Έτος
1997
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός. Η θέληση του θύματος. ‘Εννοια.

 

Η εισαγγελική πρόταση, που έγινε δεκτή από το Συμβούλιο, έχει ως εξής:

Από τη διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα του βιασμού τελείται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, με την οποία εξαναγκάζεται άλλος σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Το υπαλλακτικώς μικτό αυτό έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη (ΑΠ 295/94 ΠοινΧρον ΜΔ' 479, ΑΠ 847/93 ΠοινΧρον ΜΓ' 666). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 339 παρ. 1 στοιχ. γ' σαφώς προκύπτει ότι η αποπλάνηση παιδιού που συμπλήρωσε τα 13 όχι όμως και τα 15 έτη ηλικίας, προβλέπεται και τιμωρείται με φυλάκιση. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται α') αντικειμενικώς ενέργεια οιασδήποτε, από γενετήσια άποψη, ασελγούς πράξεως με πρόσωπο που συμπλήρωσε τα 13 όχι όμως και τα 15 έτη και β') υποκειμενικώς δόλος, που περιέχει τη γνώση ότι το πρόσωπο με το οποίο επιχειρείται η ασελγής πράξη δεν συμπλήρωσε τα 15 έτη και ακριβώς λόγω της ηλικίας του αυτής πρέπει να είναι έξω από κάθε γενετήσια ζωή, εκτός από την έγγαμη. Ασελγής πράξις είναι, πλην άλλων, η κατά φύση συνουσία, η συναφής με αυτήν παρά φύση ασέλγεια ή ψαύση, οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων αποκρύφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός, το φίλημα στο πρόσωπο και τα χείλη και γενικά κάθε πράξη που από γενετήσια άποψη αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας ορμής του δράστη (ΑΠ 547/89 ΠοινΧρον Μ' 401, ΑΠ 1540/87 ΠοινΧρον ΛΗ' 137). Τα παραπάνω εγκλήματα άρθρ. 339 στοιχ. γ' και άρθρ. 336 παρ. 1 ΠΚ συρρέουν μεταξύ τους, η προαναφερθείσα συρροή είναι αληθινή κατ' ιδέα αναγκαστική ετεροειδής, αφού ο μεν βιασμός προσβάλλει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, η δε αποπλάνηση την ανηλικότητα (Μανωλεδάκη, Ποιν. Δίκ., σελ. 169, 176, Η παιδική ηλικία ως αυτοτελές έννομο αγαθό στο ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1984.1105).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά έγγραφα και όλα γενικώς τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την κύρια και τη συμπληρωματική ανάκριση προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 18.8.1995 και ώρα 13.00 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ.Π., οδηγώντας δίκυκλη μοτοσυκλέτα, συνάντησε την ηλικίας 13 ετών και 3 μηνών παθούσα Μ.Ν., άγνωστή του μέχρι τότε, στην οδό Μυκηνών της Θεσσαλονίκης. Της πρότεινε να την πάει βόλτα με τη μοτοσυκλέτα του και αυτή δέχθηκε. Αφού την έβαλε πάνω στη μοτοσυκλέτα, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και οδήγησε την παθούσα σε διάφορα μέρη της πόλης. Σε λίγο η ανήλικη άρχισε να ανησυχεί και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να την ξαναπάει πίσω στο μέρος απ' όπου την πήρε. Ο κατηγορούμενος όμως αντέδρασε βίαια και αφού της έδωσε κάποια κτυπήματα οδήγησε τη μοτοσυκλέτα στο κέντρο της πόλης πλησίον της Αγ. Σοφίας και σε ένα διαμέρισμα που βρίσκεται σε πολυκατοικία της οδού Πρασακάκη. Εκεί, αφού οδήγησε βιαίως την παθούσα μέσα στο διαμέρισμα, την έρριξε πάνω σ' ένα κρεβάτι και άρχισε να τη γδύνει τραβώντας το παντελόνι και τη μπλούζα της. Στις διαμαρτυρίες και τα κλάμματά της απάντησε με νέα κτυπήματα και για να μην ακούγονται οι φωνές και τα κλάμματα έβαλε ένα μαξιλάρι και της πίεζε το πρόσωπο. Έχοντας κάμψει με τον τρόπο αυτό την αντίστασή της, της έβγαλε όλα τα ρούχα, έβγαλε και τα δικά του, φόρεσε ένα προφυλακτικό και έβαλε το εν στύσει πέος του στο αιδοίο της παθούσας. Την είσοδο αυτή η παθούσα παρομοιάζει με "μια μαχαιριά στο κορμί", περιγράφοντας έτσι τον πόνο που αισθάνθηκε λόγω του ότι ήταν και παρθένος μέχρι εκείνη τη στιγμή της διακόρευσης. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, που η παθούσα δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει αν ήταν λίγο ή πολύ, αφού είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, είδε τον κατηγορούμενο Π. να ντύνεται και επιχείρησε και αυτή να μαζέψει τα πράγματά της. Τότε διαπίστωσε ότι στο διαμέρισμα υπήρχε και άλλο άτομο και συγκεκριμένα ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Θ., στον οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος είπε: "Τι έχεις να χάσεις, πήδηξέ την". Ο δεύτερος πράγματι, αφού την κτύπησε κατανικώντας την όποια αντίσταση μπορούσε κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες να προβάλει, της έβαλε και αυτός ένα μαξιλάρι στο πρόσωπο για να μην ακούγονται οι φωνές και τα κλάμματά της και ήλθε κατ' επανάλειψη σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Μετά απ' όλα αυτά, ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε στην παθούσα "τώρα να φύγεις" και την άφησε να βγει από το διαμέρισμα. Η ανήλικη παθούσα βγήκε από το διαμέρισμα και έφυγε, συγκράτησε όμως το όνομα της οδού "Πρασακάκη" και έτσι μπόρεσε να οδηγήσει αργότερα εκεί τη μητέρα της και να εντοπίσουν τον τόπο όπου έλαβαν χώρα οι σε βάρος της πράξης. Η παθούσα στην κατάθεσή της περιγράφει με αφοπλιστική αφέλεια τις οδυνηρές εντυπώσεις που της προκάλεσαν όσα είδε και όσα υπέστη και είναι εξαιρετικά πειστική ότι τα πράγματα συνέβησαν όπως αυτή τα περιγράφει. Από την πλευρά τους οι κατηγορούμενοι, όταν βρέθηκαν αρχικά αντιμέτωποι με τη μητέρα της παθούσας και στη συνέχεια ενώπιον του νόμου, δεν τόλμησαν να αρνηθούν ότι είχαν έλθει σε συνουσία με την παθούσα, ισχυρίσθηκαν όμως ότι αυτό έγινε με τη θέλησή της και μάλιστα με αμοιβή, αφού της έδωσαν από 5.000 δρχ. ο καθένας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αυτό που προκάλεσε την ανάγκη να διαταχθεί με το υπ' αριθμ. 541/97 βούλευμά Σας η διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης, για να εξεταστούν οι μάρτυρες που πρώτοι είδαν την παθούσα μετά τη φυγή της από το διαμέρισμα της οδού Πρασακάκη. Τα πρόσωπα αυτά ήσαν α') ο οικογενειακός γνωστός της Κ.Δ., που συνάντησε την ανήλικη να περιπλανιέται σαν χαμένη στους δρόμους και την οδήγησε στο σπίτι της και β') η Ρ.Σ., στην οποία η παθούσα οδηγήθηκε από τη μητέρα της. Η Σ. μάλιστα, λόγω της ιδιότητάς της ως γιατρού γυναικολόγου, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί κάλλιστα σε ποια κατάσταση, σωματική και ψυχολογική, βρισκόταν η παθούσα. Και οι δύο μάρτυρες λοιπόν αυτοί, στις από 1.7.97 και 7.7.97 καταθέσεις τους, αναφέρουν ότι η παθούσα είχε υποστεί "σοκ", ότι ήταν σαν χαμένη, ότι ήταν δηλαδή όπως ένα ανήλικο παιδί που έχει κτηνωδώς βιασθεί και όχι βέβαια όπως μια γυναίκα που απλώς έχει προηγουμένως κάνει έρωτα με τη θέλησή της και μάλιστα έχει κερδίσει και χρήματα από αυτό, όπως οι κατηγορούμενοι θέλουν να ισχυρίζονται (βλ. τις ένορκες καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων στη δικογραφία).

