Έτος
1997
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Ασέλγεια μεταξύ αρρένων

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π. Κ. , όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 1419/84, όποιος με σωματική βία ή με απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα του βιασμού πραγματώνεται όταν κάποιος εξαναγκάζει άλλον, άνδρα ή γυναίκα, να υποβληθεί σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης παρά τη θέλησή του ύστερα από χρήση σωματικής βίας απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιωδούς δικαιώματος του παθόντος. Ως εξαναγκασμός νοείται η υποβολή του παθόντος ( ανδρός ή γυναικός ) σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης παρά την θέλησή του ή την αντίστασή του. Σωματική δε βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που εξαναγκάζει κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του την εξώγαμη σαρκική επαφή ή να ανεχθεί την ασελγή πράξη ή να επιχειρήσει την τελευταία, ενώ ψυχολογική βία είναι αυτή που ενέχει απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σωματικό ή άλλου ουσιωδούς δικαιώματος.

Για την θεμελίωση του εγκλήματος δεν αποκλείεται η συνύπαρξη των δύο ανωτέρω τρόπων, ενώ συστατικό του στοιχείο είναι και ο δόλος του δράστη, που συνίσταται στη βούλησή του να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ( βλ. Μανωλεδάκη Γενική Θεωρία του Ποινικού Δικαίου, εκδ. 1978 σελ. 126, Γάφου Ποιν. Δικ. τεύχος Ξ΄ σελ. 13, Α. Π. 1383/95 Υπεράσπιση 1996 σελ. 514, Α. Π. 1277/95 Π. Χρομ. Μ. ΣΤ΄/390, Α. Π. 1010/95 Π. Χρον. Μ. ΣΤ΄/47, Α. Π. 1298/94 Π. Χρον. Μ. Δ΄/1023, Α. Π. 295/94 Π. Χρον. Μ. Δ΄/479, Α. Π. 825/93 Π. Χρον. Μ. Γ΄/657, Α. Π. 847/93 Π. Χρον. Μ. Γ΄/666, Α. Π. 1194/92 Π. Χρον. Μ. Β΄/834, Α. Π. 971/92 Π. Χρον. Μ. Β΄/707, Α. Π. 1056/91 Π. Χρον. Μ. Β΄/27, Συμ. Πλημ. Αγρινίου 39/96 αδημ. ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 339 Π. Κ. όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεώτερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται α) . . . β) . . . γ) αν ο παθών συμπλήρωσε τα 13 έτη, με φυλάκιση. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται α) αντικειμενικώς με ενέργεια ασελγούς πράξεως μετά προσώπου που συμπλήρωσε μεν το 13ο έτος όχι όμως και το 15ο και β) υποκειμενικός δε ο δόλος, συνιστάμενος στη γνώση, ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται η πράξη είναι ηλικίας 13 έως 15 ετών και θέληση του δράστη όπως ενεργήσει μετ' αυτού ασελγή πράξη η οποία κατευθύνεται στη διέγερση ή στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του ( Α. Π. 727/87 Π. Χρον. Λ. Ζ΄/745, Α. Π. 732/87, Π. Χρον 751, Α. Π. 1450/87 Π. Χρον. Λ. Η΄/137, Α. Π. 939/83 Π. Χρον. Λ. Η΄/961, Α. Π. 547/89 Π. Χρον. Μ΄/40, Α. Π. 1056/91 Π. Χρον. Μ. Β΄/26 ). Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 336 και 339 Π. Κ. παρατηρείται ότι μετά την ισχύ του Ν. 1419/84 επήλθε συνένωση των παλαιών άρθρων 336 και 337 Π. Κ. ( βιασμός και εξαναγκασμός σε ασέλγεια αντίστοιχα ) στο νέο άρθρο 336 Π. Κ. όπου στο τελευταίο πλέον υπάγονται μόνο πράξεις που προσβάλλουν σοβαρά το προστατευόμενο έννομο αγαθό, όπως η συνουσία και οι ανάλογης με αυτή βαρύτητας γενετήσιες πράξεις ( βλ. παρατηρήσεις Ν. Παρασκευοπούλου στο βούλευμα υπ' αριθμ. 980/92 του Συμβουλίου Πλημ/κων Θεσ/νίκης Υπέρ. 1993/1353, όπου και παραπομπές στον ίδιο << Η έννοια της ασελγούς ( γενετήσιας ) πράξης, ερμηνεία και κριτική θεώρηση >> Π. Χρον. 1984/346, Α. Ζύγουρα << Η έννοια της ασελγούς πράξης >> Π. Χρον. 1988 σελ. 333, Μ. Αναγνωστόπουλου, << Ασελγείς πράξεις και ασελγείς χειρονομίες >> Π. Χρον. 1988/568 ). Έτσι μετά την ισχύ του Ν. 1419/84 με την οποία επήλθε διαφοροποίηση στο έννομο αγαθό των εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο ΙΘ΄  κεφάλαιο του ποινικού Κώδικα σύμφωνα με την οποία δεν είναι πλέον τα ήθη αλλά η γενετήσια ελευθερία του ατόμου που προσβάλλονται με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 336 και 339 Π. Κ. , οι δε ελαφρότερες μορφές γενετήσιας σωματικής επαφής εντάσσονται στο άρθρο 337 Π. Κ. Οπότε ο κλασικός και πάγιος ορισμός που διέπλασε η νομολογία του Ακυρωτικού μας περί της έννοιας της ασελγούς πράξεως σύμφωνα με τον οποίο νοείται ως τέτοια όχι μόνον η συνουσία αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που ανάγεται στην γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικά μεν προσβάλλεται το κοινό αίσθημα της αοιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας ( βλ. νομολογία όπ. π ) διαφοροποιείται από εκείνον που προσδιόρισε ο νεώτερος νομοθέτης με το Ν. 1419/84 σύμφωνα με τον οποίο ασελγής πράξη είναι αυτή που αντικειμενικά μεν προσβάλλει την προσωπική αξιοπρέπεια και ελευθερία του ατόμου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αιτία δε αυτής της διαφοροποίησης είναι η ετερότητα προσβολής του εννόμου αγαθού από εκείνο των ηθών σε αυτό της γενετήσιας ελευθερίας ως ανωτέρω αναφέρεται. Επομένως οι σοβαρές περιπτώσεις προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας καθώς και η συνουσία εξακολουθούν να εντάσσονται στο πεδίο των άρθρων 336 και 339 Π. Κ. αφού η χρησιμοποίηση με οποιανδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων προς επιτυχίαν ηδονιστικού αποτελέσματος, η παρά φύσηασελγεία, η πεο ( αιδοιο) λειχία, η εκσπερμάτωση εντός του στόματος του ανηλίκου ή επί του πρωκτού ή η πλήρης συνουσία διά συνενώσεως των γεννητικών μορίων όταν γίνονται με σωματική βία ή ψυχολογική τοιαύτη ενωμένη με κίνδυνο ( επικείμενο ) της ζωής ή του σώματος του παθόντος και επέρχεται πλήρης ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του δράστη, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 339 Π. Κ. πρέπει να γνωρίζει επιπροσθέτως ότι ο παθών είναι πρόσωπο κάτω των 15 ετών, πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική αυτών υπόσταση ως ανωτέρω αναφέρονται. Σημειώνεται εδώ ότι μεταξύ των ως άνω εγκλημάτων του βιασμού και της αποπλάνησης υφίσταται αληθινή συρροή και τούτο διότι τα έννομα αγαθά τα οποία προσβάλλονται δεν ταυτίζονται αλλά είναι διαφορετικά. Συγκεκριμένα το έγκλημα του βιασμού προσβάλλει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας ( βλ. Εισηγητική έκθεση Ν. 1419/84 που τροποποιήθηκε το ΙΘ΄ κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα ), ενώ το έγκλημα της αποπλάνησης προσβάλλει την ανηλικότητα ( βλ. Ι Μανωλεδάκη. Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών, 1973, σελ. 99 επ. του ίδιου. Η παιδική ηλικία ως αυτοτελές έννομο αγαθό στο ποινικό δίκαιο ΝοΒ 1984/1105 επ. , Λ. Μαργαρίτη << Η συρροή ανάμεσα στα εγκλήματα του βιασμού και της αποπλάνησης των παιδιών είναι φαινομενική ή αληθινή; >> Αρμ. 1981/175 επ. , του ίδιου: βιασμός και αποπλάνηση, Αρμ. 1981/1072 επ. , του ίδιου: παρατηρήσεις στο Συμβ. Πλημ. Κοζ. 67/85 Αρμ. 1986/240 ). Εκτός όμως από την ανωτέρω άποψη και στη θεωρία και στη νομολογία διατυπώθηκε και το αντίθετο, ότι δηλαδή η συρροή είναι φαινομενική και ο βιασμός απορροφά την αποπλάνηση σύμφωνα με την αρχή της απορροφήσεως ( Χωραφάς Γενικές αρχές του Ποινικού δικαίου, 1966 Τ. Ι. σελ. 343, Κ. Σταμάτης. Η συρροή ποινικών νόμων εν γένει και μη τιμωρητή ή ύστερα πράξις, 1967 σελ. 149, Η. Μιχαηλίδης << Βιασμός και αποπλάνηση, παρατηρήσεις στο υπ' αριθμ. 688/80 Βουλ. Συμβ. Πλημμ. Ιεσ. Αρμ. 34/840 ), άποψη η οποία ωστόσο δεν μας βρίσκει σύμφωνους για το λόγο ότι εάν ήθελε υιοθετηθεί η β΄ περίπτωση το έννομο αγαθό της ανηλικότητας προσώπων κάτω των 15 ετών που προστατεύεται με τη διάταξη του άρθρου 339 Π. Κ. θα έμενε χωρίς ποινική κάλυψη. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 1975/91 << Είσοδος - Έξοδος - παραμονή - εργασία - απέλαση αλλοδαπών κ.λ.π. >>, σύμφωνα με την οποία << πλοίαρχος . . . Και γενικά οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή . . . Διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους ή . . . Τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός ( ! ) έτους και χρηματική ποινή έως ενός εκατομμυρίου δραχμές για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. Μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την μεταφορά προσώπων, κατάσχονται και δεσμεύονται με απόφαση του δικαστηρίου, εκτός αν ο ιδιοκτήτης δεν ήταν αυτουργός ή συμμέτοχος των ανωτέρω πράξεων >>, προκύπτει ότι ως διευκόλυνση εισόδου των ανωτέρω προσώπων η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα νοείται όχι μόνον η παρεχόμενη σε αυτό βοήθεια κατά τη στιγμιαία διέλευσή τους από την οροθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδας με ξένο κράτος, αλλά και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διευκόλυνσης της περαιτέρω χωρίς τις νομικές διατυπώσεις προωθήσεις τους στο ελληνικό έδαφος ( βλ. Α. Π. 275/94 Π. Χρον. Μ. Δ΄/472 ad hoc, Α. Π. 1584/94 Π. Χρον. Δ΄/1372 ad hoc, Α. Π. 1540/94 Π. Χρον. Μ. Δ΄/1273 ).

