Έτος
2002
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Άλλες διατάξεις/ νόμοι που επηρεάζονται
339 § 1 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αποπλάνηση και παρά φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων

 

Κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα (ή τα εγκλήματα) που ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα εν λόγω περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτό κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο Α. Στ. Ματαράγκας, παθών ανήλικος, γεννήθηκε στην Καρδίτσα στις 22-10-1982. Οι γονείς του Σταμάτιος Ματαράγκας και Κωνσταντίνα Καραλέξη παντρεύτηκαν στις 16-8-1981, αλλά σύντομα χώρισαν. Σε ηλικία μόλις επτά (7) μηνών εγκαταλείφθηκε από τη μητέρα του και έκτοτε διέμεινα στο Περιστέρι (Λυσίου 7) συνεχώς με τον πατέρα του που είχε αναλάβει, δυνάμει του από 17-9-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού των γονέων του που κατατέθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών για λύση συναινετική του γάμου, την επιμέλειά του. Οι σχέσεις πατέρα και γιού αρχικά ήταν αρμονικές, όμως από την ηλικία των 13 ετών ο γιός άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα προς τον πατέρα του. Δημιούργησε προβλήματα στους συμμαθητές και τους καθηγητές του και είχε συλληφθεί κατ' επανάληψη για κλοπές μοτοποδηλάτων και χρήση ναρκωτικών. Τ. Αύγουστο 1996, σε ηλικία 13 ετών, γνώρισε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Εμ. Μ., ιδιωτικό υπάλληλο, γεννηθέντα στις 3-12-1947, στην παραλία Αλίμου. Αμέσως του εξιστόρησε την εν γένει οικογενειακή και προσωπική κατάστασή του. Ο κατηγορούμενος αυτός, αν και πληροφορήθηκε ότι ο ανήλικος είχε φύγει από την πατρική του εστία και μολονότι διαπίστωσε από τη σωματική του διάπλαση ότι δεν είχε συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, πρότεινε σ' αυτόν να τον φιλοξενήσει στο διαμέρισμα (γκαρσονιέρα) που αρχικά είχε μισθώσει στην Αθήνα και στην οδό Α., υποστηρίζοντας έτσι την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία του πατέρα του. Απώτερος βέβαια σκοπός του κατηγορουμένου, που είναι άγαμος, ήταν να μεταχειριστεί τον ανήλικο αυτό, που αντιμετώπιζε προσωπικά και ψυχολογικά προβλήματα, σε ασχολίες ανήθικες και μάλιστα να ενεργεί σε βάρος του ανηλίκου ασελγείς πράξεις προς ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Πράγματι ο ανήλικος δέχτηκε την πρόταση αυτή του κατηγορουμένου και εγκαταστάθηκε αρχικά για ένα διάστημα στο διαμέρισμα αυτό της Α. και στη συνέχεια στο μισθωμένο επίσης από τον κατηγορούμενο υπόγειο άλλο διαμέρισμα σε πολυκατοικία της οδού Α. 92. Κ. το διάστημα της παραμονής του στα διαμερίσματα αυτά, από 13-8-1996 μέχρι 13-8-1997, ο κατηγορούμενος του παρείχε στέγη, τροφή και χρήματα, ακόμη φρόντιζε την καθαριότητα των ρούχων του που έδινε για πλύσιμο στο καθαριστήριο. Έτσι διευκόλυνε ο κατηγορούμενος και ενίσχυσε την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την πατρική του οικία και παρέτεινε τη διαμορφωθείσα παράνομη κατάσταση, καθιστώντας ανέφικτη την άσκηση του δικαιώματος επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου από τον εγκαλούντα πατέρα του. Όλα αυτά τα έκανε ο κατηγορούμενος για το σκοπό που επιδίωξε και πέτυχε, δηλαδή να μεταχειρίζεται τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες και μάλιστα για να έρχεται μαζί του σε παρά φύση ασέλγεια, ικανοποιώντας τη γενετήσια επιθυμία του. Σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, κατά το άνω διάστημα από 13-8-1996 μέχρι 13-8-1997, είναι αλήθεια ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε με τον ανήλικο παρά φύση ερωτικές σχέσεις και συγκεκριμένα έβαζε το σε στύση περιερχόμενο πέος του στον πρωκτό του ανηλίκου, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν ηλικίας μόλις 13 ετών και δεν είχε συμπληρώσει το 15ο έτος, προσβάλλοντας με την πράξη του αυτή το αίσθημα της αιδούς και της ηθικής του υγιώς σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την «προσφορά» αυτή του ανηλίκου ο κατηγορούμενος , όπως ειπώθηκε, του παρείχε, σε αντάλλαγμα, στέγη, χρήματα, φαγητό και του έπλυνε τα ρούχα. Ακόμη ο κατηγορούμενος αυτός είχε εγκαταστήσει στο ίδιο αυτό διαμέρισμα της οδού Α. από τις αρχές Αυγούστου 1997 και έναν άλλο νεαρό, άγνωστης σήμερα διαμονής, το Ρουμάνο N. F. του S., ηλικίας 22 ετών. Ό. δεν περιορίστηκε σ' αυτά και στην προσωπική γενετήσια ικανοποίησή του με τον άτυχο ανήλικο, αλλά κατά το διάστημα από αρχές Μαϊου 1997 και μέχρι 13-8-1997, επέτρεψε και στον συγκατηγορούμενο φίλο του Γ. Κ., γεννηθέντα στις 8-2-1960, ηλεκτρονικό στο «ΩΝΑΣΕΙΟ», να επισκέπτεται τον ανήλικο Ματαράγκα στο διαμέρισμα αυτό και να έρχεται και εκείνος σε παρά φύση ασέλγεια μαζί του τουλάχιστον δύο τρεις φορές το μήνα, βάζοντας το σε στύση περιερχόμενο πέος του στον πρωκτό του ανηλίκου, αν και γνώριζε ότι αυτός δεν είχε συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, πετυχαίνοντας έτσι την εκσπερμάτωσή του και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Σε αντάλλαγμα ο φίλος του συγκατηγορούμενος για κάθε σεξουαλική επαφή έδινε στον ανήλικο 10.000 δραχμές και του παρείχε φαγητό με πλύσιμο των ρούχων του. Οι δύο φίλοι συγκατηγορούμενοι (Μ. . ) ερχόταν επιπλέον σε σεξουαλική επαφή με τον πιο πάνω Ρουμάνο, στον οποίο παρείχαν στέγη, τροφή και χρήματα για τις υπηρεσίες του. Στις 13-8-1997 ο Ρουμάνος N. F. επιστρέφοντας στο παραπάνω διαμέρισμα βρήκε τον ανήλικο σε κωματώδη κατάσταση από χρήση ναρκωτικών ουσιών. Με ασθενοφόρο του «Ε. » μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο «ΣΩΤΗΡΙΑ» και κατόπιν στο «ΠΑΙΔΩΝ ΠΕΝΤΕΛΗΣ». Η αστυνομία ειδοποίησε τον εγκαλούντα πατέρα που ενδιαφέρθηκε και μετά την έξοδο του παιδιού του από το νοσοκομείο το οδήγησε στο σπίτι του. Ό. τελικά ο ανήλικος παρέμεινε στο πατρικό σπίτι μέχρι τις 28-8-1997, γιατί στη συνέχεια, προφανώς για να αποφύγει την εξέτασή του από την ιατροδικαστική υπηρεσία για την οποία η αστυνομία του είχε χορηγήσει σχετικό έγγραφο (για να διαπιστωθεί και ιατρικά η τελεσθείσα σε βάρος του παρά φύση ασέλγεια), εγκατέλειψε και πάλι (φεύγοντας από το φωταγωγό) την πατρική οικία και εξαφανίστηκε, για να βρεθεί μετά από λίγους μήνες, στις 14-2-1998, νεκρός από χρήση ναρκωτικών ουσιών σε εγκαταλελειμμένο βαγόνι τρένου στο αμαξοστάσιο «ΟΣΕ» Ρέντη. Η κρίση του συμβουλίου αυτού για τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στηρίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκε και ιδίως στις από 15-3-1999 (ανακριτική), 13-8-1997, 22-8-1997 και 2-9-1997 (προανακριτικές) ένορκες καταθέσεις του εγκαλούντος πατέρα και στην από 13-8-1997 ένορκη προανακριτική κατάθεση του πιο πάνω Ρουμάνου, ενώπιον του αρχιφύλακα Ν. Κ. Για τον πατέρα πρέπει να λεχθεί ότι, από τις πληροφορίες που άντλησε από το γιό του, το Ρουμάνο και την αστυνομία, έχει καταλήξει σε βεβαιότητα ότι ο εδώ κατηγορούμενος Ε. Μ., όπως και ο φίλος του συγκατηγορούμενος Γ. Κ., ενεργούσαν κατ' εξακολούθηση παρά φύση ασέλγεια σε βάρος του ανηλίκου γιού του και για κάθε σεξουαλική επαφή του έδιναν ένα χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών. Ε. ο Ρουμάνος N. F. στην άνω κατάθεσή του είπε, ότι τόσον ο ίδιος, όσον και ο Α. Μ., έκαναν με τον Ε. Μ. έρωτα, κάθε φορά δε τους έδινε και 10.000 δραχμές στον καθένα. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, αν και έμενε με τον πατέρα του στη Γλυφάδα, διατηρούσε στην Αθήνα μισθωμένο διαμέρισμα, γιατί ο πατέρας του ήταν άρρωστος και ιδιόρρυθμος, στο διαμέρισμα αυτό κοιμόταν μερικές φορές, δεν γνώριζε ότι ο ανήλικος είχε φύγει από τον πατέρα του, ξεγελούσε η ηλικία του γιατί ήταν ψηλός και έλεγε ότι ήταν γύρω στα 15, η δική του συμπεριφορά ήταν μία περιστασιακή φιλοξενία, στην Ιταλία που έζησε από το 1966 μέχρι το 1989 συζούσε με διάφορες γυναίκες και δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις με τον άτυχο Α. Οι ισχυρισμοί του αυτοί διαψεύδονται από το όλο αποδεικτικό υλικό και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Είχε εξάλλου υποχρέωση να ενημερώσει, αν είχε καλές προθέσεις, την αστυνομία από τις πρώτες κιόλας ημέρες ή την κοινωνική υπηρεσία των ανηλίκων σχετικά με τον ανήλικο αυτό, ώστε να ανευρεθεί ο πατέρας και να φροντίσει το παιδί του. Αντί της υποχρέωσης αυτής, παρείχε στον ανήλικο τροφή, στέγη και χρήματα, υποστηρίζοντας την εκούσια διαφυγή του από την πατρική οικία. Η υποστήριξη αυτή, σε άτομο που ήταν ανήλικο, χωρίς να συνδέεται με κάποια προηγούμενη φιλία μαζί του, με άμεσο κίνδυνο να βρεθεί υπόλογος στη δικαιοσύνη, ενισχύει την κρίση του συμβουλίου, ότι έγινε γιατί τον χρησιμοποιούσε τον ανήλικο για ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του ίδιου και του φίλου του κατά τα προεκτεθέντα. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγει το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπάρχουν στην εξεταζόμενη υπόθεση σοβαρές και επαρκείς , κατά την έννοια του άρθρου 313 ΚΠΔ, ενδείξεις, που δικαιολογούν και επιβάλλουν την παραπομπή του κατηγορουμένου Ε. Μ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα), για να δικασθεί για τις πιο πάνω πράξεις, που στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας σε σχέση με το αδίκημα της διάταξης του άρθρου 324 παρ.1 και 2 ΠΚ, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περίστασης που προέκυψε από την αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δηλαδή της τέλεσης της πράξης με σκοπό να μεταχειριστεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που καθιστά ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 324 παράγραφοι 1 και 2, 339 παρ.1 εδ. γ' και 347 παρ.1 περ. β' του Π.Κ., τις οποίες, κατ' ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν στην πράξη της αρπαγής ανηλίκου κακουργηματικό χαρακτήρα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών, από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι τούτο εξετίμησε και έλαβε υπόψη, πλην των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας του κατηγορουμένου και όλες ανεξαιρέτως τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όχι μόνο ορισμένες εξ αυτών, επιλεκτικά, όπως ο αναιρεσείων διατείνεται, αφού στο μεν τέλος του 14ου φύλλου του βουλεύματος και ιδίως την αρχή του 15ου φύλλου αυτού αναφέρεται ότι τα αναφερόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά (που δέχθηκε ως αποδειχθέντα) προέκυψαν «από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την προανάκριση και την κύρια ανάκριση . και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία», στο δε 17ο φύλλο επαναλαμβάνεται ότι «η κρίση του συμβουλίου αυτού για τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στηρίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν.», το γεγονός δε ότι στη συνέχεια αναφέρεται ότι η κρίση αυτή του συμβουλίου στηρίζεται «ιδίως, στις μνημονευόμενες καταθέσεις του εγκαλούντος πατρός του ανηλίκου και την προανακριτική κατάθεση του Ρουμάνου N. F., ουδόλως σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων. Επομένως οι τρεις πρώτοι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και ε' του ΚΠΔ, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους εμμέσως πλην σαφώς, αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.-

Ι.Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27, 43, 309, 317 και 318 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ή ζ' του ΚΠΔ, η παραδοχή, το πρώτο από το Συμβούλιο Εφετών, επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως, ακόμη και όταν εισάγεται σ' αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί, κατά το άρθρο 318 του ΚΠΔ το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου, κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, μπορεί να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ.1 του αυτού Κώδικα, που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, που έχει εφαρμογή επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικών γι' αυτόν αποφάσεων και όχι και κατά παραπεμπτικών αυτού βουλευμάτων (βλ. ενδεικτικά Α.Π. 1297/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ' 499). Δεν αποτελεί επίσης ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και η από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών παραδοχή επιβαρυντικής περιστάσεως, καίτοι αυτή δεν περιλαμβανόταν στην ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη και την απαγγελθείσα από τον ανακριτή κατηγορία. Επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος του άρθρου 324 παρ.1 του Π.Κ., η οποία προσδίδει σ' αυτό κακουργηματικό χαρακτήρα, αποτελεί κατά την παράγραφο 2 εδ. β' του εν λόγω άρθρου και η αρπαγή ανηλίκου που έγινε με σκοπό να τον μεταχειριστεί ο δράστης σε ανήθικες ασχολίες, όπως είναι και η ενέργεια ασελγών πράξεων μαζί του. Επομένως η παραδοχή εν προκειμένω τόσο από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όσο και από το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω επιβαρυντική περίσταση (του άρθρου 324 παρ.2β του Π.