Έτος
2002
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Άλλες διατάξεις/ νόμοι που επηρεάζονται
337, 339 παρ.1 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Έννοια αποπλάνησης

 

ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο Πρασουλίδη και Κωνσταντίνο Κωστήρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Φάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ελένης Σταθούλια. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2002, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Τ. του Β., κατοίκου Βύρωνα Αττικής, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.2268/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Σ. Π. του Β. και 2) Α. Μ., κατοίκους Αργυρούπολης Αττικής.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2000 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1781/00.

Έ. ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Φάκος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Καπόλλα με αριθμό 96/8-2-2001, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω την από 10-11-2000 αίτηση του κατηγορουμένου Δ. Τ. του Β., περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 2268/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ' ουσίαν η έφεση του κατά του υπ' αριθ. 31/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας που παραπέμπει αυτόν στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για αποπλάνηση παιδιού, νεωτέρου των 15 ετών και δη μη συμπληρώνοντας τα 10 έτη και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από αντιπρόσωπο που έχει εντολή κατά τους όρους του αρθρ. 96 ΚΠΔ, στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο και περιέχει συγκεκριμένο λόγο, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 περ. Α στοιχ. α΄ και 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς, τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, ή κατά την έκθεση αυτήν υπάρχει αντίφαση, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Σύμφωνα εξάλλου με τη διάταξη του αρθρ. 339 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται α) με κάθειρξη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, β) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα όχι όμως και τα δέκα τρία έτη και γ) με φυλάκιση αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα τρία έτη. Από τη διάταξη αυτή, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οιαδήποτε άποψη πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε, κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή έχει κριθεί ότι αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και στο σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (ΑΠ. 105/1998, Π. Χρ. ΜΗ/754). Στη προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει κατά το είδος τους προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος και η υπέργηρη μητέρα του είχαν μισθώσει δύο δωμάτια στο ισόγειο οικίας στον Αλμυροπόταμο Ευβοίας, για τις θερινές διακοπές. Στο ισόγειο της ίδιας οικίας, μίσθωσε δωμάτιο και ο Σπυρ. Π., όπου εγκατέστησε την μητέρα του και τα δύο ανήλικα τέκνα του, Ι., που γεννήθηκε την 27-12-1989 και Β. Τις απογευματινές ώρες της 2/7/1999, η μητέρα του κατηγορουμένου προσκάλεσε τα παιδιά του Π. να δουν τηλεόραση στο δωμάτιο του κατηγορουμένου, όπου βρισκόταν και αυτή. Τα παιδιά δέχθηκαν και μετά από λίγη ώρα πήγε πρώτος ο Βασίλειος και μετά από λίγο και η παθούσα Ι., η οποία όμως βρήκε στο διάδρομο, μπροστά στη πόρτα του δωματίου του, τον κατηγορούμενο, ο οποίος την έπιασε από τους ώμους και με τα δάκτυλά του έτριβε την πλάτη της με κινήσεις σαν να έκανε μασάζ. Στη συνέχεια, αφού με τα χέρια του την καθήλωσε με την πλάτη στον τοίχο, εμποδίζοντάς την να φύγει και παροτρύνοντάς την να παραμείνει, αφού η παθούσα, ευρισκόμενη σε προφανή σύγχυση από την περίεργη μέχρι τη στιγμή εκείνη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήθελε να απομακρυνθεί, όταν δε το επιχείρησε αυτός (κατηγορούμενος) την έπιασε από τη μέση με σκοπό να τη σηκώσει στην αγκαλιά του, χωρίς να το επιτύχει, έσκυψε το κεφάλι του προς το πρόσωπο της παθούσας και άρχισε να τη φιλά πρώτα στο δεξιό μάγουλο και στη συνέχεια έφθασε στο στόμα, αρχικά κόλλησε τα χείλη του στο στόμα της παθούσας και έτριβε τα χείλη του με τα δικά της, μετά δε, με τη γλώσσα του επανειλημμένα έγλειφε τα χείλη της και την στοματική της κοιλότητα. Μάλιστα, βλέποντας ότι η παθούσα ήθελε να τον αποφύγει, τη ρώτησε γιατί δεν ήθελε και αυτή, σε πλήρη σύγχυση από το απρόσμενο συμβάν, απάντησε ότι θέλει να πάει στο δωμάτιο της και απωθώντας τον κατάφερε να φύγει. Συνεπώς, καταλήγει το Συμβούλιο, η πράξη του κατηγορουμένου δεν είναι μία ήσσονος σημασίας ερωτική εκδήλωση, δηλαδή στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός στο μάγουλο, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για ασελγή χειρονομία με αποτέλεσμα τη βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας του άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του και συνεπώς για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 ΠΚ, όπως ο Εισαγγελέας είχε προτείνει, αλλά για πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, η οποία κατέτεινε στη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ και απέδωσε στη διάταξη αυτή που εφάρμοσε την έννοια που πραγματικά έχει, την οποία δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 399, αντί της διατάξεως του αρθρ. 337 παρ. 1 και 2 ΠΚ και ειδικότερα διότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της αποπλανήσεως παιδιού εν προκειμένω, αφού πρόκειται για απλές ψαύσεις, θωπείες, εναγκαλισμό και ασπασμούς, για χειρονομίες δηλαδή ασέλγειες που στοιχειοθετούν το έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 337 ΠΚ, ενώ αποπλάνηση υπάρχει μόνον σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως των γεννητικών οργάνων, με οποιοδήποτε τρόπο, προς επιτυχία ηδονιστικού σκοπού, είναι αβάσιμοι εν όψει των εκτεθέντων.

