παρόδου του συμφωνημένου χρόνου της σύμβασης εργασίας του, μετά δε το καλοκαίρι ο ίδιος δεν θέλησε να εργαστεί και πάλι εκεί παρά το ότι οι εργοδότες του ήταν πρόθυμοι να τον επαναπροσλάβουν.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της δεύτερης ενάγουσας της πρώτης εκ των συνεκδικαζομένων αγωγών και των καταθέσεων των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής υπ' αριθμ. 5148/28-11-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία ελήφθη κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. υπ' αριθμ. 1451Β, 1452Β και 1453Β/22-11-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ.), την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα της δεύτερης κυρίας αγωγής υπ' αριθμ. 846/17-2-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία ελήφθη κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του εναγομένου (βλ. υπ' αριθμ. 5553/14-2-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Φιλίππου Ε.), τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από την υπ' αριθμ. 2031/3-5-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, την οποία προσκομίζει με επίκληση ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης κυρίας αγωγής κατ' άρθρ. 270§2 εδαφ. τελευτ. και η οποία είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο επειδή δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι στην προφορική κλήτευση των εναγόντων για να παρασταθούν κατά τη λήψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, που έγινε με δήλωση κατά τη συζήτηση των αγωγών της πληρεξουσίας δικηγόρου του πρώτου εναγομένου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν αναφέρθηκε η συγκεκριμένη ώρα εξέτασης του μάρτυρα (ούτε προκύπτει από την ανάγνωση αυτής ότι παραστάθηκαν κατά τη λήψη της οι ενάγοντες της πρώτης κυρίας αγωγής), συνεπώς η βεβαίωση αυτή θεωρείται ανυπόστατη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη, (βλ. Α.Π. 1709/2005 Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, 1525/2004 ΕλλΔνη 2005. 755), από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο δεύτερος των εναγομένων διατηρεί επιχείρηση αναψυκτηρίου επί της οδού Β. 1 στη Θεσσαλονίκη, με το διακριτικό τίτλο FUN P. ACTION και ο τρίτος αυτών επιχείρηση αναψυκτηρίου-παιδικών δεξιώσεων στη συμβολή των οδών Π. Σ. και Κ. Β. στη Θεσσαλονίκη, με το διακριτικό τίτλο FUN P. Παρά το ότι κάθε μία από τις εν λόγω (όμορες) επιχειρήσεις ανήκει σε έναν μόνο από τους ανωτέρω εναγομένους κατά την παραπάνω διάκριση, ωστόσο οι τελευταίοι έχουν και ασκούν από κοινού και τις δύο επιχειρήσεις, με τις οποίες ασκούνται όμοιες δραστηριότητες και οι οποίες έχουν σχεδόν τον ίδιο διακριτικό τίτλο. Στα πλαίσια άσκησης της ανωτέρω δραστηριότητάς τους, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων προσέλαβαν το Σεπτέμβριο του 2002 τον πρώτο εναγόμενο της πρώτης κύριας αγωγής και ενάγοντα της δεύτερης αυτών, Γ. Δ., προκειμένου να απασχοληθεί ως παιδοψυχαγωγός στον παιδότοπο που διατηρούν στη δεύτερη εκ των ανωτέρω διευθύνσεων, η δε διάρκεια της σύμβασής του ορίστηκε μέχρι και την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου του 2003. Η εργοδοτική σχέση μεταξύ του τελευταίου και των ανωτέρω δύο εναγομένων ομολογείται ουσιαστικά από τον ίδιο το Λ. Π., ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του Γ. Δ., κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, κατέθεσε ότι είναι ιδιοκτήτης της επιχείρησης ΠΛΑΝΕΤ, ότι στο παιδικό πάρτυ που έγινε την 1-6-2003 στην εν λόγω επιχείρηση παρευρισκόταν και ο ίδιος μαζί με άλλα οκτώ άτομα της επιχείρησης και ότι η σύμβαση που είχε με το Γ. Δ. ήταν ορισμένου χρόνου που έληγε την 1η εβδομάδα του Ιουνίου (2003), καθώς επίσης και ότι όταν ο τελευταίος επέστρεψε στις αρχές Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους ο ίδιος δεν είχε πρόβλημα να τον ξαναπροσλάβει, εκείνος όμως δεν ήθελε να εργαστεί ξανά εκεί (βλ. από 16-11-2004 κατάθεση Λ. Π.). Ομοίως και η εργαζόμενη ως σερβιτόρα στον ίδιο παιδότοπο Α. Σ., κατά την ένορκη εξέτασή της ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ιδίας ως άνω ποινικής διαδικασίας, κατέθεσε ότι ο Λ. Π. ήταν υπεύθυνος της επιχείρησης, στον οποίο διαμαρτυρήθηκαν κατά τη λήξη του παιδικού πάρτυ οι γονείς του ανηλίκου για το παρακάτω αναφερόμενο περιστατικό (βλ. από 3-11-2004 κατάθεση Α. Σ.). Ο Γ. Δ. εξάλλου, τόσο στο από 12-10-2004 σημείωμα που κατέθεσε στον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης όσο και στο από 7-10-2005 απολογητικό του υπόμνημα προς τον Ανακριτή του Α΄ Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, αναφέρει ότι από το Σεπτέμβριο του 2002 παρείχε τις υπηρεσίες του ως παιδοψυχαγωγός στον παιδότοπο με την επωνυμία "FUN P.", ιδιοκτησίας των Γ. και Λ. Π., υπό τις οδηγίες και εποπτεία των οποίων εργαζόταν, τα ίδια δε επαναλαμβάνει και στο ιστορικό της κρινόμενης αγωγής του. Τέλος οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων της πρώτης και παρεμπιπτόντως ενάγοντες, αρνούμενοι με την κρινόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή τους την ευθύνη τους για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του παρεμπιπτόντως εναγομένου και συνεναγομένου τους με την πρώτη αγωγή, περιορίζονται στην επισήμανση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του και δεν αναφέρουν ως λόγο της απαλλαγής του δευτέρου αυτών (Λ. Π.) την ανυπαρξία σχέσης πρόστησης με τον ανωτέρω. Συνεπώς, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την από κοινού και από τους δύο ως άνω αδελφούς άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όσον αφορά τουλάχιστον τον ανωτέρω παιδότοπο, και την εργοδοτική τους σχέση με το Γ. Δ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 1-6-2003 στον παραπάνω παιδότοπο διοργανώθηκε παιδικό πάρτυ, στο οποίο μετέβη προσκεκλημένος και ο ανήλικος Ν. Δ., συνοδευόμενος από τους γονείς του, ενάγοντες της πρώτης εκ των συνεκδικαζομένων αγωγών. Ο εν λόγω παιδότοπος διαθέτει τραπέζια και εκτός του καταστήματος, από τα οποία δεν υπάρχει άμεση οπτική επαφή με τον χώρο εντός του καταστήματος όπου βρίσκονται τα παιδιά, δεδομένου ότι μεσολαβεί τζαμαρία και τραπέζια εντός του παιδότοπου, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει από το εξωτερικό του καταστήματος οπτική επαφή με το χώρο όπου βρίσκονται τα μπαλάκια, ο οποίος είναι περιφραγμένος και βρίσκεται στο βάθος του καταστήματος, με τον οποίο εξάλλου δεν υπάρχει καλή οπτική επαφή ούτε και από τους καθήμενους στα εντός του καταστήματος ευρισκόμενα τραπέζια. Οι γονείς του ανωτέρω ανηλίκου κάθισαν, λόγω της εποχής, στα εξωτερικά τραπέζια, ενώ ο ανήλικος βρισκόταν στο χώρο εντός του καταστήματος μαζί με τα άλλα παιδιά. Μετά από ώρα και πριν τελειώσει η εκδήλωση, ο ανήλικος έτρεξε στους γονείς του ανήσυχος και ζήτησε επίμονα να φύγει από το πάρτυ, χωρίς να εξηγεί το λόγο. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους ο ανήλικος έτρεξε στην τουαλέτα για να ουρήσει, εκεί όμως άρχισε να φωνάζει ότι πονούσε στο γεννητικό του όργανο και ότι δεν μπορούσε να ουρήσει, όταν δε η μητέρα του πήγε να δει τι συμβαίνει, είδε ότι το πέος του παιδιού είχε μελανιάσει και πονούσε. Αναστατωμένοι οι ενάγοντες επέστρεψαν με το παιδί τους στον παιδότοπο, όπου βρήκαν τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων της πρώτης αγωγής, ενώπιον των οποίων ο ανήλικος είπε ότι «εκείνος με την αλογοουρά», εννοώντας τον πρώτο αυτών, Γ. Δ., τον γαργαλούσε στα γεννητικά του όργανα, και συγκεκριμένα ότι την ώρα που βρισκόταν στο χώρο με τα μπαλάκια, ο τελευταίος είχε βάλει το χέρι του κάτω από το παντελόνι του και τον γαργαλούσε. Απαντώτας ο πρώτος των εναγομένων και ενάγων της δεύτερης κυρίας αγωγής, παραδέχθηκε την πράξη του αυτή και δικαιολογήθηκε ότι το έκανε διότι ήξερε ότι τα παιδιά ευχαριστιούνται όταν κάποιος τα γαργαλάει στην περιοχή αυτή. Ο δεύτερος των εναγομένων εξάλλου ζήτησε να πάει μαζί με τον ανήλικο στις τουαλέτες του καταστήματος για να διαπιστώσει τι είχε συμβεί, οι ενάγοντες όμως αρνήθηκαν καθώς δεν θέλησαν να εκθέσουν τον ανήλικο σε ξένο πρόσωπο, που δεν είχε την ιδιότητα του ιατρού. Αμέσως μετά έφυγαν από τον παιδότοπο και μετέβησαν στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου ο ανήλικος εξετάστηκε από ιατρό της παιδοχειρουργικής κλινικής που διεπίστωσε ότι είχε λάβει χώρα αναστροφή της πόσθης του πέους του και προέβη σε ανάταξη αυτής (βλ. από 29-4-2004 βεβαίωση Ιπποκρατείου Νοσοκομείου), κατόπιν της οποίας ο ανήλικος αποχώρησε με τους γονείς του για την οικία του. Την επόμενη ημέρα οι ενάγοντες μετέβησαν στο Α΄ Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, όπου κατήγγειλαν το γεγονός, εκεί δε κλήθηκε και ο πρώτος των εναγομένων προκειμένου να δώσει εξηγήσεις. Τελικά, οι ενάγοντες γονείς του ανηλίκου δεν υπέβαλαν μήνυση εναντίον του για να αποφύγουν περαιτέρω ταλαιπωρία του υιού τους από τυχόν καταθέσεις του στα αρμόδια όργανα και στο δικαστήριο για το συμβάν και επέστρεψαν στο σπίτι τους χωρίς να δώσουν περαιτέρω έκταση στο περιστατικό, προσηλώνοντας την προσοχή τους στον τρόπο με τον οποίο θα βοηθούσαν το παιδί τους να ξεπεράσει το τραύμα που είχε υποστεί. Η ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου - ενάγοντος αντίστοιχα των δύο κυρίων αγωγών, προκύπτει με σαφήνεια από την εξέταση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της μητέρας του ανήλικου, η οποία το γνωρίζει σε όλες του τις λεπτομέρειες από ιδία αντίληψη, κατάθεση η οποία δεν ανατρέπεται από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, εργαζομένων στις επιχειρήσεις των δύο δευτέρων εναγομένων και απασχολουμένων στο σέρβις κατά τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Ειδικότερα, οι τελευταίες, εξεταζόμενες στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατέθεσαν ότι δεν αντιλήφθηκαν το περιστατικό αυτό ούτε οι ίδιες ούτε και οι λοιπές (πλην του πρώτου εναγομένου) παιδαγωγοί, παρά το ότι είχαν οπτική επαφή με τον πρώτο εναγόμενο. Απασχολούμενες όμως με το σερβίρισμα των προσκεκλημένων, οι οποίοι ανέρχονταν συνολικά στους εκατό περίπου, εκ των οποίων σαράντα παιδιά, και οι περισσότεροι από τους οποίους κάθονταν στα τραπέζια εκτός του καταστήματος, οπωσδήποτε δεν είχαν τη δυνατότητα να έχουν διαρκή οπτική επαφή με τον