Έτος
2000
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Ομαδικός βιασμός

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ Ποιν. Τμήμα - Σε συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Αντιπρόεδρο, Iωάννη Μυγιάκη και Κωνσταντίνο Τσαμαδό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα Παναγιώτη Ζαβολέα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέα Δημητρίου Γκίκα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2000, για να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1. Ε. Κ. του Χ. που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Α. Γ. του Δ., κατοίκων Καλλιθέας Αττικής, για αναίρεση του υπ' αριθ. 117/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα την Α. Σ. του Ν. Και συγκατηγορούμενο το Γ. Κ. του Χ..

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθ. 117/1999 βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό.

Και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15-3-1999 αίτησή τους αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμ.465/99. ‘Ε. ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ζαβολέας, έφερε για κρίση στο Συμβούλιο την ποινική δικογραφία που έχει σχηματισθεί κατά των πιο πάνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, μαζί με την από 15-3-1999 αίτηση αναιρέσεως αυτών, για αναίρεση του πιο πάνω βουλεύματος, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. Δωρή που φέρει τον αριθμ. πρωτ. 299/29-6-1999 και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω την από 15 Μαρτίου 1999 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων 1)Ε. Κ. και 2) Α. Γ., κατοίκων Καλλιθέας Αττικής, ασκηθείσα δια του έχοντος νόμιμη εντολή αντιπροσώπου τους δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Καράμπελα, κατά του υπ' αριθ. 117/1999 βουλεύματος, με το οποίο, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε στην ουσία έφεσή τους και επικύρωσε το υπ' αριθ. 3231/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που τους παρέπεμψε, καθώς επίσης και τον Γ. Κ., ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για να δικασθούν ως υπαίτιοι βιασμού τελεσθέντος και από τους τρείς από κοινού. Η ως άνω αίτηση, ασκηθείσα νομοτύπως, ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου, από πρόσωπο δικαιούμενο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, η δε προς τούτο συνταγείσα υπ' αριθ 36/1999 έκθεση περιέχουσα και τους

λόγους για τους οποίους ασκείται είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462,

463, 465 σε συνδ. Με 96 παρ. 1 και 42 παρ. 2, 473 παρ. 1, 474, 476 και 482 παρ.

Αα ΚΠΔ, για με τον κατηγορούμενο Ε. Κ., στον οποίο νομίμως επιδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα στις 9 Φεβρουαρίου 1999, όπως τούτο προκύπτει από το επιτρεπτώς επισκοπούμενο αποδεικτικό του αστυφύλακα Κ. Δ., απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, χωρίς επίκληση λόγου ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που τον εμπόδισε από του να την ασκήσει εμπρόθεσμα, ως προς δε τον κατηγορούμενο Α. Γ. παραδεκτή και πρέπει να εξετασθούν οι προβαλλόμενοι από αυτόν λόγοι καθώς επίσης και τυχόν υπάρχοντες άλλοι, πού ενόψει του παραδεκτού της αναίρεσης, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως. Το Συμβούλιο Εφετών, με δικές του σκέψεις και συμπληρωματικά με επιτρεπτή αναφορά στο περιεχόμενο της γενομένης ε τυπική σκέψη δεκτής από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο πρότασης του Εισαγγελέα Πλημ/κών, δέχθηκε, αναφορικά με την προαναφερθείσα κατηγορία και μετά από συνολική αξιολόγηση των κατ' είδος αλλά και ονομαστικά αναφερομένων στο σκεπτικό του αποδεικτικών στοιχείων, ότι προέκυψαν από αυτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 24 Ιανουαρίου 1997 και περί ώρα 01.45 οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν με την παθούσα Α. Σ., ιδιωτική υπάλληλο, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με αυτή του εξ αυτών γνωστού της κατηγορουμένου Γ. Κ., στη συμβολή των οδών Λ. Α. και Μ., στο τόπο δε της συνάντησης γνωρίσθηκε και με τους άλλους δύο κατηγορουμένους- αναιρεσείοντες Γ. και Κ. και όλοι μαζί, επιβιβασθέντες του αυτοκινήτου του Κ., μετέβισαν αρχικώς σε μπαρ της Κυψέλης από όπου, αφού ήπιαν από ένα ποτό και έμειναν μια περίπου ώρα, αναχώρησαν και μετέβησαν, με την σύμφωνη γνώμη της ως άνω παθούσας, στο ευρισκόμενο σε πολυκατοικία στην οδό Σ. αριθ. 11-13 της Καλλιθέας διαμέρισμα του γνωστού της κατηγορουμένου Κ. Ε. έφθασαν αφού προηγουμένως αγόρασαν 4 ½ κιλά κρασί που το έπιναν καθήμενοι και συζητούντες διάφορα θέματα στο σαλόνι του σπιτιού αυτού. Περί την 3.50 ώρα η παρούσα σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέττα του διαμερίσματος, οπότε οι κατηγορούμενοι και οι τρείς μαζί την έπιασαν δυνατά από τους ώμους και βίαια την οδήγησαν στην παρακείμενη κρεβατοκάμαρα, την έρριξαν με βία στο κρεβάτι και αφού της σήκωσαν τη μακρυά της φούστα και βιαίως της αφαίρεσαν το «καλτσόν» και το κάτω εσώρουχό της, απειλώντας την με αναμένο τσιγάρο ότι θα την κάψουν και με σπασμένο ποτήρι ότι θα την τραυματίσουν, την ανάγκασαν σε πλήρη κατά φύσησυνουσία διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλο και οι τρείς τους, επί πλέον δε ο εξ αυτών Κ. και σε παρά φύση από τον πρωκτό ασέλγεια. Ότι, κατά την ενέργεια των ως άνω πράξεων τους, η παθούσα πονούσε, φώναζε δυνατά και ζητούσε βοήθεια, χωρίς να γίνει αντιληπτή διότι οι κατηγορούμενοι είχαν σε λειτουργία και με υψηλή ένσταση μηχάνημα από το οποίο ακούγονταν μουσική. Ότι, κατά την διάρκεια του ομαδικού της βιασμού και στην προσπάθεια της να αντιδράσει με τις ασθενείς της δυνάμεις, έσπασε τα νύχια της πάνω στα ρούχα των κατηγορουμένων και ότι από την αηδία που την κατέλαβε έκανε δύο (2) φορές εμετό. ‘Ότι, τελικά οι κατηγορούμενοι και αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη σεξουαλικά τους ένστικτα, την άφησαν, περί την 5.30 ώρα, να φύγει και μόλις εκείνη βγήκε από το διαμέρισμα «ξεμαλιασμένη και παραπαίουσα» μπήκε αμέσως σε παρακείμενο και ανοιχτό, την ως άνω ώρα φούρνο, όπου ταραγμένη ζήτησε βοήθεια γιατί, όπως είπε, είχε βιασθεί και από όπου πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία («το 100») και κατήγγειλε τα σε βάρος της γενόμενα. ΄Ότι, επανέλαβε αυτά και προφορικώς στους καταφθάσαντες αστυνομικούς, οι οποίοι και αναζήτησαν τους κατηγορουμένους στο διαμέρισμα χωρίς να μπορέσουν να εισέλθουν σε αυτό αφού οι εκεί ευρισκόμενοι δεν άνοιξαν την είσοδο. Συνελήφθησαν όμως αργότερα και προσαχθέντες στο Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας αναγνωρίσθηκαν από την