Κ.), καθόσον αφορά την πράξη της αρπαγής ανηλίκου, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της για την πράξη αυτή κατηγορίας (για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και είχε απαγγελθεί κατηγορία χωρίς τη συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως) και ως εκ τούτου δεν θεμελιούται ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ σχετικός (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.- IV.- Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το εκδόσαν αυτό Συμβούλιο εδραίωσε την κρίση του για την παραπομπή του στο ακροατήριο λαμβάνοντας υπόψη του και μάλιστα «κατ' υπεροχήν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα» την από 13-8-1997 προανακριτική κατάθεση του Ρουμάνου N. F. του S., που δόθηκε στην Ελληνική γλώσσα, χωρίς την πρόσληψη διερμηνέα κατ' άρθρο 233 παρ.1 ΚΠΔ, μολονότι δεν βεβαιώνεται ούτε στην εν λόγω κατάθεση ούτε στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα ότι ο εν λόγω μάρτυς εγνώριζε την Ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο ο διορισμός διερμηνέως. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όμως, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω ο αναιρεσείων, παραβιάστηκε το θεμελιώδες δικαίωμά του να λάβει με πληρότητα γνώση όλων των εγγράφων της προδικασίας, ώστε να δυνηθεί έτσι ν' ασκήσει κάθε νόμιμο δικαίωμά του προς αντίκρουση της σε βάρος του κατηγορίας και επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο κατ' άρθρο 484 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ, ήτοι για απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγω μη τηρήσεως (κατά τους ισχυρισμούς του) των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπισή του και την άσκηση των παρεχομένων σ' αυτόν δικαιωμάτων. Ανεξαρτήτως όμως του ότι, κατά την άποψή μας, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας ο μη διορισμός διερμηνέως κατά την προανακριτική ή ανακριτική κατάθεση μάρτυρος που δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, αφού με την εν λόγω παράλειψη (διορισμού διερμηνέως του μάρτυρος) δεν παραβιάζεται καμία από τις διατάξεις που καθορίζουν «την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται», στην προκειμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερθείσας προανακριτικής κατάθεσης του πιο πάνω αλλοδαπού μάρτυρος, ο εν λόγω μάρτυς δεν εδήλωσε άγνοια ή μη επαρκή γνώση της Ελληνικής γλώσσας, αλλ' ούτε και ο ενεργήσας την προανάκριση ανακριτικός υπάλληλος διεπίστωσε κάτι τέτοιο για να προβεί στο διορισμό διερμηνέως (βλ. σχετικώς Α.Π. 714/1996 Π.Χρ. ΜΖ' 963).-

V.- Ο έκτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94, 339 και 347 παρ.1β του Π.Κ., που στηρίζεται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ των από τα άρθρα αυτά προβλεπομένων πράξεων της αποπλανήσεως παιδιού και της παρά φύση ασέλγειας μεταξύ αρρένων δεν υπάρχει πραγματική συρροή, αλλά φαινομενική τοιαύτη καθόσον, η δεύτερη ως ειδικότερη, κατισχύει της πρώτης, η οποία απορροφάται απ' αυτήν, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, όπως γίνεται παγίως δεκτό (βλ. τις αναφερόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα παραπομπές) μεταξύ των παραπάνω εγκλημάτων υπάρχει αληθής (πραγματική) και' ιδέαν συρροή, όπως δέχθηκε ορθά και το Συμβούλιο Εφετών με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του. Ύστερα από τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΩ : Ν' απορριφθεί η από 4-2-2000 και με αριθμό 14/2000 αίτηση του κατηγορουμένου Ε. Μ. του Φ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 102/2000 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.-

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Βασίλειος Ξενικάκης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.-

