Έτος
2003
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αποπλάνηση παιδιού κάτω των 15 ετών

 

E ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Τσαμαδό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Βούρβαχη και Στυλιανό Μοσχολέα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ανδρεουλάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2003, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Α. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.38/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Δ. Π. του Γ. και 2) Φ. σύζυγο Δ. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκους Θεσσαλονίκης, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Π. Π.

Τ. Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2001 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 796/2001.

Έ. ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ανδρεουλάκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Καπόλα, με αριθμό 671/18-9-2002, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Eισάγω την από 22.3.2001 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Α. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, κατά του υπ΄αριθ. 38/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης, με το οποίο απορρίπτεται κατ΄ουσίαν η έφεσή του κατά του υπ΄αριθ.

510/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, που παραπέμπει αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιού κατ΄εξακολούθηση και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από αντιπρόσωπο που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 Κ.Π.Δ. (άρθρ. 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 του ΚΠΔ και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Είναι συνεπώς τυπικά παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 , 482 παρ. 1 περ. Α΄στοιχ. α΄ και 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και ε΄ Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του Π.Κ., όπως τροποπ. με το άρθρο 5 του ν.1272/1982, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών, αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα όχι όμως και τα δέκα τρία έτη και με φυλάκιση, αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα τρία έτη. Ως ασελγής πράξη θεωρείται όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια η οποία ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, ο οποίος πρέπει και να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του, έχει ηλικία κατώτερη των ως άνω ορίων. Με την εκτεθείσα έννοια, έχει κριθεί ότι αποτελεί ασελγή πράξη και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο στόμα ή άλλα μέρη του σώματος του παιδιού, εφ΄όσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (Α.Π. 105/1998, Π. Χρ. ΜΗ/754, Α.Π.

1454/1998,Π. Χρ. ΜΘ/825, Α.Π. 1170/1999, Π.Χρ. Ν/608). Εξ΄άλλου , η από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε΄ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή του κατηγορουμένου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ο κατ΄είδος προσδιορισμός αυτών, χωρίς να απαιτείται μνεία του τι προέκυψε από το καθένα ξεχωριστά (Α.Π. 532/1998, Π.Χρ. ΜΘ/27, 533/1998, Π. Χρ. ΜΘ/29, 636/1998, Π.Χρ. ΜΘ/130, 678/1998, Π.Χρ. ΜΘ/321, 230/1999, Π.Χρ. ΜΘ/1010, 301/1999, Π.Χρ. ΜΘ/1047 κλπ). Η αιτιολογία μπορεί επιτρεπτά να γίνει και με αναφορά στις σκέψεις της Εισαγγελικής προτάσεως που είναι ενσωματωμένη στο βούλευμα και η αιτιολογία του βουλεύματος είναι δεδομένη και όταν αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέως χωρίς να διαλάβει δικές του πρόσθετες αιτιολογίες, εφ΄όσον η πρόταση αυτή περιέχει τα ως άνω απαραίτητα στοιχεία (Α.Π. 1359/1994, Π. Χρ. ΜΔ/1214, Α.Π. 222/1996, Π. Χρ. ΜΣΤ/1624, Α.Π. 230/1999, Π. Χρ. ΜΘ/1010 κλπ).

