Έτος
1992
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Άλλες διατάξεις/ νόμοι που επηρεάζονται
385 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός. Χρήση βιντεοταινίας για εκβίαση του θύματος.

 

Η εισαγγελική πρόταση, που έγινε δεκτή από το Συμβούλιο, έχει ως εξής:

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθ.164/1992 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης τους Θ.Α. και Χ.Μ., κατοίκους Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθούν αυτοί ως υπαίτιοι αποπείρας εκβιάσεως κατά συναυτουργία κάτω από περιστάσεις που μαρτυρούν δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτούς στη Θεσσαλονίκη κατά την 6.11.1991, σε βάρος του Γ.Π. Κατά του βουλεύματος αυτού παραπονούνται ήδη οι κατηγορούμενοι, με τις υπ' αριθμ. 14 και 15/26.2.1992 αντίστοιχα εφέσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν από τον συνήγορό τους Α.Κ.,κατόπιν των συνημμένων ειδικών πληρεξουσίων προς αυτόν (άρθρ. 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως προστέθηκαν με το άρθρο 4 ν. 1653/86,ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικού υλικού, που από την προανάκριση και κύρια ανάκριση προέκυψε, αποφάνθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες περί της ενοχής τους ενδείξεις για την παραπάνω αξιόποινη πράξη που παραπέμπονται στο ακροατήριο και στη συνέχεια παρέπεμψε αυτούς στο αρμόδιο Δικαστήριο, για να δικασθούν γι' αυτήν, ενώ αν σωστά τις αποδείξεις εκτιμούσε, έπρεπε να αποφανθεί για το αντίθετο και να απαλλάξει αυτούς από κάθε κατηγορία. Τις εφέσεις αυτές, με τη σχετική δικογραφία, εισάγω ήδη υπό την κρίση σας, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 13 ν. 1756/1988 και άρθρα 4 και 13 ν. 1756/1988 και άρθρα 317 παρ. 1 και 481 παρ. 1 ΚΠΔ και εκθέτω τα ακόλουθα: Eπειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 478 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει με σαφήνεια ότι το ένδικο μέσον της εφέσεως επιτρέπεται στον κατηγορούμενο κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που παραπέμπει αυτόν στο δικαστήριο για κακούργημα ή πλημμέλημα, κατά του οποίου ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους. Συνεπώς οι κρινόμενες εφέσεις, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχουν σαφώς και τους λόγους των εφέσεων, στρέφονται δε κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος, που παραπέμπει αυτούς στο Δικαστήριο για κακούργημα, είναι τυπικά δεκτές και σαν τέτοιες πρέπει να εξετασθούν στη συνέχεια κατ' ουσίαν. Επειδή από την προανάκριση που ενεργήθηκε και την κύρια ανάκριση που επακολούθησε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, καθώς και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, προέκυψαν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Κατά τις βραδυνές ώρες της 30ής Οκτωβρίοιυ 1991 οι παραπάνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, οι οποίοι γεννήθηκαν ο πρώτος το έτος 1968, ο δε δεύτερος την 1.1.1974 γνωρίσθηκαν με τον εγκαλούντα Γ.Π., καθώς και με τον φίλο του Χ.Π. Η γνωριμία αυτή έφερε και άλλες συναντήσεις τις επόμενες ημέρες, οπότε στο διάστημα αυτό κατέληξαν στο συμπέρασμα οι κατηγορούμενοι ότι μπορούσαν να προέλθουν σε παρά φύσηασέλγεια με τον εγκαλούντα, διότι διαπίστωσαν ότι είχε ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές τάσεις. Τότε φαίνεται να συναποφασίουν να αποκομίσουν και παράνομο περιουσιακό όφελος από τη σχέση αυτή. Δεν αποκλείεται δε και από την αρχή να επιδίωκαν μια γνωριμία με ένα τέτοιο πρόσωπο. Ετσι κατέστρωσαν σχέδιο για τη δράση καθενός προς υλοποίηση του προαναφερθέντος σκοπού τους.Κατόπιν τούτου, κατά την 6η Νοεμβρίου 1991 και περί ώραν 23.30 ο πρώτος κατηγορούμενος οδήγησε τον ανωτέρω εγκαλούντα στη γκαρσονιέρα του επί της ενταύθα οδού Α. Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον εγκαλούντα, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος απουσίαζε από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ανύποπτος όπως ήταν ο εγκαλών, δέχθηκε να ενεργήσει επ' αυτού ο πρώτος κατηγορούμενος παρά φύση ασελγείς πράξεις. Στο χρονικό διάστημα που πραγματοποιούνταν οι ασελγείς αυτές πράξεις ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν κρυμμένος πίσω από το μπάρ του δωματίου, όπως είχαν συναποφασίσει, με βιντεοκάμερα βιοντεοσκόπησε όλες τις παρά φύση ασελγείς πράξεις μεταξύ των ανωτέρω προσώπων. Στη συνέχεια εξήλθε από τον κρυψώνα του και ο δεύτερος κατηγορούμενος και αμέσως έθεσαν σε ενέργεια το δεύτερο στάδιο της εγκληματικής τους δραστηριότητος, όπως πάντοτε είχαν προσυνεννοηθεί. Δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος με ένα ψεύτικο πιστόλι, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος με ένα αντικείμενο, που μπορεί να ήταν μαχαίρι ή κτένα, προσπάθησαν με ψυχολογική βία καθώς και με την απειλή ότι θα αποκαλύψουν στους γονείς του εγκαλούντος την προαναφερθείσα σεξουαλική του συμπεριφορά, την οποία, όπως του γνώρισαν, την είχαν πλέον σε βιντεοκασσέτα, καθώς είχαν και συνομιλίες τους σε μαγνητοταινίες ερωτικού περιεχομένου, να εξαναγκάσουν αυτόν σε πράξη. Ειδικότερα να τους παραδώσει ο παραπάνω εγκαλών τις αμέσως προσεχείς ημέρες το χρηματικό ποσόν των 4.000.000 δραχμών, για να αποφύγει την πληροφόρηση των γονέων του επάνω στο θέμα της σεξουαλικής του δραστηριότητος και μάλιστα με αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία,όπως ήταν η βιντεοκασσέτα και οι μαγνητοταινίες. Προ της καταστάσεως αυτής ευρεθείς ο εγκαλών, προσποιήθηκε ότι αποδέχεται ό,τι απαιτούσαν οι κατηγορούμενοι και, με αυτή την πρόφαση,κατόρθωσε και αποχώρησε από το προαναφερθέν διαμέρισμα. Ο εγκαλών όμως, παρόλο τον εκβιασμό που δέχθηκε, είχε τη δύναμη και το ψυχικό σθένος να μεταβεί στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης και να αναφέρει τι ακριβώς είχε συμβεί σε βάρος του εκ μέρους των κατηγορουμένων. Εκεί τον συμβούλευσαν να προφασισθεί ότι δέχεται να τους καταβάλει αρχικώς ένα μέρος εκ του συνολικού ποσού και ειδικότερα 150.000 δραχμές σε χαρτονομίσματα, τα οποία είχαν προηγουμένως προσημειώσει. Ετσι, κατά την 13η Νοεμβρίου 1991 και ώρα 22.15', ο εγκαλών και οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στην καφετέρια του Πύργου του ΟΤΕ και εκεί έδωσε ο εγκαλών σ' αυτούς το αμέσως παραπάνω χρηματικό ποσόν και προς τον προαναφερθέντα πάντοτε σκοπόν. Τότε επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα, τα οποία και ανεύρον στις τσέπες των κατηγορουμένων το ανωτέρω αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Οι κατηγορούμενοι δεν αρνούνται την ανωτέρω εγκληματική τους συμπεριφορά, αφού καταλήφθηκαν επ' αυτοφώρω να λαμβάνουν τα χρήματα και ανευρέθησαν και κατασχέθηκαν τόσον η ανωτέρω αναφερόμενη βιντεοκασσέτα όσον και οι μαγνητοταινίες, αλλά ισχυρίζονται στις εφέσεις τους ότι δεν είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι και επομένως θεμελιώνεται σε βάρος τους απόπειρα εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος. Από τον τρόπον όμως που αναφέρεται παραπάνω ότι κινήθηκαν οι κατηγορούμενοι, τα μέσα τα οποία χρησιμοποίησαν, την ποιότητα και την αιτία που ώθησαν αυτούς στην τέλεση της βαρύτατης παραπάνω εγκληματικής πράξεως,συνάγεται ότι πρόκειται περί προσώπων, ανεξάρτητα από την ηλικία αυτών, για τα οποία πιθανολογείται σφόδρα ότι θα τελέσουν νέα εγκλήματα στο μέλλον και μάλιστα όμοια με το παραπάνω αναφερόμενο. Συνεπώς, πρόκειται περί προσώπων ιδιαιτέρως επικινδύνων και επομένως με τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστικά θεμελιώνεται σε βάρος τούτων αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το έγκλημα της αποπείρας εκβιάσεως κατά συναυτουργία, τελεσθείσα κάτγω από περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι ανωτέρω δράστες είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι. Συνιστούν δε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αποχρώσες ενδείξεις περί της ενοχής τους για την ανωτέρω πράξη και κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, με παραδεκτή αναφορά και στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως,στις οποίες και εμείς κατά τα λοιπά συμπληρωματικώς αναφερόμεθα,εφόσον τα ίδια δέχθηκε, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και υπήγαγε στις ουσιαστικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και σε τίποτα δεν έσφαλε. Κατά συνέπεια, οι λόγοι των εφέσεων περί του αντιθέτου είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και σαν τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.Πρέπει, κατόπιν όλων των ανωτέρω, να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθ' όλες αυτού τις διατάξεις. Εξ άλλου, κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας εκ δραχμών 18.000 εις έκαστον από τους παραπάνω εκκαλούντες - κατηγορουμένους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 582, 583 ΚΠΔ, όπως τώρα ισχύουν σε συνδυασμό με την υπ'αριθ. 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.