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 324 παρ.1α' Π.Κ. συνάγεται ότι η αρπαγή ανηλίκου, που είναι έγκλημα διαρκές και υπαλλακτικώς μικτό, συντελείται και με την εκ μέρους τρίτων αφαίρεση του ανηλίκου ή την υποστήριξη της εκούσιας διαφυγής αυτού από την εξουσία των γονέων, των επιτρόπων ή οποιουδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, είτε και με τους δύο αυτούς τρόπους. Ως αφαίρεση νοείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο της διαμονής του σε άλλον, κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτός που δικαιούται ν' ασκεί την επιμέλειά του , σύμφωνα με το νόμο ή με δικαστική απόφαση, να στερείται της δυνατότητας ανατροφής και επιβλέψεώς του, ως υποστήριξη δε κάθε παραίνεση, προτροπή, συνδρομή και απλή βοήθεια προς εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των προαναφερομένων προσώπων. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος (και ενδεχόμενος δόλος αρκεί) που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι ο ανήλικος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια ή σε σχέση τέτοια που βάσει αυτής άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του και τη θέληση του δράστη να του αφαιρέσει από αυτήν. Κατά την παρ.2 εδ. β' του ίδιου άρθρου αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου κατά την παρ.1, επισύρουσα ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών, η αρπαγή που έγινε με σκοπό ο δράστης να μεταχειρισθεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες και συνακόλουθα η παραδοχή το πρώτο από το δικαστικό συμβούλιο της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, ούτε εμποδίζεται από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος, που καθιερώνει το άρθρο 470 ΚΠΔ, αφού η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στην άσκηση ενδίκου μέσου μόνο κατά καταδικαστικών αποφάσεων, όχι δε και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 339 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την ηθική, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 347 παρ.1 περίπτ. 1 του ΠΚ θεωρείται παρά φύσηασέλγεια μεταξύ αρρένων οποιαδήποτε ασελγής πράξη μεταξύ ενηλίκου και ανηλίκου νεότερου των 17 ετών, που έρχονται σε σωματική επαφή, η οποία όμως συντελέσθηκε με παραπλάνηση του δεύτερου από τον πρώτο στο να ενεργήσει ή υποστεί την πράξη αυτή. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οπότε δεν είναι εφικτός από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.-

ΕΠΕΙΔΗ στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών κατηγορουμένων), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο Α. Στ. Μ., παθών ανήλικος, γεννήθηκε στην Καρδίτσα στις 22-10-1982. Οι γονείς του Σ. Μ. και Κ. Κ. παντρεύτηκαν στις 16-8-1981, αλλά σύντομα χώρισαν. Σε ηλικία μόλις επτά (7) μηνών εγκαταλείφθηκε από τη μητέρα του και έκτοτε διέμεινα στο Περιστέρι (Λυσίου 7) συνεχώς με τον πατέρα του που είχε αναλάβει, δυνάμει του από 17-9-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού των γονέων του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για λύση συναινετική του γάμου, την επιμέλειά του. Οι σχέσεις πατέρα και γιού αρχικά ήταν αρμονικές, όμως από την ηλικία των 13 ετών ο γιός άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα προς τον πατέρα του. Δημιούργησε προβλήματα στους συμμαθητές και τους καθηγητές του και είχε συλληφθεί κατ' επανάληψη για κλοπές μοτοποδηλάτων και χρήση ναρκωτικών. Τ. Αύγουστο 1996, σε ηλικία 13 ετών, γνώρισε τον (ήδη αναιρεσείοντα) εκκαλούντα κατηγορούμενο Εμ. Μ., ιδιωτικό υπάλληλο, γεννηθέντα στις 3-12-1947, στην παραλία Αλίμου. Αμέσως του εξιστόρησε την εν γένει οικογενειακή και προσωπική κατάστασή του. Ο κατηγορούμενος αυτός, αν και πληροφορήθηκε ότι ο ανήλικος είχε φύγει από την πατρική του εστία και μολονότι διαπίστωσε από τη σωματική του διάπλαση ότι δεν είχε συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, πρότεινε σ' αυτόν να τον φιλοξενήσει στο διαμέρισμα (γκαρσονιέρα) που αρχικά είχε μισθώσει στην Αθήνα και στην οδό Α., υποστηρίζοντας έτσι την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία του πατέρα του. Απώτερος βέβαια σκοπός του κατηγορουμένου, που είναι άγαμος, ήταν να μεταχειριστεί τον ανήλικο αυτό, που αντιμετώπιζε προσωπικά και ψυχολογικά προβλήματα, σε ασχολίες ανήθικες και μάλιστα να ενεργεί σε βάρος του ανηλίκου ασελγείς πράξεις προς ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Πράγματι ο ανήλικος δέχτηκε την πρόταση αυτή του κατηγορουμένου και εγκαταστάθηκε αρχικά για ένα διάστημα στο διαμέρισμα αυτό της Α. και στη συνέχεια στο μισθωμένο επίσης από τον κατηγορούμενο υπόγειο άλλο διαμέρισμα σε πολυκατοικία της οδού Α. 92. Κ. το διάστημα της παραμονής του στα διαμερίσματα αυτά, από 13-8-1996 μέχρι 13-8-1997, ο κατηγορούμενος του παρείχε στέγη, τροφή και χρήματα, ακόμη φρόντιζε