ανωτέρω, πόσο μάλλον να έχουν την προσοχή τους προσηλωμένη σε αυτόν, ώστε να αντιληφθούν τι συνέβη, δεδομένου επίσης του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο χώρος με τα μπαλάκια, όπου έλαβε χώρα το περιστατικό, είναι περιφραγμένος και βρίσκεται στο βάθος του καταστήματος (βλ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες), ενώ εξάλλου για την πράξη του ανωτέρω δεν απαιτείται ούτε ιδιαίτερος χρόνος, αλλά ούτε και ιδιαίτερη απομόνωση, συνεπώς θα μπορούσε να γίνει χωρίς να την αντιληφθούν οι λοιποί εργαζόμενοι στον ίδιο χώρο, ενόψει και της αναστάτωσης που επικρατεί πάντοτε σε αυτούς τους χώρους και ιδίως σε τέτοιες εκδηλώσεις. Τα ίδια εξάλλου ισχύουν και για την περιεχόμενη στην προσκομιζόμενη από τον πρώτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής ένορκη βεβαίωση της απασχολούμενης ως ψυχαγωγού στον παιδότοπο Σ. Γ., η οποία ομοίως καταθέτει ότι είχε οπτική επαφή με το Γ. Δ. καθόλη τη διάρκεια του πάρτυ και δεν αντιλήφθηκε τίποτα, δεν θα μπορούσε όμως να απασχολεί και να ψυχαγωγεί τα προσκεκλημένα παιδιά και παράλληλα να έχει διαρκή αντίληψη του τι έκανε ο ανωτέρω συνάδελφός της. Περαιτέρω, ενόψει του ότι στον εν λόγω παιδότοπο, από τους γνωστούς στη Θεσσσαλονίκη, διοργανώνεται μεγάλος αριθμός παιδικών πάρτυ, δεν είναι δυνατόν οι εργαζόμενοι σε αυτόν να θυμούνται ιδιαιτέρως καθένα από τα παιδιά που συμμετέχουν σε αυτά, και ακολούθως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της πρώτης εκ των ανωτέρω μαρτύρων, Α. Σ., ως προς το ότι θυμάται ότι ο ανωτέρω ανήλικος ήταν από τα τελευταία παιδιά που έφυγαν από το πάρτυ και ότι δεν φαινόταν να έχει πάθει κάτι όταν έφευγε, καθόσον δεν είχε συμβεί ακόμη τότε οτιδήποτε που να ξεχωρίζει τη περίπτωση του συγκεκριμένου παιδιού. Η κατά τα ανωτέρω κατάθεση της μητέρας του ανηλίκου, εξάλλου, ενισχύεται και από τα λοιπά προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα το πόρισμα της εξέτασης του ανηλίκου από ιατρό του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου, από το οποίο προκύπτει θετικά η ύπαρξη της συγκεκριμένης βλάβης στο μόριο του παιδιού, καθώς επίσης και τις εκθέσεις των δύο παιδοψυχιάτρων, πραγματογνώμονα και τεχνικού συμβούλου, που εξέτασαν τον ανήλικο στα πλαίσια της προαναφερόμενης ποινικής διαδικασίας (από 7-9-2005 και από 27-9-2005 εκθέσεις των παιδοψυχιάτρων Ι. Κ. και Τ. Σ. αντίστοιχα), με τις οποίες σκιαγραφείται η προσωπικότητα του ανήλικου Ν. ως εντελώς φυσιολογική, με καλό έλεγχο της πραγματικότητας, χωρίς στοιχεία ψυχοπαθολογίας, ενώ σύμφωνα και με τους δύο παιδοψυχιάτρους, η μαρτυρία αυτού κρίνεται αξιόπιστη και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, συνεπώς ο Γ. Δ. υπεδείχθη από τον ανήλικο ως υπαίτιος της κακοποίησής του διότι πράγματι ήταν και όχι λόγω της συνδρομής οποιουδήποτε ψυχοπαθολογικού στοιχείου στο πρόσωπο αυτού (ανηλίκου). Ενισχυτική των ανωτέρω είναι και η προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής ένορκη βεβαίωση του Διευθυντή των παιδικών κατασκηνώσεων «Μ.» Κ. Φ., σχετικά με την απασχόληση του πρώτου εναγομένου στις εν λόγω κατασκηνώσεις μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας του με τον παιδότοπο, από την οποία προκύπτει ότι αυτός επεδίωξε τη θερινή απασχόλησή του κατά το έτος 2003 στις παιδικές κατασκηνώσεις «Μ.», όπου πράγματι προσελήφθη ως D.J., μετά από σχετική δεύτερη κατά σειρά υποβληθείσα αίτησή του, καθόσον η πρώτη, με