Από την διενεργηθείσα προανάκριση, την κύρια ανάκριση που περατώθηκε νόμιμα ( άρθρο 270 παρ. 1α΄ , 308 παρ. 6 Κ. Π. Δ. ) και δη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, την απολογία του κατηγορούμενου και τα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Περί ώρα 15.00 της 20ής Δεκεμβρίου 1996 ο κατηγορούμενος Κ. Μ. , συνταξιούχος δικηγόρος, κάτοικος Αμφιλοχίας Αιτ/νίας το υπ' αριθμ. ΙΗ 3210 Ι. Χ. Φ. αυτοκίνητό του έβαινε στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων - Αντιρρίου με προορισμό το Αγρίνιο. Έξω από το χωριό Ρίβιο, που είναι επί της Εθνικής οδού, ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημά του σε σήμα που του έκανε με το χέρι του ο 14χρονος ανήλικος ( γεννήθηκε κατά δήλωσή του στις 8-5-83 ) Π. Μ. , Αλβανός υπήκοος. Του είπε ότι είναι Βορειοηπειρώτης και τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει στο Αγρίνιο όπου διέμεναν και οι γονείς του. Ο κατηγορούμενος ενέδωσε στην παράκληση του ανηλίκου, τον επιβίβασε στο αυτοκίνητό του και στη συνέχισε την πορεία του. Αντί όμως να τον μεταφέρει στο Αγρίνιο, όπως του είχε ζητηθεί, στη θέση ’γιος Στέφανος Παπαδάτων ξηρομέρου, λίγα χιλιόμετρα μετά το Ρίβιο, παρεξέκλινε της πορείας του << δεξιά >> και ακολουθώντας αγροτικό δρόμο σταμάτησε σε αγρόκτημα με ελαιόδεντρα. Εκεί πρότεινε στον ανήλικο να ασελγήσει σε βάρος του ( ανηλίκου ) αντί αμοιβής 5.000 δραχμών. Ο ανήλικος αρνήθηκε, αυτός όμως κατασκεύασε πρόχειρη κρυψώνα με κλαδιά ελαιοδέντρων ώστε να είναι αθέατοι από την εθνική οδό. Στο χώμα άπλωσε ένα χάρτινο κουτί που το βρήκε μέσα σε κοντινό ξηραντήριο καπνών και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, κατέβασε το εσώρουχο του ανηλίκου, καθώς και το δικό του και υποχρέωσε το θύμα να τον θωπεύει στα γεννητικά του όργανα προς γενετήσια διέγερση. Μετά ταύτα τον υποχρέωσε να του κάνει πεολειχία, να δεχθεί να συνουσιασθεί μαζί του, από τον απευθυμένο του πάλι να του κάνει πεολειχία έως ότου εκσπερμάτωσε μέσα σε ένα πλαστικό μπουκάλι που απέρριψε στο αγρόκτημα. Μετά την ικανοποίηση της ερωτικής του επιθυμίας, ενεδύθησαν, επιβιβάσθησαν εκ νέου στο αυτοκίνητο και συνέχισαν την πορεία τους προς το Αγρίνιο. Περί ώραν 16.000 περίπου και ενώ βρισκόταν στο ύψος του χωριού Κυψέλη Ξηρομέρου στάθμευσαν σε σήμα αστυνομικών που διενεργούσαν τροχονομικό έλεγχο. Επειδή διεπιστώθη ότι ο ανήλικος είναι Αλβανός υπήκοος οδηγήθηκαν αμφότεροι στο Τμήμα Ασφαλείας Αγρινίου για τα περαιτέρω. Εκεί ο ανήλικος με την από 20-12-96 έγκλησή του εγκάλεσε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του βιασμού και της αποπλανήσεως παιδός. Στις 22-12-96 ο ανήλικος εξετάστηκε από τον χειρουργό ιατρό Α. Τ. του Νοσοκομείου Αγρινίου για την τυχόν ανεύρεση ιχνών παρά φύση συνουσίας και ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ανήλικος φέρει << ραγάς κατά την 6η ώρα, πιθανώς τραυματικής αιτιολογίας >>. Στις 23-12-96 εξεταζόμενος ο ανήλικος από τον Ανακριτή, επιβεβαίωσε την καταγγελία και περιέγραψε τις εις βάρος του πράξεις. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος συνομολογεί ότι παρέλαβε τον ανήλικο έξω από το Ρίβιο για να τον μεταφέρει στο Αγρίνιο, αρνείται όμως ότι στάθμευσε στη θέση ’γιος Στέφανος και ότι ενήργησε τις παραπάνω πράξεις σε βάρος του ανηλίκου, ισχυριζόμενος πότε ότι είναι θύμα εκβιασμού από τον ανήλικο και πότε ότι είναι θύμα σκευωρίας από τους αστυνομικούς. Τα στοιχεία όμως που συνελέγησαν από την ανάκριση δηλαδή η ανεύρεση ραγάδων στην περιπρωκτική χώρα του ανηλίκου, ο εντοπισμός της πρόχειρης κρυψώνας, η ανεύρεση του χαρτοκιβωτίου οδηγούν στην κρίση ότι αυτός τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις δηλαδή α) του βιασμού β) της αποπλανήσεως παιδός και γ) της διευκολύνσεως μεταφοράς λαθρομετανάστη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μ. Ο. Δ. ( άρθρα 309 παρ. Ι. 313 Κ. Π. Δ. ) και συνεπώς ορθά το προσβαλλόμενο βούλευμα τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μ. Ο. Δ. Μετά ταύτα πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Όσον αφορά το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο προς διευκρινίσεων, αυτό δεν θεωρείται αναγκαίο και απαραίτητο δοθέντος ότι στην πολυσέλιδη έφεσή του αναπτύσσει διεξοδικά τους ισχυρισμούς του. Τέλος όσον αφορά την αίτησή του με την οποία ζητεί την αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους, το Συμβούλιο κρίνει ότι οι λόγοι για τους οποίους διετάχθη η προσωρινή του κράτηση ( σοβαρές ενδείξεις ενοχής για το κακούργημα του βιασμού και αποτροπή διαπράξεως και άλλων αξιόποινων πράξεων ) και κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξακολούθηση της κρατήσεώς του προς αποφυγή τελέσεως νέων εγκλημάτων ενόψει της βαρύτητας των κατηγορουμένων πράξεων και της προηγουμένης συμπεριφοράς του αιτούντος, ο οποίος φαίνεται να έχει ροπή σε εγκλήματα τοιαύτης φύσεως ( έχει δοθεί πρωτοδίκως σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για προσβολή του γενετήσιου αξιοπρεπείας προσώπου που δεν είχε συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του ).