την καθαριότητα των ρούχων του που έδινε για πλύσιμο στο καθαριστήριο. Έτσι διευκόλυνε ο κατηγορούμενος και ενίσχυσε την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την πατρική του οικία και παρέτεινε τη διαμορφωθείσα παράνομη κατάσταση, καθιστώντας ανέφικτη την άσκηση του δικαιώματος επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου από τον εγκαλούντα πατέρα του. Όλα αυτά τα έκανε ο κατηγορούμενος για το σκοπό που επιδίωξε και πέτυχε, δηλαδή να μεταχειρίζεται τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες και μάλιστα για ν' έρχεται μαζί του σε παρά φύση ασέλγεια, ικανοποιώντας τη γενετήσια επιθυμία του. Σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, κατά το άνω διάστημα από 13-8-1996 μέχρι 13-8-1997, είναι αλήθεια ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε με τον ανήλικο παρά φύση ερωτικές σχέσεις και συγκεκριμένα έβαζε το σε στύση περιερχόμενο πέος του στον πρωκτό του ανηλίκου, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν ηλικίας μόλις 13 ετών και δεν είχε συμπληρώσει το 15ο έτος, προσβάλλοντας με την πράξη του αυτή το αίσθημα της αιδούς και της ηθικής του υγιώς σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την «προσφορά» αυτή του ανηλίκου ο κατηγορούμενος , όπως ειπώθηκε, του παρείχε, σε αντάλλαγμα, στέγη, χρήματα, φαγητό και του έπλυνε τα ρούχα. Ακόμη ο κατηγορούμενος αυτός είχε εγκαταστήσει στο ίδιο αυτό διαμέρισμα της οδού Α. από τις αρχές Αυγούστου 1997 και έναν άλλο νεαρό, άγνωστης σήμερα διαμονής, το Ρουμάνο N. F. του S., ηλικίας 22 ετών. Ό. δεν περιορίστηκε σ' αυτά και στην προσωπική γενετήσια ικανοποίησή του με τον άτυχο ανήλικο, αλλά κατά το διάστημα από αρχές Μαϊου 1997 και μέχρι 13-8-1997, επέτρεψε και στον συγκατηγορούμενο φίλο του Γ. Κ., γεννηθέντα στις 8-2-1960, ηλεκτρονικό στο «ΩΝΑΣΕΙΟ», να επισκέπτεται τον ανήλικο Ματαράγκα στο διαμέρισμα αυτό και να έρχεται και εκείνος σε παρά φύση ασέλγεια μαζί του τουλάχιστον δύο τρεις φορές το μήνα, βάζοντας το σε στύση περιερχόμενο πέος του στον πρωκτό του ανηλίκου, αν και γνώριζε ότι αυτός δεν είχε συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, πετυχαίνοντας έτσι την εκσπερμάτωσή του και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Σε αντάλλαγμα ο φίλος του συγκατηγορούμενος για κάθε σεξουαλική επαφή έδινε στον ανήλικο 10.000 δραχμές και του παρείχε φαγητό με πλύσιμο των ρούχων του. Οι δύο φίλοι συγκατηγορούμενοι (Μ. . ) ερχόταν επιπλέον σε σεξουαλική επαφή με τον πιο πάνω Ρουμάνο, στον οποίο παρείχαν στέγη, τροφή και χρήματα για τις υπηρεσίες του. Στις 13-8-1997 ο Ρουμάνος N. F. επιστρέφοντας στο παραπάνω διαμέρισμα βρήκε τον ανήλικο σε κωματώδη κατάσταση από χρήση ναρκωτικών ουσιών. Με ασθενοφόρο του «Ε. » μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο «ΣΩΤΗΡΙΑ» και κατόπιν στο «ΠΑΙΔΩΝ ΠΕΝΤΕΛΗΣ». Η αστυνομία ειδοποίησε τον εγκαλούντα πατέρα του, που ενδιαφέρθηκε και μετά την έξοδο του παιδιού του από το νοσοκομείο το οδήγησε στο σπίτι του. Ό. τελικά ο ανήλικος παρέμεινε στο πατρικό σπίτι μέχρι τις 28-8-1997, γιατί στη συνέχεια, προφανώς για να αποφύγει την εξέτασή του από την ιατροδικαστική υπηρεσία για την οποία η αστυνομία του είχε χορηγήσει σχετικό έγγραφο (για να διαπιστωθεί και ιατρικά η τελεσθείσα σε βάρος του παρά φύση ασέλγεια), εγκατέλειψε και πάλι (φεύγοντας από το φωταγωγό) την πατρική οικία και εξαφανίστηκε, για να βρεθεί μετά από λίγους μήνες, στις 14-2-1998, νεκρός από χρήση ναρκωτικών ουσιών σε εγκαταλελειμμένο βαγόνι τρένου στο αμαξοστάσιο «ΟΣΕ» Ρέντη. Η κρίση του συμβουλίου αυτού για τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στηρίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκε και ιδίως στις από 15-3-1999 (ανακριτική), 13-8-1997, 22-8-1997 και 2-9-1997 (προανακριτικές) ένορκες καταθέσεις του εγκαλούντος πατέρα και στην από 13-8-1997 ένορκη προανακριτική κατάθεση του πιο πάνω Ρουμάνου, ενώπιον του αρχιφύλακα Ν. Κ. Για τον πατέρα πρέπει να λεχθεί ότι, από τις πληροφορίες που άντλησε από το γιό του, το Ρουμάνο και την αστυνομία, έχει καταλήξει σε βεβαιότητα ότι ο εδώ κατηγορούμενος Ε. Μ., όπως και ο φίλος του συγκατηγορούμενος Γ. Κ., ενεργούσαν κατ' εξακολούθηση παρά φύση ασέλγεια σε βάρος του ανηλίκου γιού του και για κάθε σεξουαλική επαφή του έδιναν ένα χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών. Ε. ο Ρουμάνος N. F. στην άνω κατάθεσή του είπε, ότι τόσον ο ίδιος, όσον και ο Α. Ματαράγκας, έκαναν με τον Ε. Μ. έρωτα, κάθε φορά δε τους έδινε και 10.000 δραχμές στον καθένα. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, αν και έμενε με τον πατέρα του στη Γλυφάδα, διατηρούσε στην Αθήνα μισθωμένο διαμέρισμα, γιατί ο πατέρας του ήταν άρρωστος και ιδιόρρυθμος, στο διαμέρισμα αυτό κοιμόταν μερικές φορές, δεν γνώριζε ότι ο ανήλικος είχε φύγει από τον πατέρα του, ξεγελούσε η ηλικία του γιατί ήταν ψηλός και έλεγε ότι ήταν γύρω στα 15, η δική του συμπεριφορά ήταν μία περιστασιακή φιλοξενία, στην Ιταλία που έζησε από το 1966 μέχρι το 1989 συζούσε με διάφορες γυναίκες και δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις με τον άτυχο Α. Οι ισχυρισμοί του αυτοί διαψεύδονται από το όλο αποδεικτικό υλικό και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Είχε εξάλλου υποχρέωση να ενημερώσει, αν είχε καλές προθέσεις, την αστυνομία από τις πρώτες κιόλας ημέρες ή την κοινωνική υπηρεσία των ανηλίκων σχετικά με τον ανήλικο αυτό, ώστε να ανευρεθεί ο πατέρας και να φροντίσει το παιδί του. Αντί της υποχρέωσης αυτής, παρείχε στον ανήλικο τροφή, στέγη και χρήματα, υποστηρίζοντας την εκούσια διαφυγή του από την πατρική οικία. Η υποστήριξη αυτή, σε άτομο που ήταν ανήλικο, χωρίς να συνδέεται με κάποια προηγούμενη φιλία μαζί του, με άμεσο κίνδυνο να βρεθεί υπόλογος στη δικαιοσύνη, ενισχύει την κρίση του συμβουλίου, ότι έγινε γιατί τον χρησιμοποιούσε τον ανήλικο για ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του ίδιου και του φίλου του κατά τα προεκτεθέντα. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγει το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπάρχουν στην εξεταζόμενη υπόθεση σοβαρές και επαρκείς , κατά την έννοια του άρθρου 313 ΚΠΔ, ενδείξεις, που δικαιολογούν και επιβάλλουν την παραπομπή του κατηγορουμένου Ε. Μ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα), για να δικασθεί για τις πιο πάνω πράξεις, που στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας σε σχέση με το αδίκημα της διάταξης του άρθρου 324 παρ.1 και 2 ΠΚ, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περίστασης που προέκυψε από την αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δηλαδή της τέλεσης της πράξης με σκοπό να μεταχειριστεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη με την παραπάνω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά δε εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 324 παρ.1α και 2β και 347 παρ.1β' περίπτ. 1 ΠΚ τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως από το άρθρο 484 παρ.1β' και ε' ΚΠΔ. Εξάλλου η παραδοχή εν προκειμένω το πρώτον από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και στη συνέχεια από το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του της πιο πάνω επιβαρυντικής περιστάσεως της παρ.2 εδ. β' του άρθρου 324 ΠΚ, σε σχέση με το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου, δηλαδή του σκοπού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να μεταχειριστεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της για την πράξη αυτή κατηγορίας, για την οποία είχε ασκηθεί εναντίον του αρχικώς ποινική δίωξη, όπως εκτέθηκε παραπάνω, και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται εν προκειμένω ο προτεινόμενος από το άρθρο 484 παρ.1α' ΚΠΔ (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.-

3.-ΕΠΕΙΔΗ, ασχέτως του ότι η λήψη υπόψη από το Συμβούλιο καταθέσεως στην προδικασία μάρτυρα, που αγνοεί την Ελληνική γλώσσα και η οποία λήφθηκε χωρίς την πρόσληψη διερμηνέα, κατ' άρθρο 233 παρ.1 ΚΠΔ, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, και δεν θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 484 παρ.1α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 13-8-1997 προανακριτικής καταθέσεως του μάρτυρα (Ρουμάνου) N. F. του S., που δόθηκε στην Ελληνική γλώσσα, ο μάρτυρας αυτός δεν δήλωσε άγνοια ή μη επαρκή γνώση της Ελληνικής γλώσσας, ούτε και ο ενεργείσας την προανάκριση υπάλληλος διαπίστωσε κάτι τέτοιο, ώστε να προβεί στο διορισμό διερμηνέα. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως , με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το άρθρο 484 παρ. 1α ΚΠΔ πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, για το λόγο ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, που είχε ληφθεί χωρίς την πρόσληψη διερμηνέα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.