παθούσα. Ότι, ο εκ των κατηγορουμένων Γ. Κ. που ακολούθησε ή συνόδευσε την παθούσα κατά την έξοδό της από το διαμέρισμα, όταν την είδε να εισέρχεται στο φούρνο και άκουσε τον γιό του ιδιοκτήτη του φούρνου να τη ρωτάει τι της συνέβαινε, έσπευσε να παρατηρήσει ότι ήταν μεθυσμένη και έψαχνε για ταξί, αναχωρήσας αμέσως μετά για να επιστρέψει στο διαμέρισμά του. Ότι, το τελευταίο τούτο γεγονός και ακόμη το ότι η παθούσα, αμέσως μόλις είχε την δυνατότητα ελεύθερης βούλησης, έσπευσε εκείνη μεν να καταγγείλει τον ομαδικό βιασμό της, οι δε κατηγορούμενοι να κρυφτούν στο διαμέρισμα και να εξαφανίσουν από αυτό όλα τα ενοχοποιητικά για αυτούς ίχνη της πράξης τους, και τέλος το ότι από την έκθεση του ιατροδικαστή Χρ. Λευκίδη προκύπτει η ύπαρξη αμέσως μετά τον βιασμό, πρόσφατης ραγάδας στο βλενογόνο του πρωκτού καθώς επίσης και ενδείξεις πρόσφατης εισαγωγής ξένου σώματος στο απευθυσμένο της παθούσης, οδήγησαν, το Συμβούλιο Εφετών, στο συμπέρασμα ότι η κατάθεση της παθούσας είναι αληθής, και ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, κατά τους οποίους οι ερωτικές επαφές τους μαζί της έγιναν με τη θέλησή της χωρίς να ασκηθεί σε βάρος της οποιαδήποτε βία, δεν είναι βάσιμοι και ότι ναι μεν η συμπεριφορά της να δεχθεί δηλαδή την προταθείσα από τους κατηγορουμένους συνδιασκέδασή τους δεν δείχνει άτομο που το διακρίνει εγκράτεια στις σχέσεις του με το ετερόφυλλό του, χωρίς όμως αυτό και να σημαίνει ότι συνιστά λόγο αποδοχής ως βασίμων των ως άνω υπερασπιστικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι οι προκύψασες σε βάρος απάντων των κατηγορουμένων συνεπώς και του αναιρεσείοντα ενδείξεις είναι επαρκείς για να στηρίξουν την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 και 2 Π.Κ. κατηγορία του ομαδικού βιασμού, τα κατά νόμο στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με την Πάγια στην επιστήμη και την νομολογία ερμηνεία της ως άνω διάταξης (ΑΠ 1010/1995, 1356/1997, 25/1998, Π.Χρ. ΜΣΤ/47, ΜΗ/478 και 663) αναπτύσσονται στο σκεπτικό του βουλεύματος. Ότι δηλαδή ο εξαναγκασμός σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξης να γίνεται με σωματική βία που συνιστά η άσκηση φυσικής δύναμης μη δυναμένης να απωθηθεί και κάμπτουσας την αντίσταση του θύματος ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου αφορώντος τη ζωή ή υγεία του παθόντος ή των οικείων του και με τη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει το θύμα του σε εξώγαμη συνουσία και την γνώση του ότι τούτο δεν συναινεί στην τελουμένη συνουσία ή ασελγή πράξη. Επί πλέον δε, στην περίπτωση του ομαδικού βιασμού, ότι ο κάθε δράστης εξαναγκάζει το θύμα σε αυτοτελή εξώγαμη συνουσία ή ασελγή πράξη που δεν αποτελεί άθροισμα πράξεων ή μορφή συμμετοχής στην πράξη άλλου.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και ενόψει του ότι στο σκεπτικό του βουλεύματος εκτίθενται, με απόλυτη σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και κενά, τα προκύψαντα, από τα μνημονευόμενα εκεί, αποδεικτικά μέσα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τα προαναφερθέντα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της κατηγορίας, αναφέρονται δε και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, οι από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Δ και Ε ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του αρθρ. 336 Π.Κ. είναι προεχόντως αβάσιμοι εφόσον δεν κριθούν απαράδεκτοι εκ του ότι στρέφονται κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του Συμβουλίου Εφετών που δέχθηκε ότι η παθούσα εξαναγκάσθηκε να υπσοτεί τον ομαδικό βιασμό και δεν προσήλθε οικειοθελώς, σε αλληλοδιάδοχο ερωτική με αυτούς κατά φύση συνεύρεση, όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται, υποστηρίζοντες ότι η άποψή του αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή από το Συμβούλιο Εφετών και όχι η μαρτυρία εκείνης. Περαιτέρω και εφόσον κριθούν παραδεκτοί οι ως άνω λόγοι, άλλος, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος, δεν συντρέχει.

