Έτος
2005
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Κατάχρηση σε ασέλγεια με θύμα ανήλικη σε κατάσταση μέθης

 

ΒουλΣυμβΕφθεσ 808/2005

Η εισαγγελική πρόταση, που έγινε δεκτή από το Συμβούλιο, έχει ως εξής: Εισάγω στο Συμβούλιο σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 2,4,138 παρ. 1, 2,316 παρ. 2, 317 παρ. 1 α', 318, και 319 παρ. 3 του ΚΠΔ, όπως η διάταξη του άρθρου 316 (του ΚΠΔ) αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 3160/2003 την με αριθμ. 29/13.5.2005 έφεση του κατηγορουμένου Κ.Μ. του Α. ιδιωτικού υπαλλήλου κατοίκου θεσσαλονίκης, την οποία άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γ. Τ. ,Δικηγόρου θεσσαλονίκης ενώπιον του γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, κατά του με αριθμ. 467/2005 βουλεύματος του ιδίου ανωτέρω Συμβουλίου, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών σε ένα από τα Δικαστήρια της περιφέρειας του Εφετείου θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για την πράξη της κατάχρησης σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ. 1 του ΠΚ), την οποία φέρεται ότι τέλεσε στη θεσσαλονίκη τις πρώτες πρωινές ώρες στις 5.12.2003, καταχρώμενος την κατάσταση μέθης και εξαιτίας αυτής της αναισθησίας, που είχε περιέλθει η εγκαλούσα Α.-Ι. Κ. του Α., κατοίκου Μ. θ. Η έφεση του εκκαλούντος (κατηγορουμένου) ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα και περιέχονται σ' αυτήν οι σαφείς και ορισμένοι λόγοι που απαιτούνται για την άσκηση της (άρθρα 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 481 παρ. 1 του ΚΠΔ). Η ποινική δίωξη κινήθηκε με την από 6.12.2003 υποβολή εγκλήσεως της παθούσας Α-Ι.Κ. του Α. για την παραπάνω πράξη και κατόπιν αυτών εκθέτω τα παρακάτω: Κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3054/2002, «Όποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της από οποιαδήποτε αιτία προερχομένης ανικανότητας του να αντισταθεί, ενεργεί επ' αυτού εξώγαμη συνουσία ή παρά φύσηασέλγεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια απαιτείται ο δράστης να εκμεταλλεύεται την πνευματική αδυναμία προς αντίσταση της παθούσας προς αντίσταση και να προβαίνει εξαιτίας αυτής στην εξώγαμη συνουσία. Με τη νέα διάταξη, ως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με τη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3064/2002, το έγκλημα της καταχρήσεως σε ασέλγεια μπορεί να πραγματωθεί και σε βάρος ανδρός με την επιχείρηση παρά φύσηασέλγειας. Η παραφροσύνη του θύματος μπορεί να είναι διαρκής ή πρόσκαιρη και δεν απαιτείται βαρείας μορφή διανοητική υστέρηση, αρκεί η ποθούσα, ή στην περίπτωση της επιχείρησης παρά φύση ασέλγειας του παθόντος (ανδρός), η πνευματική κατάσταση του θύματος να είναι τέτοια, που να μην μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος της γενετήσιας προσβολής. Εκτός της πνευματικής ανωριμότητας ή ολιγοφρενίας του θύματος το έγκλημα στοιχειοθετείται και όταν ο παθών ή, στην περίπτωση της εξώγαμης συνουσίας, η ποθούσα βρίσκεται σε κατάσταση