- 4.- ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 339 παρ.1 και 347 παρ. 1β περίπτ. 1 του ΠΚ, σε περίπτωση που ενήλικος παραπλανά ανήλικο του ίδιου φύλου, νεότερο των 15 ετών, στο να ενεργήσει ή υποστεί παρά φύση ασελγή πράξη μαζί του, γνωρίζοντας την ανηλικότητά του αυτή, πραγματώνει συγχρόνως την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τόσο του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού (άρθρο 339 παρ.1 ΠΚ), όσο και εκείνου της παρά φύση ασέλγειας, με την ειδικότερη μορφή του, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 347 παρ.1β περίπτ. 1 του ΠΚ. Στην περίπτωση όμως αυτή πρόκειται για φαινομένη κατ' ιδέαν συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων, ενόψει και του ότι οι πιο πάνω διατάξεις που τα προβλέπουν και τα τιμωρούν σκοπούν στην προστασία του ίδιου έννομου αγαθού, που είναι το ανήλικο παιδί. Επομένως στις μεν περιπτώσεις αποπλανήσεως παιδιού του άρθρου 339 παρ. 1 εδ. α' και β' ΠΚ, η ποινικώς βαρύτερη (κακούργημα) πράξη της αποπλανήσεως απορροφά την ποινικώς ελαφρότερη (πλημμέλεια) της πιο πάνω πράξης της παρά φύση ασέλγειας, που αποβαίνει έτσι μη τιμωρητή και συνεπώς μη αξιόποινη, ενώ στην περίπτωση της αποπλανήσεως παιδιού του άρθρου 339 παρ.1 εδ. γ' ΠΚ (που τιμωρείται ως πλημμέλημα με ποινή φυλακίσεως) η ποινικώς ελαφρότερη αυτή πράξη απορροφάται και συνεπώς αποβαίνει μη τιμωρητή και αξιόποινη από την μετ' αυτής συρρέουσα κατ' ιδέαν και βαρύτερα τιμωρούμενη (με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών ) πιο πάνω πράξη της παρά φύση ασέλγειας. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, υπό τα δεκτά γενόμενα από το Συμβούλιο Εφετών παραπάνω περιστατικά, ότι ο αναιρεσείων, που είναι ενήλικος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παραπλάνησε τον άγοντα το 14ο έτος της ηλικίας του παραπάνω Α. Ματαράγκα στο να υποστεί τις πιο πάνω παρά φύση ασελγείς πράξεις (εισαγωγή του σε στύση πέους του στον πρωκτό του), ο αναιρεσείων, που τελούσε σε γνώση της πιο πάνω ηλικίας του παθόντα, πραγμάτωσε με την πιο πάνω συμπεριφορά του την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παρά φύση ασέλγειας του άρθρου 347 παρ.1β' περίπτ. 1 ΠΚ, από το οποίο, ως ποινικώς βαρύτερο, απορροφάται το μετ' αυτού κατ' ιδέαν συρρέον ελαφρότερο πλημμέλημα της αποπλανήσεως παιδιού (άρθρο 339 παρ.1γ' ΠΚ), το οποίο έτσι αποτελεί μη τιμωρητή και συνεπώς μη αξιόποινη πράξη. Επομένως το Συμβούλιο Εφετών, που δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι μεταξύ των παραπάνω εγκλημάτων υπάρχει αληθινή κατ' ιδέαν συρροή, με συνέπεια να κρίνει τον αναιρεσείοντα, δι' επικυρώσεως κατά τούτο του πρωτοδίκου βουλεύματος, παραπεμπτέο στο αρμόδιο δικαστήριο και για τα δύο αυτά εγκλήματα, ενώ έπρεπε να τον κρίνει παραπεμπτέο μόνο για το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση παρά φύση ασέλγειας, από το οποίο απορροφάται εκείνο της αποπλανήσεως παιδιού κατ' εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 94 και 339 παρ.1γ' (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 347 παρ.1β' περίπτ. 1) του ΠΚ. Πρέπει, συνεπώς, κατ' αποδοχή, ως βασίμου, του σχετικού (και τελευταίου) έκτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, ν' αναιρεθεί μερικώς το προσβαλλόμενο βούλευμα και ακολούθως το Συμβούλιο αυτό ν' αποφανθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 310 παρ.1, 485 παρ.1 και 518 παρ.1 ΚΠΔ, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για την πιο πάνω μη αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιού.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει το με αριθ. 102/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.- ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Ε. Μ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, για αποπλάνηση παιδιού κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από 13-8-1996 έως 13-8-1997 σε βάρος του άγοντος το 14ο έτος της ηλικίας του Α. Ματαράγκα.-

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ , κατά τα λοιπά, την από 4-2-2000 αίτηση του Ε. Μ., για αναίρεση του με αριθμ. 102/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2002.