Για τους λόγους αυτούς

Π. : Α) Η απόρριψη ως απαράδεκτης της από 15 Μαρτίου 1999 αναίρεσης του Ε. Κ. κατά του υπ' αριθ. 117/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β)Η απόρριψη της από 15 Μαρτίου 1999 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Α. Γ., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, κατά του υπ' αρθ. 117/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Γ) Η επιβολή των εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Δημήτριος Δωρής »

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη πρόταση έπειτα αποχώρησε. Και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος εκείνο που ασκείται από τον κατηγορούμενο Ε. Κ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, χωρίς επίκληση από αυτόν λόγου ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος που τον εμπόδισε να την ασκήσει εμπροθέσμως. Πράγματι όπως προκύπτει από το επιτρεπτώς επισκοπούμενο αποδεικτικό του αστυφύλακα Κ. Δ. το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πιο πάνω αναιρεσείοντα στις 9-2-1999, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 15-3-1999 Περαιτέρω πρέπει να εξεταστεί η αναίρεση ως προς το έτερο αναιρεσείοντα Α. Γ.

2.Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως τιμωρείται με κάθειρξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το έγκλημα του βιασμού πραγματώνεται, στην περίπτωση που το εξαναγκαζόμενο πρόσωπο είναι γυναίκα, όταν κάποιος την εξαναγκάζει να υποβληθεί σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, ύστερα από χρήση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος αυτής. Ως ασελγής πράξη θεωρείται κάθε πράξη που ανάγεται στη γενετήσιο σφαίρα και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Σωματική εξάλλου βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία κάμπτει την αντίσταση που προβάλλεται. Κατά δε την παραγρ.

2 του ίδιου άρθρου αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

3. Το Συμβούλιο Εφετών με δικές του σκέψεις και συμπληρωματικά με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 24 Ιανουαρίου 1997 και περί ώρα 01.45 οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν με την παθούσα Α. Σ., ιδιωτική υπάλληλο, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με αυτή του εξ αυτών γνωστού της κατηγορουμένου Γ. Κ., στη συμβολή των οδών Λ. Α. και Μ., στο τόπο δε της συνάντησης γνωρίσθηκε και με τους άλλους δύο κατηγορουμένους- αναιρεσείοντες Γ. και Κ. και όλοι μαζί, επιβιβασθέντες του αυτοκινήτου του Κ., μετέβησαν αρχικώς σε μπαρ της Κυψέλης από όπου, αφού ήπιαν από ένα ποτό και έμειναν μια περίπου ώρα, αναχώρησαν και μετέβησαν, με την σύμφωνη γνώμη της ως άνω παθούσας, στο ευρισκόμενο σε πολυκατοικία στην οδό Σ. αριθ. 11-13 της Καλλιθέας διαμέρισμα του γνωστού της κατηγορουμένου Κ. Ε. έφθασαν αφού προηγουμένως αγόρασαν 4 ½ κιλά κρασί που το έπιναν καθήμενοι και συζητούντες διάφορα θέματα στο σαλόνι του σπιτιού αυτού. Περί την 3.50 ώρα η παρούσα σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέττα του διαμερίσματος, οπότε οι κατηγορούμενοι και οι τρείς μαζί την έπιασαν δυνατά από τους ώμους και βίαια την οδήγησαν στην παρακείμενη κρεβατοκάμαρα, την έρριξαν με βία στο κρεβάτι και αφού της σήκωσαν τη μακρυά της φούστα και βιαίως της αφαίρεσαν το «καλτσόν» και το κάτω εσώρουχό της, απειλώντας την με αναμένο τσιγάρο ότι θα την κάψουν και με σπασμένο ποτήρι ότι θα την τραυματίσουν, την ανάγκασαν σε πλήρη κατά φύση συνουσία διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλο και οι τρείς τους, επί πλέον δε ο εξ αυτών Κ. και σε παρά φύση από τον πρωκτό ασέλγεια. Ότι, κατά την ενέργεια των ως άνω πράξεων τους, η παθούσα πονούσε, φώναζε δυνατά και ζητούσε βοήθεια, χωρίς να γίνει αντιληπτή διότι οι κατηγορούμενοι είχαν