την οποία ζητούσε να προσληφθεί ως κοινοτάρχης των κατασκηνώσεων δεν έγινε δεκτή από τον ανωτέρω διευθυντή αυτών, όμως μετά από ολιγοήμερη απασχόλησή του εκεί απελύθη (εντός του μήνα Ιουνίου 2003) λόγω της περίεργης συμπεριφοράς που επέδειξε κατά την εργασία του και συγκεκριμένα διότι κατελήφθη να έχει αγκαλιά ένα μικρό αγόρι ηλικίας 8 ετών, χωρίς κάτι τέτοιο να δικαιολογείται από τα καθήκοντά του και ενώ του έγιναν σχετικές συστάσεις ώστε να μην επαναληφθεί το γεγονός, λίγες ημέρες μετά παραβρέθηκε στην πισίνα της κατασκηνώσεως, όπου κατελήφθη να ντύνει αγόρια της ίδιας ηλικίας και να τους φορά σωσίβια παρά τη ρητή απαγόρευση από τη διεύθυνση των κατασκηνώσεων για τις συγκεκριμένες ενασχολήσεις του με τα παιδιά, κατόπιν δε όλων των ανωτέρω απομακρύνθηκε από την εργασία του εντός του Ιουνίου 2003, προτού δηλαδή συμπληρώσει ένα μήνα απασχόλησης στις κατασκηνώσεις. Δέκα περίπου μήνες μετά το επίδικο περιστατικό ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής άσκησε εναντίον του ενάγοντος πατέρα του ανηλίκου τη δεύτερη εκ των συνεκδικαζομένων κυρίων αγωγών αιτούμενος διαφυγόντα κέρδη, καθώς και τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω των φερομένων ως ψευδών καταγγελιών του τελευταίου για την κακοποίηση εκ μέρους του τού ανηλίκου τέκνου του. Μετά την κοινοποίηση της αγωγής αυτής οι γονείς του ανηλίκου υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 11-6-2004 έγκλησή τους σε βάρος του ανωτέρω, η οποία αρχικά απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 115/2004 Διάταξη του ως άνω Εισαγγελέα, λόγω μη υπάρξεως κατά την κρίση του επαρκών ενδείξεων για την κίνηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλουμένου. Κατά της Διάταξης αυτής οι εγκαλούντες άσκησαν προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 30/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και διατάχθηκε η κίνηση της ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος - πρώτου εναγομένου της πρώτης και ενάγοντος της δεύτερης των συνεκδικαζομένων αγωγών. Κατόπιν αυτού ασκήθηκε σε βάρος του τελευταίου ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού, μετά δε τη διενέργεια ανάκρισης, ο ανωτέρω παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ. 4/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να δικαστεί ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα αυτού, ήδη δε παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Γιαννιτσών.

Από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του Γ. Δ., στην οποία αυτός προέβη αποκλειστικά προς το σκοπό διέγερσης της γενετήσιας ορμής του, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του στο συγκεκριμένο χώρο ως παιδοψυχαγωγού, λόγω της οποίας οι γονείς των παιδιών που επισκέπτονται τον παιδότοπο του εμπιστεύονται όχι απλώς τη φύλαξη αλλά και την διασκέδαση αυτών, διαταράχθηκε η ψυχική ισορροπία του ανηλίκου Ν. Δ., ο οποίος υπέστη σημαντικό πλήγμα στην αγνότητά του, από δε την ημέρα που συνέβη το επίδικο περιστατικό ο ανωτέρω ανήλικος απέκτησε φοβία και επιφυλακτικότητα με άτομα της ηλικίας του πρώτου εναγομένου και αρνείται επίμονα να συμμετέχει σε παιδικά πάρτυ που διοργανώνονται σε παιδοτόπους, ενώ είναι πιθανό το ανωτέρω περιστατικό να επηρεάσει περαιτέρω την ομαλή ψυχοπνευματική και κοινωνική του εξέλιξη. Αφού λοιπόν ληφθούν υπόψη το νεαρό της ηλικίας του ανηλίκου όταν συνέβη το περιστατικό (9 ετών), το