Έτος
1999
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός αναπήρου

 

Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν.1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης. Ως ασελγής πράξη νοείται, εκτός από τη συνουσία, εκείνη που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Και β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και αμφοτέρων. Ειδικότερα, εξαναγκασμός υπάρχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξης. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη που

δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία, επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει αυτόν να υποστεί, παρά τη θέλησή του, εξώγαμη συνουσία ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει άλλη ασελγή πράξη. Ενώ η απειλή, που μπορεί να αφορά τη ζωή ή την υγεία και την περιουσία του παθόντος ή των οικείων του, πρέπει να είναι ενωμένη με άμεσο και σπουδαίο κίνδυνο, δηλαδή επικείμενο και με αντικείμενο τέτοιας βαρύτητας και σπουδαιότητας κακό, ώστε να αναγκάζεται ο παθών να υποστεί την εξώγαμη συνουσία ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει άλλη ασελγή πράξη. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ (άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1986), ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο παραπεμπτικό βούλευμα, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν εκθέτονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών ή των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο έκρινε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι προκύπτουν από αυτά επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για το έγκλημα που ασκήθηκε η κατ' αυτού ποινική δίωξη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή του, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.

2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, που το εξέδωκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα και δι' αυτής στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι από την εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, που συγκεντρώθηκαν κατά την ανάκριση, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 7 Αυγούστου 1997 και περί ώραν 03.00', ο εγκαλών και μετέπειτα παθών Γ. Π. του Δ., ηλικίας 26 ετών, κάτοικος Αμμοχωρίου Φλώρινας, μετέβη στην οικία του εορτάζοντος φίλου του Σ. Π., όπου, μεταξύ των λοιπών παρευρισκομένων, ήταν και ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, Η. Α. του Χ., κάτοικος Αμμοχωρίου, ηλικίας 28 ετών, έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων. Περί ώραν 04.00', ο εκ των παρευρισκομένων στην εορτή Β. Α. αποχώρησε από αυτήν προκειμένου να μεταβεί στην κατοικία του που βρίσκεται στο Μεσονήσι Φλώρινας. Επειδή όμως δεν διέθετε μεταφορικό μέσο, προθυμοποιήθηκε να τον μεταφέρει ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητό του, πρότεινε δε στον εγκαλούντα να τους συνοδεύσει. Βέβαια, ο κατηγορούμενος στην απολογία του ισχυρίζεται ότι ο εγκαλών με δική του πρωτοβουλία θέλησε να τους ακολουθήσει, κατά τον μάρτυρα όμως Β. Α., ο οποίος είναι και εξάδελφος του κατηγορουμένου, ο τελευταίος, πλησιάζοντας προς το αυτοκίνητο, έκανε κάποια φιλική κίνηση στον εγκαλούντα, εννοώντας προφανώς να έρθει μαζί τους. Στη συνέχεια, αφού επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο τύπου VW TRANSPORTA και κάθισαν, ο μεν Β. Α. δίπλα στον οδηγό (κατηγορούμενο), ο δε εγκαλών στο δεξιό άκρο της εμπρόσθιας θέσης επιβατών, αναχώρησαν για το Μεσονήσι, όπου έφθασαν μετά πάροδον 5-6 λεπτών της ώρας. Για την επιστροφή στο Αμμοχώρι, ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, αλλά αρχικά τον παραποτάμιο δρόμο προς αυτό και στη συνέχεια, με την αιτιολογία του ενδιαφέροντός του για τον φίλο του Κ. Θ., ο οποίος ήταν μεθυσμένος, παρεξέκλινε της πορείας του και ακολούθησε την παλαιά επαρχιακή οδό Π. - Λ. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος τη μυοτονική δυστροφία του εγκαλούντα και την συνεπεία αυτής περιορισμένη δυνατότητα αντιδράσεώς του, προέβη σε αλλεπάλληλες χειρονομίες και προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλοντας έτσι βάναυσα την αξιοπρέπεια στο πεδίο της γενετήσιας ζωής αυτού. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος φορούσε ένα κοντό παντελόνι με λάστιχο στη μέση χωρίς φερμουάρ, αποκάλυψε τα γεννητικά του όργανα και άρχισε να πιάνει το αριστερό χέρι του παθόντα και να το κατευθύνει προς αυτά. Ο τελευταίος, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σεξουαλική αυτή παρενόχληση, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, με σκοπό να συνεχίσει πεζός μέχρι το σπίτι του, αλλά ο κατηγορούμενος, συνεχίζοντας την πορεία του, σταμάτησε δίπλα από τον παθόντα και, αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο, του ζήτησε να προβεί σε πεολειχία και να ανεχθεί παρά φύσηασέλγεια. Όταν ο εγκαλών αρνήθηκε και πάλι να ικανοποιήσει τις ανωτέρω επιθυμίες του, ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας σωματική πλέον βία (γροθιές στο στομάχι και απειλή κατά της ζωής του) και εκμεταλλευόμενος την ανικανότητά του να αντισταθεί (πάσχει από οστεοπόρωση των άνω άκρων), τον έριξε με το πρόσωπο στο αυτοκίνητο λέγοντάς του ότι θα τον "αφήσει λιώμα" και, αφού έκαμψε την αντίστασή του, ξεκούμπωσε τη ζώνη του, κατέβασε βίαια το παντελόνι και το εσώρουχό του και, προκειμένου να διεγείρει τη γενετήσια επιθυμία του, ήρθε σε σωματική επαφή και δη σε επαφή του γεννητικού του μορίου με τον πρωκτό του εγκαλούντος. Όταν δε ο τελευταίος, εξασθενημένος από τη σωματική βία, κατέπεσε επί του εδάφους, ο κατηγορούμενος αυνανιζόμενος εκσπερμάτωσε πάνω στα ρούχα του. Ο εγκαλών βέβαια ισχυρίζεται, ότι ο κατηγορούμενος προέβη και σε παρά φύσηασέλγεια εις βάρος του, πλην όμως από τη γενομένη ιατροδικαστική εξέταση δεν προέκυψαν σημεία παρά φύσιν συνουσίας, δεδομένου, ότι κατά την επισκόπηση του περινέου δεν παρατηρήθηκαν κακώσεις, ο πρόδρομος του πρωκτού ήταν φυσιολογικός, ενώ ο τόνος των μυών (έξω και έσω σφικτήρος) ευρέθη εντός φυσιολογικών ορίων. Διαπιστώθηκε βεβαίως ότι ο παθών έφερε τρεις μεγάλες εκδορές (υποσημαινόμενες νυχιές), αποτέλεσμα της ασκηθείσης επ' αυτού σωματικής βίας, εκ των οποίων οι δύο στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού μηρού, αρχόμενες κάτωθεν του γλουτού, μήκους η μεγαλυτέρα 14 εκατοστών, ενώ παρόμοια εκδορά παρατηρήθηκε και στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού μηρού. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της υποστηριζόμενης εκδοχής, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος προέβη σε ασελγείς πράξεις εις βάρος του παθόντος συγκομίζεται και εκ του γεγονότος ότι, ενώ η απόσταση με αυτοκίνητο μεταξύ Μεσονησίου και Αμμοχωρίου, μετ' επιστροφής, δεν υπερβαίνει τα 15 περίπου λεπτά της ώρας και συνεπώς ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να επιστρέψει περί ώρα 04.15', αυτός επέστρεψε στο Αμμοχώρι και ειδικότερα στην οικία του Σ. Π. όπου διασκέδαζαν την 04.45'. Επομένως, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι κατά το χρονικό διάστημα της μισής ώρας περίπου που καθυστέρησε την επιστροφή του, επεδόθη στην τέλεση της ανίερης πράξης του σε βάρος του παθόντα. Με αυτές τις σκέψεις, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, προς παραπομπή του στο ακροατήριο για την άνω πράξη του βιασμού και μετ' απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμης, επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα.

3.- Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την αξιόποινη πράξη του βιασμού και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήσσεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, για εσφαλμένη από το Συμβούλιο Εφετών αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη, για πράγματα, κρίση αυτού, είναι απαράδεκτες.

4.- Από τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. δ', 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η αναγραφή του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, η παράλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι αναγκαία επί παραπεμπτικών βουλευμάτων και όχι επί των βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτουν την έφεση και επικυρώνουν το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, εκτός αν η ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε δεν περιέχεται ούτε στο επικυρούμενο βούλευμα, οπότε ο ’ρειος Πάγος, μετ' αποδοχή προβαλλομένου σχετικού λόγου, αναιρεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραθέτει το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου.

5.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το 3/1998 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Φλώρινας, που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο, αναγράφεται σ' αυτό το άρθρο 336 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984, το οποίο εφαρμόστηκε. Επομένως, ανεξαρτήτως αν η διάταξη αυτή περιέχεται ή όχι στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο δεν αναγράφεται σ' αυτό το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 1998 αίτηση του Η. Α., για αναίρεση του 55/1998 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από εβδομήντα χιλιάδες (70.000) δραχμές.