Πρέπει κατά ταύτα να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος (αρθρ. 485 παρ. 1, 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω: Να απορριφθεί η από 10-11-2000 αίτηση του Δ. Τ. του Β., περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 2268/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου

Αναστάσιος Καπόλλας».-

ΑΦΟΥ ΑΚΟΥΣΕ

Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ.1 ΠΚ «όποιος ενεργεί ασελή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται α) με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών, αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη ..». Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών, η οποία αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Έτσι στοιχειοθετεί το πιο πάνω έγκλημα όχι μόνο η συνουσία ή ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και στο στόμα του ανηλίκου, εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν αυτό δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και στην περίπτωση που η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.

2.-ΕΠΕΙΔΗ στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι από τα κατονομαζόμενα κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και η υπέργηρη μητέρα του είχαν μισθώσει δύο δωμάτια στο ισόγειο οικίας στον Αλμυροπόταμο Ευβοίας για τις θερινές διακοπές του 1999. Στο ισόγειο της ίδιας οικίας μίσθωσε δωμάτιο και ο Σπυρ. Π., όπου εγκατέστησε τη μητέρα του και τα δύο ανήλικα τέκνα του, την Ι., που γεννήθηκε στις 27.12.1989 και τον Β. Τις απογευματινές ώρες της 2.7.1999 η μητέρα του κατηγορουμένου προσκάλεσε τα παιδιά του Π. να παρακολουθήσουν τηλεόραση στο δωμάτιο του κατηγορουμένου, όπου βρισκόταν και αυτή. Τα παιδιά δέχθηκαν και μετά από λίγη ώρα πήγε πρώτος ο Βασίλειος και μετά από λίγο και η παθούσα Ι., η οποία όμως βρήκε στο διάδρομο, μπροστά στην πόρτα του δωματίου του, τον κατηγορούμενο, ο οποίος την έπιασε από τους ώμους και με τα δάκτυλά του έτριβε την πλάτη της με κινήσεις σαν να έκανε μασάζ. Στη συνέχεια, αφού με τα χέρια του την καθήλωσε με την πλάτη στον τοίχο, εμποδίζοντάς την να φύγει και παροτρύνοντάς την να παραμείνει, αφού η παθούσα, ευρισκόμενη σε προφανή σύγχυση από την περίεργη μέχρι τη στιγμή εκείνη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ήθελε να απομακρυνθεί, όταν δε το επιχείρησε, αυτός (κατηγορούμενος) την έπιασε από τη μέση με σκοπό να την σηκώσει στην αγκαλιά του, χωρίς να το επιτύχει, έσκυψε το κεφάλι του προς το πρόσωπο της παθούσας και άρχισε να τη φιλά πρώτα στο δεξιό μάγουλο και στη συνέχεια έφθασε στο στόμα. Αρχικά κόλλησε τα χείλη του στο στόμα της παθούσας και έτριβε τα χείλη του με τα δικά της, μετά δε με τη γλώσσα του επανειλημμένα έγλειφε τα χείλη της και την στοματική της κοιλότητα. Μάλιστα, βλέποντας ότι η παθούσα ήθελε να τον αποφύγει, τη ρώτησε γιατί δεν ήθελε και αυτή, σε πλήρη σύγχυση από το απρόσμενο συμβάν, απάντησε ότι θέλει να πάει στο δωμάτιό της και απωθώντας τον κατάφερε να φύγει. Δέχθηκε, περαιτέρω, το Συμβούλιο ότι η πιο πάνω πράξη του κατηγορουμένου δεν είναι μία ήσσονος σημασίας ερωτική εκδήλωση, δηλαδή στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός στο μάγουλο της παθούσας, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για ασελγή χειρονομία με αποτέλεσμα τη βάναυση προσβολή εκείνης στο πεδίο της γενετήσιας αξιοπρέπειας, κατά το άρθρο 337 ΠΚ, αλλά για πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, η οποία κατέτεινε στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για το κακούργημα της αποπλανήσεως θήλεως νεότερου των 10 ετών (άρθρο 339 παρ.1α΄ΠΚ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 339 παρ.1α΄ ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Είναι συνεπώς, αβάσιμος και πρέπει ν΄ απορριφθεί ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 484 παρ.1β΄ΚΠΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως (με τον οποίο ο αναιρεσείων περαιτέρω ισχυρίζεται αβασίμως ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του στοιχειοθετεί το έγκλημα του άρθρου 337 ΠΚ και όχι εκείνο της αποπλανήσεως παιδίσκης), συνακόλουθα δε και η αίτηση αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.11.2000 αίτηση του Δ. Τ., για αναίρεση του υπ΄ αριθ.2268/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