είδος της προσβολής και η βαρύτητα της βλάβης που υπέστη, σχετιζόμενες με τη γενετήσια ελευθερία και αξιοπρέπεια του ατόμου, και που αποτελούν και ποινικώς κολάσιμες πράξεις, οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε το αδίκημα, ήτοι με εκμετάλλευση από τον ανωτέρω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, της περίστασης της παιδικής εκδήλωσης και της αναστάτωσης που επικρατούσε λόγω του συνωστισμού πολλών ατόμων, καθώς επίσης και οι προαναφερόμενες συνέπειες της πράξης του στον ψυχικό κόσμο του ανηλίκου αλλά και στην περαιτέρω ηθική και κοινωνική του εξέλιξη, πρέπει να επιδικαστεί στον ανήλικο ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του Γ. Δ. το αιτούμενο με την πρώτη εκ των συνεκδικαζομένων αγωγών για λογαριασμό του από τους ενάγοντες γονείς του ποσό των 44.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο ενόψει όλων των ανωτέρω στοιχείων. Εις ολόκληρον υπεύθυνοι εξάλλου μαζί με τον πρώτο εναγόμενο για την καταβολή του ανωτέρω ποσού στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής είναι και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων με αυτή, λόγω της σχέσεως προστήσεως που αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου, όπως αναλυτικά εκτέθηκε πιο πάνω, συνεπεία της οποίας ευθύνονται για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τελαυταίου προστηθέντος από αυτούς στην υπηρεσία τους, η οποία (συμπεριφορά) βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση των υπηρεσιών του παιδοψυχαγωγού που του ανέθεσαν και η οποία συνεπώς δεν θα λάμβανε χώρα αν δεν υπήρχε η σχέση προστήσεως.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απώλεια των παραπάνω εργασιών από τον ενάγοντα της δεύτερης των κυρίων αγωγών δεν οφειλόταν στις (αληθείς) σε βάρος του καταγγελίες του πατέρα του ανηλίκου, εναγομένου με την αγωγή αυτή, σχετικά με την εκ μέρους του πρώτου κακοποίηση του ανηλίκου, καθόσον, σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναλυτικά εκτέθηκαν, ο Γ. Δ. από τον μεν παιδότοπο έφυγε λόγω λήξης της σύμβασης εργασίας του και ενώ στη συνέχεια οι εργοδότες του ήταν πρόθυμοι να τον επαναπροσλάβουν το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, εκείνος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε πλέον να εργαστεί εκεί λόγω των όσων είχαν συμβεί (βλ. παραπάνω εξέταση Λ. Π. ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης), από τις δε προαναφερόμενες παιδικές κατασκηνώσεις απελύθη λόγω της κατά τα ανωτέρω μεμπτής συμπεριφοράς του κατά την διάρκεια των λίγων ημερών απασχόλησής του σε αυτές (βλ. προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση Διευθυντή κατασκηνώσεων), δεν προέκυψε δε κάτι διαφορετικό ούτε από την κατάθεση στο ακροατήριο της προαναφερόμενης μάρτυρος, εργαζομένης στον παιδότοπο, Α. Σ., αλλά ούτε και από οποιοδήποτε άλλο από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα της δεύτερης κυρία αγωγής αυτής στοιχεία.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει η πρώτη εκ των συνεκδικαζομένων αγωγών να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με αυτή να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στους ενάγοντες αυτής για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Ν. Δ., το ποσό των 44.000 ευρώ, νομιμοτόκως για μεν τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων από την επομένη της 30-7-2004, ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς της προηγουμένης υπ' αριθμ. καταθ. 