Έτος
1996
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Διευκόλυνση ακολασίας. Έννοια.

 

Κατά το άρθρο 348 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος κατ' επάγγελμα διευκολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγεια άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως, η προβλεπόμενη από αυτήν πράξη της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, είναι, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, τετελεσμένη με μόνη την παροχή, με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα και με αγγελίες στις εφημερίδες (βλ. εισηγητική έκθεση 1933 σ. 520-521), της ευχέρειας, σε αόριστο αριθμό προσώπων, προς ασέλγεια, ήτοι προς κατά φύση συνουσία ή άλλη ασελγή επαφή μεταξύ τους, εφόσον η τέτοια συμπεριφορά του δράστη αποσκοπεί στην κερδοσκοπία και το βιοπορισμό, έστω και μερικό, πρόθεση που μπορεί να συναχθεί ότι υπάρχει και με την εφάπαξ μόνο, αλλά με σκοπό το κέρδος, παρασχεθείσα διευκόλυνση της ακολασίας άλλων, χωρίς επί πλέον να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση της ασέλγειας. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου (Εισηγητή Ν. Στυλιανάκη), για την ολοκλήρωση του, από την παραπάνω διάταξη, προβλεπόμενου εγκλήματος της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, απαιτείται όχι μόνο η διευκόλυνση της μεταξύ άλλων ασέλγειας, αλλά και η πραγμάτωση αυτής. Και τούτο διότι, όπως συνάγεται από την όλη διατύπωση της ως άνω διατάξεως, στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, αποτελεί η ασέλγεια, το οποίο (στοιχείο) πέραν των άλλων, πρέπει να συντρέχει για να πραγματωθεί το προαναφερόμενο έγκλημα. Τα πρόσωπα των οποίων η ασέλγεια διευκολύνεται, είναι, κατά την αληθή έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως, έτοιμα και προπαρασκευασμένα γι' αυτήν, ώστε ο δράστης δεν εξωθεί αυτά προς ασέλγεια, αλλά μόνο τα διευκολύνει, δημιουργώντας ή επαυξάνοντας την ευχέρεια προς τέλεση αυτής. Γι' αυτό και για την πραγμάτωση του εγκλήματος που γίνεται λόγος, απαιτείται να έχει τελεσθεί πράγματι η ασέλγεια, καθόσον διαφορετικά θα διευρύνονταν πέραν του δέοντος τα όρια του αξιοποίνου και θα ήταν δυνατόν να καταληφθούν, με την έννοια της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, και κοινωνικώς ανεκτές, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, δραστηριότητες. Αν η διευκόλυνση παρασχέθηκε, αλλά η ασέλγεια δεν τελέσθηκε, συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΠΚ, τότε ο δράστης της διευκολύνσεως, δεν παραμένει ατιμώρητος, αφού σε κάθε περίπτωση, όπως γίνεται γενικώς δεκτό, είναι νοητή η απόπειρα του εγκλήματος της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, που τιμωρείται με μειωμένη ποινή, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Αρειο Πάγο, ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 67338/1995 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) μηνός, που τη μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 1.500 δραχμές ημερησίως, για το ότι: "Στην Αθήνα, στις 17.1.1995, διευθυντής τυγχάνων της ημερήσιας εφημερίδας "Ε.**", κατ' επάγγελμα διευκόλυνε με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων. Ειδικότερα με την πιο πάνω ιδιότητά του και με σκοπό το κέρδος στη σ. 57 της εφημερίδας "Ε.**" δημοσίευσε τις παρακάτω προσκλήσεις - αγγελίες, συνοδευόμενες από χαρακτηριστικές φωτογραφίες για τη συμμετοχή τρίτων σε ερωτικές συναντήσεις με τον τίτλο "Γνωριμίες" και το παρακάτω περιεχόμενο "επισυνάπτεται φωτοτυπία του σχετικού μέρους της εφημερίδας". Για τη θεμελίωση δε της καταδικαστικής του αυτής κρίσεως, το δικαστήριο της ουσίας, αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αναιρεσείων, διευθυντής τυγχάνων της ημερήσιας εφημερίδας "Ε.**", στην Αθήνα, στις 14.1.1995, κατ' επάγγελμα διευκόλυνε την μεταξύ άλλων ασέλγεια διά της δημοσιεύσεως στη σ. 57 της εφημερίδας αυτής προσκλήσεων αγγελιών που συνοδεύονταν από χαρακτηριστικές φωτογραφίες, υποδεικνύοντας μ' αυτό τον τρόπο τις ερωτικές συναντήσεις άλλων με το γενικό τίτλο "γνωριμίες" και κείμενα με προκλητικές φωτογραφίες, όπως αυτές ενσωματώνονται στο κατηγορητήριο. Ο αναιρεσείων συνομολόγησε τη δημοσίευση του αναφερθέντος υλικού, ισχυριζόμενος, όμως, ότι σκοπός του δεν ήταν η διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, αλλά το έκανε για λόγους εμπορικούς και μόνον, καθόσον όλες οι εφημερίδες και τα περιοδικά έχουν ίδιες ή ανάλογες δημοσιεύσεις εκτός του ότι τελευταίως ακόμη και ο ΟΤΕ με τα ακουστικά μέσα που διαθέτει προσφέρει παρόμοιες "υπηρεσίες" κι όλα γίνονται για λόγους ανταγωνιστικούς και πάντα με σκοπό την επίτευξη εμπορικού κέρδους. Ο ισχυρισμός αυτός, ενδεχομένως είναι αληθής, αλλά βεβαίως δεν αίρει και το αναμφισβήτητα αξιόποινο ταυτόχρονα αποτέλεσμα της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, εφόσον οι αγγελίες αυτές είναι σπουδαίας σημασίας διευκόλυνση για την τέλεση της ασέλγειας. Εφόσον, λοιπόν, συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση επιβαρυντικά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως, όπως αυτή ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της αποφάσεως". Με αυτά, που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς οποιαδήποτε αντίφαση δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της προμνημονευόμενης πράξεως της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας διά του τύπου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 348 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 47 α.ν. 1092/38 και άρθρο μόνο του ν. 2243/1994, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, την κατά τις προμνημονευόμενες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 348 παρ. 1 του ΠΚ που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 348 παρ. 1 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη γνώμη, όμως, του μειοψηφίσαντος ως άνω μέλους του δικαστηρίου, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά το προμνημονευόμενο έγκλημα της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, ενώ εξάλλου, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε, την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 348 παρ. 1 του ΠΚ, αφού για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, σε τετελεσμένη μορφή και όχι σε απόπειρα, απαιτείται, όπως προεκτέθηκε, να πραγματοποιηθεί η ασέλγεια, πράγμα που δεν δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι έγινε μεταξύ τουλάχιστον δύο προσώπων. Γι' αυτό και έπρεπε, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμων των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση, οπότε και θα κρίνονταν αν το έγκλημα της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, τελέστηκε με τη μορφή της απόπειρας.