Έτος
2002
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 348 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος κατ' επάγγελμα διευκολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου από την πιο πάνω διάταξη (άρθρου 348 παρ. 1 Π.Κ.) εγκλήματος είναι η κατ' επάγγελμα, με την προεκτεθείσα έννοια, τέλεσή του με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν.

1975/1991, τιμωρούνται με ποινή φυλακίσως τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 100.000 έως 1.000.000 δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό, τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα, οι οποίοι μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σ' αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη. Από τη τελευταία διάταξη που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να ανακοπεί η αυθαίρετη είσοδος αλλοδαπών στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 του ίδιου νόμου που προβλέπει την ποινική ευθύνη των αλλοδαπών, οι οποίοι εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, πραγματοποιούμενο με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της Χώρας, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή προώθησή τους ως λαθρομεταναστών. Τα στοιχεία αυτά της γνώσεως του παρανόμου της εισόδου των αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος πρέπει να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για την πληρότητα της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ειδικότερα πρέπει να διαλαμβάνει τα προκύψαντα από τις αποδείξεις πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται το παράνομο της εισόδου στο ελληνικό έδαφος των αλλοδαπών και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 1975/1991, αυτός που απασχολεί αλλοδαπό, με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς άδεια εργασίας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο 3 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 δραχμών. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε το αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: «. ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 30-8-95, στην Κατερίνη, με την ιδιότητα του διευθυντή καταστήματος (μπαρ), με το διακριτικό τίτλο «Ραντεβού», και ενεργώντας κατ' επάγγελμα, διευκόλυνε με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγειαμεταξύ άλλων, συγκεκριμένα αυτός διέθετε σε πελάτες του ως άνω καταστήματός του τις αλλοδαπές γυναίκες α) I T του A, 21 ετών, κάτοικο Ουκρανίας, β) N I του A, 20 ετών, κάτοικο Γεωργίας, γ) N N του V, 20 ετών, κάτοικο Γεωργίας, δ) J A του V, 26 ετών, κάτοικο Ουκρανίας, ε) V M του V, 21 ετών, κάτοικο Καζακστάν, στ) R O του A, ετών 19, κάτοικο Ρωσίας, με τις οποίες αυτοί συνουσιάζονταν κατά φύση, αντί αμοιβής άγνωστου ύψους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αυτός σε μη διακριβωθέν χρονικό σημείο του ανωτέρου χρονικού διαστήματος, προώθησε στο εσωτερικό της χώρας τις αλλοδαπές J A και I T, κατοίκους Ουκρανίας, στις οποίες είχε απαγορευθεί η είσοδος στη χώρα, και συγκεκριμένα μετέβη με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της Θεσ/νίκης, από όπου και τις παρέλαβε και τις μετέφερε στην Κατερίνη. Τέλος ο ίδιος και πάλι κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (1-1-95 έως 30-8-95) στον ίδιο τόπο απασχολούσε τις προαναφερόμενες έξι αλλοδαπές γυναίκες χωρίς αυτές να  έχουν άδεια εργασίας. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β. Κ., αξιωματικού της ΕΛ.ΑΣ., ο οποίος καταθέτει για την ύπαρξη κυκλώματος το οποίο εκμεταλλευόταν αλλοδαπές γυναίκες τις οποίες εξέδιδε σε απροσδιόριστο αριθμό ανδρών αντί αμοιβής, την οποία εισέπραττε ο πιο πάνω κατηγορούμενος, στο κατάστημα του οποίου είχαν συλληφθεί τέτοιες γυναίκες (αλλοδαπές), γιατί στερούνταν άδειας εργασίας και ότι ο ως άνω κατηγορούμενος μετέφερε τις προαναφερθείσες αλλοδαπές, μεταξύ των οποίων και τις αμέσως παραπάνω δύο, από το αεροδρόμιο της Θεσ/νίκης στην Κατερίνη. Δεν αναιρείται δε αυτή η κρίση, απ' το ότι, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, από τέσσερα κατηγορητήρια που προσκόμισε ο ίδιος και αναγνώσθηκαν, στο ακροατήριο, προκύπτει ότι απαγγέλθηκαν παρόμοιες κατηγορίες, με τις επίδικες κατά του Π. Σ., πατέρα του, όπως ισχυρίσθηκε ο ίδιος με την ιδιότητά του διευθυντή του παραπάνω καταστήματος. Και τούτο γιατί στις συγκεκριμένες περιπτώσεις προφανώς είχε συλληφθεί αυτός να είναι υπεύθυνος του ως άνω καταστήματος, ενώ στην εκδικαζόμενη υπόθεση και σύμφωνα με την προεκτεθείσα κατάθεση του ως άνω μάρτυρα κατηγορίας, αναφέρεται ο κατηγορούμενος με το όνομα το χριστιανικό (Σάκης)...»

3. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο: α) του πλημμελήματος του άρθρου 348 παρ. 1 του Π.Κ. (διευκόλυνση ακολασίας άλλων, β) του πλημμελήματος του άθρρου 33 παρ. 1 του ν. 1975/1999 και γ) του πλημμελήματος του άρθρου 33 παρ. 7 του ίδιου νόμου, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. Με τις παραδοχές του αυτές, ως προς την πρώτη και την τρίτη αξιόποινη πράξη (διευκόλυνση ακολασίας άλλων - απασχόληση αλλοδαπών χωρίς άδεια εργασίας), το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 348 παρ. 1 του Π.Κ. και 33 παρ. 7 του ν. 1975/1991, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' και Ε΄ του ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως ως προς την πρώτη και την τρίτη αξιόποινη πράξη (διευκόλυνση ακολασίας άλλων - απασχόληση αλλοδαπών χωρίς άδεια εργασίας), με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ως προς την δεύτερη όμως αξιόποινη πράξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 1975/1991 το Εφετείο δεν αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι στις αλλοδαπές γυναίκες, τις οποίες παρέλαβε από το αεροδρόμιο «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» Θεσσαλονίκης και με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μετέφερε στην Κατερίνη, είχε απαγορευθεί η είσοδος στη χώρα για οποιαδήποτε αιτία, ούτε άλλωστε αναφέρει κανένα συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό από το οποίο να συνάγεται η γνώση αυτή του κατηγορουμένου. Εξαιτίας της ελλείψεως αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά το βάσιμο κατά ένα μέρος σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς το κεφάλαιο αυτής με το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το πλημμέλημα του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 1975/1999 και αναγκαίως και ως προς το κεφάλαιο περί επιβολής συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση 1953/2002 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα κεφάλαια της καταδίκης του αναιρεσείοντος για το πλημμέλημα του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 1975/1991 και της επιβολής συνολικής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19 Ιουνίου 2002 αίτηση του Α. Σ. του Π. για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.