25429/26-7-2004 ομοίας αγωγής των εναγόντων κατ' αυτών, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την κρινόμενη αγωγή, διατηρουμένων των συνεπειών της όχλησης από την ημερομηνία αυτή, για δε τον τρίτο εναγόμενο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, να απαγγελθεί δε εναντίον του πρώτου εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας πέντε μηνών ως μέσο εκτέλεσης της παρούσας, λόγω της αδικοπραξίας του. Ως προς το αίτημα για προσωρινή εκτελεστότητα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως προς το ποσό των 15.000 ευρώ, καθόσον η καθυστέρηση στην εκτέλεση ως προς το ποσό αυτό μπορεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου να προκαλέσει σημαντική ζημία στους ενάγοντες. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων της αγωγής αυτής θα επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων κατά το λόγο της ήττας τους (άρθρ. 178§1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Επίσης πρέπει η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να καταβάλει στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό αυτοί υποχρεωθούν να καταβάλουν στους γονείς του ανηλίκου, ενάγοντες της ανωτέρω κυρίας αγωγής δυνάμει της παρούσας απόφασης, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, νομιμοτόκως από την καταβολή του σε αυτούς. Τα δικαστικά έξοδα των παρεμπιπτόντως εναγόντων θα επιβληθούν στο σύνολό τους σε βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Τέλος, πρέπει η δεύτερη εκ των συνεκδικαζομένων κυρίων αγωγών να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του παρεμπιπτόντως εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 20-7-2004 (υπ' αριθμ. καταθ. 6460/2005) και από 15-3-2004 (υπ' αριθμ. καταθ. 10632/2004) κύριες και την από 1-11-2005 (υπ' αριθμ. καταθ. 47355/2005) παρεμπίπτουσα αγωγές.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20-7-2004 κύρια αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ του εναγομένους της ανωτέρω αγωγής να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στους ενάγοντες αυτής για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Ν. Δ. το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων (44.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 30-7-2004 μέχρι την εξόφληση για τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και από την επίδοση της ανωτέρω αγωγής μέχρι την εξόφληση για τον τρίτο εναγόμενο.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ σε βάρος του πρώτου εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας πέντε (5) μηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την παρεμπίπτουσα αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο να καταβάλει στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό αυτοί υποχρεωθούν να καταβάλουν στους ενάγοντες της από 20-7-2004 κυρίας αγωγής δυνάμει της παρούσας απόφασης, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου τα δικαστικά έξοδα των παρεμπιπτόντως εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-3-2004 κύρια αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του ενάγοντος αυτής τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου με αυτήν, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στη θεσσαλονίκη, στις 31 Αυγούστου 2007.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