υπνώσεως ή μέθης ή λιποθυμίας ή πλήρους εξαντλήσεως και ο δράστης, αντιλαμβανόμενος την ανικανότητα του θύματος προς αντίσταση, επιχειρεί εξώγαμη συνουσία ή παρά φύσηασέλγεια. Η συναίνεση του θύματος, ευρισκομένου στην κατάσταση αυτή, εν γνώσει του δράστη πως το θύμα συναινεί χωρίς να αντιλαμβάνεται το νόημα της σε βάρος του προσβολής της γενετήσιας πράξης, δεν αίρει το αξιόποινο αλλά πραγματώνει τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια. Η πλήρης μέθη περιφέρει το άτομο σε κατάσταση ανικανότητας προς αντίσταση, μη δυνάμενο να αντιληφθεί το μέγεθος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας του. Η ανικανότητα στην ανωτέρω περίπτωση του παθόντος δεν έχει το νόημα της ικανότητας προς τελεσφόρο αντίσταση αυτού. Στην περίπτωση που ο δράστης περιφέρει το άτομο σε κατάσταση αναισθησίας δια της χρήσεως υπνωτικών ή άλλων ναρκωτικών μέσων (άρθρο 13 στοιχ. δ' που ΓΚ) και στη συνέχεια δια του τρόπου αυτού κάμπτει την αντίσταση του και επιχειρεί εξώγαμη συνουσία ή άλλη ασελγή πράξη, πραγματώνεται το έγκλημα του βιασμού (άρθρο 336 παρ. 1 του ΠΚ), αφού δια του ανωτέρω τρόπου (της χρήσεως βίας δια παροχής υπνωτικών ή άλλων ναρκωτικών μέσων) εξαναγκάζει την ποθούσα σε εξώγαμη συνουσία ή στην επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια απαιτείται ο δράστης να εκμεταλλεύεται την ανωτέρω κατάσταση της ολιγοφρενίας, παραφροσύνης ή μερικής υστέρησης ή αδυναμίας προς αντίσταση λόγω μέθης, υπνώσεως, ναρκώσεως ή πλήρους εξαντλήσεως και λόγω της καταστάσεως αυτής και γνωρίζοντας την αδυναμία προς αντίσταση, να επιχειρεί την προσβλητική της γενετήσιας πράξης εξώγαμη συνουσία, τελώντας σε γνώση πως αν το άτομο βρισκόταν σε φυσιολογική κατάσταση και είχε τη δυνατότητα αντιδράσεως, δεν θα συναινούσε στην επίτευξη της εξώγαμης συνουσίας ή, στην περίπτωση επιχείρησης αυτής σε βάρος ανδρός, την παρά φύσηασέλγεια. Η ποθούσα δεν απαιτείται να βρίσκεται σε πλήρη ανικανότητα προς αντίσταση, αρκεί να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που να μην μπορεί να σταθμίσει και αντιληφθεί την επιχειρούμενη εκ μέρους του δράστη προσβολή της γενετήσιας ζωής αυτής (βλ. Ποινικό Δίκαιο Αγγέλου Μπουρόπουλου, τόμ. Π ' στο άρθρο 338 ΠΚ, Καρανίκα άρθρο 338 παρ. 1 του ΠΚ σελ. 149, ΑΠ 387/87 ΠοινΧρον ΛΖ ' 434, ΑΠ 353/2003 ΠοινΧρον ΝΠ ' 1077, ΑΠ 1903/2003 RnvXpov ΝΔ ' 723, ΑΠ 16/2004 Πκνικός Λόγος 2004.43). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, καταθέσεις μαρτύρων, συνημμένα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου και απολογητικό υπόμνημα αυτού, σε συνδυασμό με την έκθεση εφέσεως αυτού, έχουν προκύψει τα εξής πραγματικά περιστατικά. Η εγκαλούσα Α-Ι. Κ του Α., κάτοικος Ν.Μ. θεσσαλονίκης, προσλήφθηκε ως σερβιτόρα στις 2.12.2003 στο καφέ μπαρ με τον διακριτικό τίτλο «C.» που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ... στη θεσσαλονίκη. Στο ίδιο κατάστημα εργαζόταν και ο κατηγορούμενος ως barman (μπάρμαν). Το ωράριο εργασίας της Α-Ι. Κ. στις 4.12.2003 ήταν 17.00 ως 1.00 (5.12.2003).

Στο τέλος της βάρδιας της είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο Κ.Μ. να μεταβούν σε άλλα καταστήματα της πόλης για διασκέδαση. Για το λόγο αυτόν ανέμενε αυτόν εντός του καταστήματος μέχρι το τέλος της εργασίας του, που ήταν στις 2.30. Το σκοπό της παραμονής της στο κατάστημα παρά το τέλος της εργασίας της γνωστοποίησε στη συνάδελφο της Σ. Κ. (βλ. σχετ. κατάθεση αυτής), ο κατηγορούμενος δε μετά το πέρας της εργασίας του κάθησε με την ποθούσα και ήπιαν ένα αλκοολούχο ποτό (black russian) και δύο αλκοολούχα σφηνάκια. Κατά τους ισχυρισμούς της παθούσας, που δεν μπορούν στην προκείμενη περίπτωση να αποδειχθούν, η παραμονή της στο κατάστημα εργασίας της οφειλόταν στο γεγονός πως ο κατηγορούμενος της είχε υποσχεθεί πως θα την μετέφερε με το αυτοκίνητο του στην οικία της στη Ν.Μ. θεσσαλονίκης λόγω του προχωρημένου της ώρας και πως, κατά τη διάρκεια που έπινε με τον κατηγορούμενο το αλκοολούχο ποτό, απομακρύνθηκε για λίγο και στο διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος έθεσε προφανώς κάποια υπνωτική ουσία εντός αυτού, η οποία της προκάλεσε ζάλη και ισχυρό πονοκέφαλο. Το γεγονός αυτό διαψεύδεται από την μαρτυρική κατάθεση της συναδέλφου της Σ.Κ., η οποία αναφέρει πως η ποθούσα της είπε πως περίμενε τον κατηγορούμενο να μεταβούν προς διασκέδαση. Ο κατηγορούμενος με την ποθούσα αρχικά μετέβησαν στο κατάστημα καφέ μπαρ S., που βρίσκεται στην οδό Α., όπου κατανάλωσαν ένα ακόμη αλκοολούχο ποτό και δύο αλκοολούχα σφηνάκια και στη συνέχεια μετέβησαν στο κέντρο διασκεδάσεως με τον διακριτικό τίτλο «R.», όπου και πάλι κατανάλωσαν ένα αλκοολούχο ποτό και ένα αλκοολούχο σφηνάκι. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο του στην περιοχή του γηπέδου του Απόλλωνα στην περιοχή Κρήνης θεσσαλονίκης, όπου βλέποντας την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η παθούσα Α-Ι.Κ, που δεν μπορούσε να αντιληφθεί και να αντιδράσει λόγω πλήρους μέθης, οδήγησε αυτήν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όπου, αφού προηγουμένως της έσχισε το παντελόνι και το εσώρουχο, ούρησε στο σώμα της και στη συνέχεια ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της δύο φορές. Όταν αντιλήφθηκε η ποθούσα τι ακριβώς συνέβη, εκείνος την απείλησε λέγοντας της πως «αν μαρτυρήσει σχετικά με τα διαδραματισθέντα σε βάρος της στην Αστυνομία ή στους οικείους της έχει τη δυνατότητα να την τεμαχίσει». Η ποθούσα, βλέποντας τη συμπεριφορά του δράστη, τον παρακάλεσε να την μεταφέρει στην οικία της, αυτός όμως αρνήθηκε και αφού έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητο του κατευθύνθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης. Η παθούσα, τη στιγμή που ο κατηγορούμενος διέκοψε την κίνηση του οχήματος του λόγω φωτεινού σηματοδότη, άδραξε την ευκαιρία και κατήλθε του αυτοκινήτου του και επιβιβάστηκε σε ταξί που στάθμευσε παραπλεύρως του οχήματος του κατηγορουμένου και μεταφέρθηκε στην οικία της στη Ν.Μ. θεσσαλονίκης. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετεί πλήρως τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια, αφού αυτός επιχείρησε εξώγαμη συνουσία με την ποθούσα, όταν αντιλήφθηκε πως αυτή βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης και ανικανότητας προς αντίσταση και αντίδραση για την επιχειρηθείσα σε βάρος της εξώγαμη συνουσία. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως η φερομένη ως ποθούσα είχε συναινέσει στην επιτευχθείσα συνουσία μαζί της και προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται τις μαρτυρίες φιλικών του προσώπων, που εργάζονταν στα ανωτέρω μνημονευόμενα καταστήματα (S και R.) Α. Π και Δ. Α., οι οποίοι αναφέρουν στις καταθέσεις τους πως η ποθούσα κατά τη διάρκεια παραμονής εντός των καταστημάτων εργασίας τους ερωτοτροπούσε με τον κατηγορούμενο. Τα γεγονότα αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν αναιρούν την τέλεση του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια. Γιατί οι τυχόν ερωτοτροπίες της παθούσας με τον κατηγορούμενο δεν οδηγούν στο συμπέρασμα πως συναίνεσε και στην εξώγαμη συνουσία, αλλά και στην περίπτωση αυτήν ακόμη, όταν ο δράστης αντιλήφθηκε πως η ποθούσα βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης και αναισθησίας εξαιτίας αυτής και συνεπώς και ανικανότητας να αντιδράσει και αντιληφθεί το μέγεθος της προσβολής της γενετήσιας πράξης σε βάρος της, τότε επιχείρησε αυτήν, αφού η ποθούσα δεν μπορούσε να αντιδράσει ως φυσιολογικό πρόσωπο και να αποκρούσει την επιχειρηθείσα σε βάρος της πράξη και συμπεριφορά του δράστη.

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται πως έχει τελεσθεί το αποδιδόμενο σε βάρος του κατηγορουμένου έγκλημα της καταχρήσεως σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ. 1 του ΪΚ), αφού ο δράστης, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία προς αντίσταση και αντίδραση της παθούσας λόγω πλήρους μέθης, επιχείρησε εξώγαμη συνουσία μαζί της. Με βάση τα δεδομένα αυτά, που προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας και όσα περιλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση και στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει πως ορθά αυτό παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί από το αρμόδιο υλικά Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου θεσσαλονίκης, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών θεσσαλονίκης σε ένα από τα Δικαστήρια της περιφέρειας του. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος (κατηγορουμένου) και να απορριφθεί αυτή κατ' ουσία. Το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου σας είναι νόμιμο μεν, αλλά παρέλκει η εμφάνιση του, καθόσον αυτός ανέπτυξε διεξοδικά τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του κατά την απολογία του, το απολογητικό του υπόμνημα και

το εφετήριό του. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας ύψους 220 ευρώ να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος (άρθρο 583 του ΚΓΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 55 του νόμου 3160/2003).