Η σύμφωνη πρόταση του Αντεισαγγελέως Φ. Μακρή έχει, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, ώς εξής:

1. Ο ουσιαστικός έλεγχος

Α. Η ποινική πρόβλεψη.

α. Του βιασμού

Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 του Π. Κ. όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως τιμωρείται με κάθειρξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ειδική υπόσταση του βιασμού απαιτείται να συντρέξουν τα εξής στοιχεία: αντικειμενικά μεν 1) εξαναγκασμός κάποιου, 2) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σωματικής βίας ή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου και 3) ο εξαναγκασμός να γίνει προς επίτευξη εξώγαμης συνουσίας ή προς ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, άμεσος ή ενδεχόμενος ( Μαγκάκης σελ. 20, Χωραφάς Α/156, Α. Π. 1556/83, 197/84).

Το έγκλημα είναι πολύπρακτο διότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει δύο πράξεις, τον εξαναγκασμό κάποιου με τη χρήση σωματικής βίας ή την απειλή σωματικής βίας ή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, και τη συνουσία ή την ανοχή ή την επιχείρηση ασελγούς πράξης.

Είναι δε υπαλλακτικώς μικτά ενόψει της πρώτης πράξης του εξαναγκασμού ο οποίος μπορεί να γίνει εναλλακτικά είτε με τη χρήση σωματικής βίας, είτε με την απειλή σωματικής βίας ή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ( Μαγκάκης ό. Π. Σταμάτης Γενικαί αρχαί Π. Δ. σελ. 253 ).

β. Της αποπλάνησης ανηλίκου.

Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 Π. Κ. όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα 10 έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον μέχρι δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα 10 έτη, όχι όμως και τα 13 έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, και γ) αν συμπλήρωσε τα 13 έτη, με φυλάκιση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης ανηλίκου απαιτείται να συντρέξουν τα εξής στοιχεία: αντικειμενικά μεν ενέργεια ασελγούς πράξης με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή παραπλάνηση του προσώπου αυτού να ενεργήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και στην αποδοχή των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της ενέργειας αδελγούς πράξης με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή της παραπλάνησης αυτού του προσώπου να ενεργήσει ή

να υποστεί ασελγή πράξη ( Α. Π. 478/79 Π. Χ. Ρ. 29/601, 1056/91 Π. Χ. Ρ. Μ. Β./26, Η. Αναγνωστοπούλου ΝοΒ 1986/106 ).

Ασελγής σε πράξη νοείται μόνο η συνουσία αλλά και κάθε ενέργεια που αντικειμενικά μεν προσβάλλει την προσωπική αξιοπρέπεια και ελευθερία του ατόμου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας ( Α. Π. 1531/83 Π. Χ. Ρ.

30/501, 621/80, Π. Χ. Ρ. 30/769 ).

γ. Το είδος της συρροής μεταξύ του βιασμού και της αποπλάνησης παιδιών.

Τα εγκλήματα του βιασμού και της αποπλάνησης παιδιών συρρέουν μεταξύ του με αληθινή κατ' ιδέα συρροή. Τούτο γιατί είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, αυτοτελώς κολάσιμα, συγκείμενα από ιδιαίτερα στοιχεία, και κανένα απ' αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, καθόσον δεν αποτελεί κανένα στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση του άλλου ή το κατά νόμο αναγκαίο μέσο τελέσεως ή την αναγκαία συνέπεια αυτού, ( Α. π. 183/84 Π. Χρ. Λ. Δ./751 ).

Δεν μπορεί να ισχύσουν σ' αυτά οι αρχές της φαινομένης, πραγματικής ή κατ' ιδέα, συρροής, δηλαδή της ειδικότητας, της επικουρικότητας και της απορροφήσεως.

Της ειδικότητας, διότι δε συντρέχουν οι αναγκαίοι όροι αυτής, που είναι της ταυτότητας των εννόμων αγαθών και της κάλυψης της απαξίας των πράξεων από τη μία απ' αυτές.

Μεταξύ τους υπάρχει ετερότητα των προσβαλλομένων έννομων αγαθών ( Μανωλεδάκη, η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών σελ. 99, Λ. Μαργαρίτη. Η συρροή ανάμεσα στα εγκλήματα του βιασμού και της αποπλανήσεως παιδιών, Αρμενόπ. 1901/75, του ίδιου Αρμενόπ. 1981/1072, παρατηρήσεις στο Συμβ. Πλημ. Κοζάνης 67/85 Αρμενόπ. 1986/240 ).

Το μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας ( Αιτιολ. Έκθ. Ν. 1419/84 ), το δε έγκλημα της αποπλανήσεως παιδιών προσβάλλει το έννομο αγαθό της ανηλικότητας ( Λ. Μαργαρίτη Αρμενόπουλος 1981/75 ).

Η απαξία της πράξης του ενός δεν καλύπτεται από την απαξία της πράξης του άλλου. Η προσβολή π. χ. του εννόμου αγαθού του ενός, π. χ. της γενετήσιας ελευθερίας που προστατεύεται με το βιασμό, δεν διαλαμβάνεται κατ' έννοια στην προβολή του εννόμου αγαθού του άλλου, π. χ. στην ηθική καθαρότητα και στην ψυχική υγεία των ανηλίκων, που προσβάλλεται με την αποπλάνηση παιδιών.

Της επικουρικότητας, διότι δεν συντρέχουν οι αναγκαίου όροι αυτής, που είναι της ταυτότητας των εννόμων αγαθών και της υπάρξεως είτε της ρήτρας επικουρικότητας στο ένα απ' αυτά είτε της σταδιακής προστασίας του εννόμου αγαθού.

Και της απορροφήσεως, διότι δε συντρέχει ο απαιτούμενος για τη φαινομενή κατ' ιδέα συρροή όρος [ όταν δηλαδή υπάρχει μια σε φυσική έννοια πράξη ], ο οποίος συνίσταται στην ενσωμάτωση της έννοιας του ενός εγκλήματος στην έννοια του άλλου. Τούτο συμβαίνει όταν η πράξη του ενός αποτελεί το κατά νόμο συστατικό στοιχείο του άλλου, η επιβαρυντική περίπτωση αυτού [ Κ. Σταμάτης. Η συρροή ποινικών νόμων εν γένει 1967, σελ. 64 επόμ. ].

Για τη σχέση μεταξύ των ανωτέρω εγκλημάτων η θεωρία και η νομολογία είναι κυμαινόμενη.

Φαινομένη συρροή δέχονται: Ν. Χωραφάς Ποιν. Δ. Α/343 [ δέχεται φαινομένη πραγματική συρροή βάσει της αρχής της απορροφήσεως ], Κ. Σταμάτης Η Συρροή πουνικών νόμων εν γένει 1967, σελ. 149, δέσεται φαινομένη πραγματική

συρροή βάσει της αρχής της επικουρικότητας ], Τούσης - Γεωργίου Β/665 Συμβ. Πλημμ. Χαλκ. 109/68 [ προτ. Εισ. Κ. Φαφούτη, δεχόμενος ότι η αποπλάνηση είναι ειδική έναντι του βιασμού διότι η ηλικία του παθόντος αντικαθιστά τους όρους της βίας ή της απειλής αυτής που απαιτείται στο βιασμό ], Συμβ. Πλημ. Σερρ. 74/70 Ποιν. Επιθ. Β/69, Κακουργ. Ζακ. 29/70 ΝοΒ. 18/865, Συμβ. Πλημ. Θεσσ. 223/71 Αρχ. Νομ. Κ. Β./591. [ δέχονται ότι η διάταξη του άρθρου 339 Π. Κ. υπερισχύει έναντι των 336 και 337 βάσει της αρχής της ειδικότητας ].

Αληθινή κατ' ιδέα συρροή δέχονται: Αλ. Μαγκάκης. Τα εγκλήματα περί την γενετήσιον και οικογενειακήν ζωήν 1967 σελ. 40, Καρανίκας σελ, 142, Μανωλεδάκης Γεν. Θεωρία του Ποιν. Δ. Β/173, Μαργαρίτης Αρμεν. Λ. Ε. /75, Συμβ. Εφ. Θεσσ. 265/86 Αρμ. 42/793 Συμβ. Πλημ. Κοζ. 67/339 Αρμ. 40/235 Γ. Βέλλης σχόλιο στη Συμβ. Πλημ. Σερρ. 74/70 Ποιν. Επιθ. Β/69, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αξία των πράξεων δεν καλύπτεται με την τιμωρία της μίας απ' αυτές. Η αυστηρότητα δικαιολογείται από το νόμο και επιβάλλεται κοινωνικά, λόγω της ιδάζουσας βαρύτητας και του απεχθούς χαρακτήρα της πολύπρακτης αυτής συμπεριφοράς, που μαρτυρεί την επικινδυνότητα του δράστη ], Συμβ. Εφ. Θεσ. 381/85 Ελλ. Επιθ. 29/1521 [ δέχεται ότι δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από βαθμό σε αποπλάνηση ] Α. Π. 233/53 Π. Χ. Ρ. Γ. /405. Συμβ. Εφ. Ναυπλ. 23/62 Π. Χ. Ρ. ΙΒ/177.

δ. Της διευκολύνσεως λαθρομεταναστών.

Κατά το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 1975/91 πλοίαρχος ή κυβερνήτης οποιουδήποτε πλοίου ή αεροπλάνου και γενικά οδηγαί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σ' αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως ενός εκατομμυρίου δραχμές για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. ,μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων κατάσχονται και δημεύονται με απόφαση του δικαστηρίου, εκτός αν ο ιδιοκτήτης δεν ήταν αυτουργός ή συμμέτοχος των ανωτέρω πράξεων.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διευκόλυνση εισόδου αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος νοείται όχι μόνο η παρεχόμενη σ' αυτούς βοήθεια τη στιγμιαία είσοδό τους από την οροθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδας με ξένο κράτος, αλλά και η με οποιονδήποτε τρόπο διευκόλυνση της περαιτέρω χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις προώθησή τους στο ελληνικό έδαφος ( Α. Π.