Ένα άλλο γεγονός πρέπει επίσης ιδιαίτερα να επισημανθεί. Όταν η παθούσα οδηγήθηκε από το μάρτυρα Δ. στη μητέρα της και μετά τους αρχικούς δισταγμούς αποκάλυψε τι πράγματι της είχε συμβεί, η τελευταία αυτή (μητέρα της παθούσας) πήρε μαζί της την κόρη της και κατευθύνθηκε σε αναζήτηση των δραστών, έφτασαν στο διαμέρισμα της οδού Πρασακάκη και ακολούθως στον κατηγορούμενο Π. Τότε η μητέρα χύμηξε πάνω του και τον κτύπησε στο πρόσωπο και ακολούθως τον οδήγησε στην Αστυνομία, όπου αυτός αναγκάστηκε να αποκαλύψει τα στοιχεία και του δεύτερου δράστη. Η συμπεριφορά αυτή της μάρτυρος, απόλυτα φυσική και φυσιολογική αντίδραση της μάνας που βλέπει το ανήλικο παιδί της στην κατάσταση που αυτή είδε το δικό της, ανατρέπει από μόνη της τον ανεπέρειστο ισχυρισμό των κατηγορουμένων, ότι αυτή (μάνα) ζήτησε απ' αυτούς χρήματα για να μην κάνει μήνυση εναντίον τους και καθιστά χωρίς καμία αξία τις αόριστες εικοτολογίες που καταθέτουν οι μάρτυρες υπεράσπισης των κατηγορουμέ-νων, που επιδιώκουν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι κατηγορούμενοι έπεσαν θύματα σκευωρίας και εκβιάζονται μάλιστα να δώσουν χρήματα, άλλοτε 26.000.000 δρχ. και άλλοτε 3.000.000 δρχ. Με βάση όλα τα παραπάνω και την πρόσθετη επιχειρηματολογία την οποία στηρίζουν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τη συμπληρωματική κυρία ανάκριση, έχω τη γνώμη ότι το πρωτόδικο Συμβούλιο, που έκρινε και αποφάνθηκε για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ορθώς έκρινε και ουδόλως έσφαλε. Πρέπει λοιπόν να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα σε όλες του τις διατάξεις και να απορριφθούν οι κρινόμενες εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες