Έτος
1993
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός. Δικονομικά προβλήματα.

 

Επειδή, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εάν μετά την οριστική καταδίκη αυτού αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα των ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, υπό την προϋπόθεση όμως οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες των, είτε σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες στο εκδόσαν την καταδικαστικήν απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερόν και όχι και πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι διέπραξε. Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 του ΚΠΔ αρμόδιο για να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε από Εφετείο. Τέλος, από τις διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 529 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι όταν υποβάλλεται αίτηση για επανάληψή της, μετά από αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου, περατωμένης ποινικής διαδικασίας, για κάποιον από τους στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους, μεταξύ των οποίων και ο ανωτέρω αναφερόμενος, Το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, με τριμελή σύνθεση, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. ε' του νόμου 1756/1988, αποφαίνεται, έπειτα από πρόταση του Εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτελέσεως της εκτιομένης ποινής από τον αιτούντα, λαμβάνοντας υπόψη τις στην κρίση τους τιθέμενες αποδείξεις και την από την εκτίμησή τους πιθανότητα ευδοκιμήσεως στην ουσία της της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 7647/1992 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 779/1993 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Β. Π., καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών για παρά φύσηασέλγεια κατ' εξακολούθηση και ειδικώτερα για το ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-1986 μέχρι 29-3-1986, σε σπίτι της περιοχής Θησείου, οδός Π. 43 και σε διαμέρισμα μετέπειτα πολυκατοικίας, επί της οδού Β., με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε παρά φύσηασέλγεια με τους ανηλίκους Δ. Λ. και έναν άλλο ονόματι Χ., νεοτέρους από 17 ετών, γνωρίζοντας την τοιαύτη ανηλικότητά τους, παραπλανώντας αυτούς με την διέγερση της φυσικής τους ορμής και την υπόσχεση παροχής χρημάτων, διατροφής και στέγης. Ηδη ο αιτών διώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ανωτέρω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και παραλλήλως επιδιώκει την αναστολή της εκτελέσεως της ποινής που του επεβλήθη με την εν λόγω απόφαση μέχρι να κριθεί η αίτησή του, επικαλούμενος ότι υφίστανται νεώτερα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Ειδικώτερα δε ως τοιούτο στοιχείο επικαλείται την από 3-9-1992, κατά τον τύπο του άρθρου 8 του νόμου 1599/1986, δήλωση του παθόντος Δ. Λ., στην οποία αυτός αναγράφει ότι "Οσα κατέθεσα το 1986 στην αστυνομία σχετικά με τον Β. Λ. τα κατέθεσα υπό την επήρεια ηρεμιστικών και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν είχα ποτέ καμία σχέση με το Β. Λ., αλλά μόνο με τον Α. Μ. Η κατάθεσή μου είναι προϊόν συγχύσεως και αφορά κάποιον Β. από την Καλλιθέα για τον οποίο μου είχε μιλήσει ο Μ. και τον οποίο μπέρδεψα με τον Λ., το επίθετο του οποίου έμαθα από την αστυνομία, κατά την κατάθεσή μου την ώρα εκείνη". Από την ανωτέρω όμως βεβαίωση, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας και δη τα αναφερόμενα στην καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, δεν καθίσταται πιθανό ότι θα γίνει δεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, καθόσον το επικαλούμενο νεώτερο γεγονός, δηλαδή η διαφοροποίηση της καταθέσεως του παθόντος, δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Ειδικώτερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της ως άνω επικαλουμένης δηλώσεως, ο παθών Δ. Λ. δεν αμφισβητεί την διάπραξη εις βάρος του της πράξεως της παρά φύση ασελγείας, αλλά την αποδίδει σε άλλο δράστη με το όνομα Β. που διέμενε στην Καλλιθέα. Η εν λόγω όμως δήλωσή του δεν είναι αξιόπιστη, καθόσον α) η από 29-3-1986 προανακριτική κατάθεσή του είναι λεπτομερής και σαφής, σε αυτήν δε αφενός μεν περιγράφεται ο τρόπος γνωριμίας του με τον αιτούντα, αφ' ετέρου δε αναφέρεται ότι οι ασελγείς πράξεις έλαβαν χώραν στην οικία στο Θησείο και στο διαμέρισμα της οδού Β. όπου διέμενε εκείνος, καθώς και ο πρωτοδίκως συγκαταδικασθείς Α. Μ., β) ο ίδιος ο αιτών παραδέχεται, τόσον στην αίτηση επαναλήψεως, όσον και στις ενώπιον του Εφετείου απολογίες του ότι, μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές, όπου είχε εκτίσει ποινή φυλακίσεως για άλλη αποπλάνηση, διέμενε στις ανωτέρω διευθύνσεις, μαζί με τον Α. Μ. και ότι στις ίδιες διευθύνσεις διέμενε και ο παθών, τον οποίο του είχε γνωρίσει εκείνος, ως "ανηψιόν του", αποδίδοντας την καταγγελία εις βάρος του σε λόγους εκδικήσεως, οι περιστάσεις δε αυτές δεν συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της από τον παθόντα αναφοράς του επωνύμου του από σύγχυση ή λάθος και γ) όπως προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίχθηκε και στις αναγνωσθείσες από 28-3-1986 και 29-3-1986 προανακριτικές καταθέσεις των Α. Β. και Γ. Κ., στις οποίες αυτοί αναφέρουν τον τρόπο γνωριμίας τους με τον αιτούντα, ότι αυτός διέμενε με τον Α. Μ. στις προαναφερθείσες διευθύνσεις, ότι σε αυτές διέμενε και ο παθών Δ. Λ. και ότι στις εν λόγω διευθύνσεις διεπράττοντο ασελγείς πράξεις παρά φύση από τον αιτούντα. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της δίκης κατά το αίτημά της για αναστολή της εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την υπ' αριθ. 7647/1992 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.