275/94 Π. Χ. Ρ. Μ. Δ. /472, 1584/94 Π. Χ. Ρ. Μ. Δ. /1372, 1540/94 Μ. Δ. /1273 ).

Β. Το πραγματικό.

Από τις αποδείξεις που συγκέντρωσε η ανάκριση ( προανάκριση και κύριο ανάκριση ): και δή από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Κατά την 3η απογευματινή ώρα της 20-12-96 ο κατηγορούμενος Κ. Μ. , κάτοικος Αμφιλοχίας Αιτωλ/νίας, συνταξιούχος δικηγόρος, ετών 57, αναχώρησε από την Αμφιλοχία, οδηγώντας το ΙΗ-3210 Ι. Χ. Φ. αυτοκίνητό του στην Ε. Ο. Ιωαννίνων - Μεσολογγίου, με προορισμό το Αγρίνιο Αιτωλ/νίας. Κατά τη διεύλευσή του από το χωριό Ρίβιο συνάντησε το 14ετή ανήλικο, γεννηθέντα κατά δήλωσή του στις 8-5-83, Π. Μ. , Αλβανό υπήκοο, ο οποίος του έκανε σήμα να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητό του και ο νεαρός διαβεβαιώνοντας τον ότι είναι Βορειοηπειρώτης, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει στο Αγρίνιο, όπου διέμεναν οι γονείς του. Πράγματι, τούτος, ενδίδοντας στην παράκληση του νεαρού αλλοδαπού, από αίσθημα φιλαλληλίας, τον επιβίβασε στο αυτοκίνητό του και συνέχισε την πορεία του. Αντί όμως να τον μεταφέρει στο Αγρίνιο, όπως τον παρακάλεσε, στη θέση Αγίου Στεφάνου Παπαδάτων Ξηρομέρου παρεξέκλινε της πορείας του και, ακολουθώντας μια αγροτική οδό προς τα δεξιά του, εισήλθε σ' ένα παρόδιο αγρόκτημα φυτευμένο με ελαιόδεντρα. Εκεί στάθμευσε το αυτοκίνητό του, αποβιβάσθηκαν και πρότεινε στον ανήλικο να δεχθεί να ασελγήσει πάνω του έναντι της αμοιβής των 5.000 δραχμών. Παρά την αρνητική απάντηση του νεαρού, κατασκεύασε μια πρόχειρη κρυψώνα, τοποθετώντας γύρω της διάφορα ξερά κλαδιά ελαιοδέντρων, ώστε να είναι αθέατοι από την εθνική οδό. Στο δάπεδό της άπλωσε ένα χαρτοκούτι, το οποίο ανεύρε μέσα σ' ένα ξηραντήριο καπνών, κείμενο σε απόσταση 50μέτρων. Ακολούθως, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις κατέβασε την περισκελίδα του ανηλίκου, όπως και τη δική του, και τον υποχρέωσε να του θωπεύσει τα γεννητικά του όργανα, προς γενετήσια διέγερσή του. Έπειτα, τον υποχρέωσε να του κάνει πεολειχία, να δεχθεί να συνουσιασθεί μαζί του δια του απευθυσμένου του και στη συνέχεια να του κάνει πάλι πεολειχία, εωσότου εκσπερμάτυωσε μέσα σε ένα πλαστικό φιαλίδιο, το οποίο απέρριψε στο αγρόκτημα.

Μετά την αήθη αυτή ικανοποίηση της ερωτικής του επιθυμίας, ενδύθηκαν, επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο και συνέχισε την πορεία του προς το Αγρίνιο. Διερχόμενος όμως από το χωριό Κυψέλη Ξηρομερίου κατά την 4η απογευματινή ώρα συνάντησε αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Αγρινίου, οι οποίοι του έκαναν σήμα να σταθμεύσει προς τροχονομικό έλεγχο. Οι τελευταίοι αφιχθέντες εκεί συνέλαβαν και τους δύο, τον μεν νεαρό Αλβανό για παράνομη είσοδο στη Χώρα, τον δε κατηγορούμενο για διευκόλυνση της προώθησης αυτού στο ελληνικό έδαφος. Μετά την οδήγησή τους στην υπηρεσία τους [ στο Τ. Α. Αγρινίου ], ο νεαρός Αλβανός με την από 20-12-96 έγκλησή του εκκάλεσε τον κατηγορούμενο και για τα αδικήματα του βιασμού και την αποπλάνηση παιδιών. Τη μεθεπομένη ημέρα ( στις 22-12-96 ) ο ανήλικος εξετάσθηκε από τον χειρουργό γιατρό Α. Τ. του Νομαρχιακού Νοσοκομείου του Αγρινίου για την τυχόν εξεύρεση σημείων παρά φύση συνουσίας και βρέθηκε απ' αυτόν να φέρει << ραγάς κατά την 6η ώρα, πιθανώς τραυματικής αιτιολογίας >>. Ο παθών κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα στις 23-12-96 ενώπιον του ανακριτή Αγρινίου επιβεβαίωσε την καταγγελία του και περιέγραψε και πάλι τις ανωτέρω πράξεις του κατηγορουμένου.

Ο κατηγορούμενος απολογούμενος δέχεται ότι παρέλαβε τον ανήλικο από Το Ρίβιο για να τον μεταφέρει στο Αγρίνιο, πλήν όμως αρνείται ότι στάθμευσε στη θέση του Αγίου Στεφάνου και επιχείρησε τις πιο πάνω ακατανόμαστες πράξεις σε βάρος του, ισχυριζόμενος ότι είναι θύμα είτε εκβιασμού του από τον παθόντα, είτε σκευωρίας από διαφόρους αστυνομικούς.

Πλήν όμως από τα στοιχεία που εντόπισε η ανάκριση και δη από την ανεύρεση ραγάδων στην περιπρωκτική χώρα του ανηλίκου, τον εντοπισμό της κρυψώνας και την ανεύρεση του χαρτοκιβωτίου που είχε στρώσει στο εσωτερικό της ( βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα ), προκύπτει ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν οι καταγγελλόμενες ως άνω πράξεις.

Γ. Αξιολόγηση του πρακτικού.

Από τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν συνάγεται ότι πραγματώθηκαν οι ειδικές υποστάσεις των διωκόμενων εγκλημάτων:

α. του βιασμού, διότι ο κατηγορούμενος με σωματική βία εξανάγκασε τον παθόντα να επιχειρήσει να ανεχθεί ασελγείς πράξεις σε βάρος του.

β. της αποπλανήσεως παιδιού, διότι ενέργησε ασελγή πράξη με πρόσωπο που συμπλήρωσε τα 13 έτη, αλλ' όχι και το 14ο έτος της ηλικίας του, και το παραπλάνησε να υποστεί τέτοια πράξη, εν γνώσει τελών για την ηλικία του αυτή. και

γ. της διευκόλυνσης της μεταφοράς λαθρομετανάστη.

Οι πράξεις αυτές που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν οι μεν δυο πρώτες σε αληθινή κατ' ιδέα συρροή, η δε Τρίτη σε αληθινή πραγματική με αυτές συρροή, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 60, 94 παρ. 1, 336 παρ. 1, 339 παρ. 1γ΄ Π. Κ. και 33 παρ. 1 του Ν. 1975/91.

Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις για την παραπομπή του, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1 και 313 Κ. Π. Δ. , και ορθά το εκκαλούμενο βούλευμα τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Μ. Ο. Δ. που θα ορίσουμε στην περιφέρειά μας, και πρέπει η έφεση να απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.

2. Η αίτηση για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση.

Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ. Π. Δ. το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση.

Πλήν όμως ο εφεσείων με την 14σέλιδη έφεσή του ανέπτυξε διεξοδικά τους λόγους της εφέσεώς του και η εμφάνισή του στο συμβούλιο είναι περιττή. Για το λόγο τούτο πρέπει να απορριφθεί η αίτησή του.

3. Η αίτηση για άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης.

Η αίτηση είναι τυπικά δεκτή, καθόσον κατατέθηκε νομότυπα από τον ίδιο ενώπιον του Διευθ/ντή των δικ. Φυλακών, στην οποία κρατείται, και συντρέχει η αρμοδιότητα του Συμβουλίου σας να την κρίνει, εφόσον η υπόθεσή του εκκρεμεί ενώπιον σας συνέπεια της προκείμενης έφεσής του και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.

Ο λόγος για τον οποίο διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση είναι ότι αφενός

μεν κατά την προδικασία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του για κακούργημα του βιασμού, αφετέρου δε κρίθηκε αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία κατηγορείται, να διαπράξει άλλα εγκλήματα ( άρθρο 282 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/96 του Κ. Π. Δ. ).

Ο παραπάνω λόγος δεν εξέπληξε ώστε να αρθεί η προσωρινή του κράτηση πλήν όμως και μετά την παραπομπή του η κράτησή του εξακολουθεί να είναι απόλυτα αναγκαία για να προληφθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, όπως προκύπτει τόσον από τη βαρύτητα και τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία κατηγορείται, όσο και από τα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του, καθόσον έχει ήδη καταδικασθεί, αφού με την από 24-2-95 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου έχει δικασθεί σε φυλάκιση 8 μηνών για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος προσώπου που δεν είχε συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του ( άρθρο 337 παρ. 1 Π. Κ. ).

Για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους η αίτησή του.