σε λειτουργία και με υψηλή ένσταση μηχάνημα από το οποίο ακούγονταν μουσική. Ότι, κατά την διάρκεια του ομαδικού της βιασμού και στην προσπάθεια της να αντιδράσει με τις ασθενείς της δυνάμεις, έσπασε τα νύχια της πάνω στα ρούχα των κατηγορουμένων και ότι από την αηδία που την κατέλαβε έκανε δύο (2) φορές εμετό. ‘Ότι, τελικά οι κατηγορούμενοι και αφού ικανοποίησαν τα σεξουαλικά τους ένστικτα, την άφησαν, περί την 5.30 ώρα, να φύγει και μόλις εκείνη βγήκε από το διαμέρισμα «ξεμαλιασμένη και παραπαίουσα» μπήκε αμέσως σε παρακείμενο και ανοιχτό, την ως άνω ώρα φούρνο, όπου ταραγμένη ζήτησε βοήθεια γιατί, όπως είπε, είχε βιασθεί και από όπου πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία («το 100») και κατήγγειλε τα σε βάρος της γενόμενα. ΄Ότι, επανέλαβε αυτά και προφορικώς στους καταφθάσαντες αστυνομικούς, οι οποίοι και αναζήτησαν τους κατηγορουμένους στο διαμέρισμα χωρίς να μπορέσουν να εισέλθουν σε αυτό αφού οι εκεί ευρισκόμενοι δεν άνοιξαν την είσοδο. Συνελήφθησαν όμως αργότερα και προσαχθέντες στο Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας αναγνωρίσθηκαν από την παθούσα. Ότι, ο εκ των κατηγορουμένων Γ. Κ. που ακολούθησε ή συνόδευσε την παθούσα κατά την έξοδό της από το διαμέρισμα, όταν την είδε να εισέρχεται στο φούρνο και άκουσε τον γιό

του ιδιοκτήτη του φούρνου να τη ρωτάει τι της συνέβαινε, έσπευσε να παρατηρήσει ότι ήταν μεθυσμένη και έψαχνε για ταξί, αναχώρησαν αμέσως μετά για να επιστρέψει στο διαμέρισμά του. ‘Ότι, το τελευταίο τούτο γεγονός και ακόμη το ότι η

παθούσα, αμέσως μόλις είχε την δυνατότητα ελεύθερης βούλησης, έσπευσε εκείνη μεν να καταγγείλει τον ομαδικό βιασμό της, οι δε κατηγορούμενοι να κρυφτούν στο διαμέρισμα και να εξαφανίσουν από αυτό όλα τα ενοχοποιητικά για αυτούς ίχνη της πράξης τους, και τέλος το ότι από την έκθεση του ιατροδικαστή Χ. Λ. προκύπτει η ύπαρξη αμέσως μετά τον βιασμό, πρόσφατης ραγάδας στο βλενογόνο του πρωκτού καθώς επίσης και ενδείξεις πρόσφατης εισαγωγής ξένου σώματος στο απευθυσμένο της παθούσης, οδήγησαν, το Συμβούλιο Εφετών, στο συμπέρασμα ότι η κατάθεση της παθούσας είναι αληθής, και ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, κατά τους οποίους οι ερωτικές επαφές τους μαζί της έγιναν με τη θέλησή της χωρίς να ασκηθεί

σε βάρος της οποιαδήποτε βία, δεν είναι βάσιμοι και ότι ναι μεν η συμπεριφορά της

να δεχθεί δηλαδή την προταθείσα από τους κατηγορουμένους συνδιασκέδασή τους δεν δείχνει άτομο που το διακρίνει στις σχέσεις του με το έτερο φύλο, χωρίς όμως

αυτό και να σημαίνει ότι συνιστά λόγο αποδοχής ως βασίμων των ως άνω υπερασπιστικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι οι προκύψασες σε βάρος απάντων των κατηγορουμένων συνεπώς και του αναιρεσείοντα ενδείξεις είναι επαρκείς για να στηρίξουν την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 και 2 Π.Κ. κατηγορία του ομαδικού βιασμού.

4. Έτσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενικής και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για τ ο οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτή, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και ε ΚΠΔ καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 1999 αίτηση των 1) Ε. Κ. και 2) Α. Γ., για αναίρεση

του 117/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ δραχμών εβδομήντα χιλιάδων (70.000).