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ΄αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστικής χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, με δικές του σκέψεις και με συμπληρωματική επιτρεπτή αναφορά στις σκέψεις της ενσωματωμένης εισαγγελικής προτάσεως, ότι από την εκτίμηση του συνόλου των καταθέσεων των μαρτύρων, σε συνδυασμό με την απολογία και το έγγραφο υπόμνημα του κατηγορουμένου και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, πλην των μαγνητοφωνημένων συνομιλιών που δεν λαμβάνονται υπόψη, προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση του Εισαγγελέως στην οποία γίνεται αναφορά προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις σκέψεις του Συμβουλίου και όπως αναφέρεται στην Εισαγγελική πρόταση, ότι ο κατηγορούμενος, από τις αρχές Ιανουαρίου 1998 μέχρι και 26.3.1998, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ανήλικη Π. Π. δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα τρία έτη μέχρι την 3.2.1998 και μόλις είχε συμπληρώσει αυτά μέχρι την 26.3.1998, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση, επανειλημμένα και με συχνότητα δύο έως τρεις φορές την εβδομάδα, μέσα στο διαμέρισμά του, όπου τον επισκεπτόταν η ανήλικη, τη φιλούσε στο στόμα ηδυπαθώς και στους μηρούς, τη χάιδευε σε όλο της το σώμα και ιδιαίτερα στα γεννητικά όργανα και στο στήθος, ξεκούμπωνε το παντελόνι του, έβγαζε το πέος του και το τοποθετούσε και το έτριβε επάνω στην κοιλιακή χώρα της ως και επάνω στα γεννητικά της όργανα, και αφού έπαιρνε το χέρι της, το τοποθετούσε επάνω στα δικά του γεννητικά όργανα, τα οποία αυτή στη συνέχεια χάιδευε κατά προτροπή και κατ΄απαίτησή του, με σκοπό τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του. Οι παραπάνω ενέργειες, αποτελούν και κατά τη κρίση του Συμβουλίου, ασελγείς πράξεις και όχι απλώς χειρονομίες, που κατέτειναν στην διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου και συνιστούν, το αδίκημα της αποπλάνησης παιδιού κατ΄εξακολούθηση και όχι εκείνο της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Σύμφωνα με τα παραπάνω περιστατικά, καταλήγει το Συμβούλιο, υφίστανται πράγματι σοβαρές ενδείξεις ενοχής ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου κατ΄εξακολούθηση και γι΄αυτό ορθά παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί ως υπαίτιος για τη διάπραξή της ως άνω πράξεως.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του Π.Κ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) ότι το βούλευμα αυτό στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν διαλαμβάνει τίποτε για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απαφάνθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 20 παρ 1 του Συντάγματος, του άρθρ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου και του άρθρου 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ίδιας Ευρωπαϊκής Συμβάσεως και μάλιστα ότι με την παραπομπή στις σκέψεις της Εισαγγελικής προτάσεως στερείται αυτός της ουσιαστικής κρίσεως του συμβουλίου του δευτέρου βαθμού, β) ότι δεν προκύπτει αν ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα αν έχουν αξιολογηθεί οι καταθέσεις της παθούσας, με διαφορετικό περιεχόμενο και η απολογία του, αφού δεν γίνεται αναφορά στους ισχυρισμούς του, γ) δεν προσδιορίζεται η ακριβής ηλικία της παθούσας και δεν αιτιολογείται η γνώση αυτού αν ήταν αυτή νεώτερη των 13 ή 15 ετών, είναι παντελώς αβάσιμες, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί , αφού μάλιστα δεν υπάρχει καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση και αναφέρονται και στο αιτιολογικό του βουλεύματος με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 Π.Κ., γίνεται δε επιτρεπτά συμπληρωματική αναφορά και στις σκέψεις και τις παραδοχές της Εισαγγελικής προτάσεως. Αλλά και πέραν της αναφοράς σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία κατά το είδος αυτών, που είναι αρκετή για την πληρότητα της αιτιολογίας, από την Εισαγγελική πρόταση και το αιτιολογικό του βουλεύματος προκύπτει ότι έχουν συνεκτιμηθεί και έχουν αξιολογηθεί τόσο οι διαφορετικού περιεχομένου καταθέσεις της παθούσας, όσο και οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος. ΄Όπως αναφέρεται στην πρόταση, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της καταθέσεως της παθούσας σε προκαταρκτική εξέταση, την 26.3.1998 και των καταθέσεων της την 16.9.1999 και 15.12.1999 στον Ανακριτή, είναι αβάσιμος, διότι η πρώτη κατάθεση είχε δοθεί στα πλαίσια προκαταρτικής εξετάσεως για άλλη αξιόποινη πράξη, ενώ οι λοιπές, στα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως για τη συγκεκριμένη πράξη, για τη διερεύνηση δηλαδή των αναφερομένων στην έγκληση των γονέων της ανηλίκου και αφού είχαν διακοπεί οριστικά οι σχέσεις αυτής με τον εγκαλούντα, όπως δε αναφέρεται στο αιτιολογικό του βουλεύματος, είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός του κατηγορoυμένου ότι οι πράξεις που περιγράφονται συνιστούν παράβαση του άρθρου 337 Π.Κ. (προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας) και όχι του άρθρου 339 παρ. 1 Π.Κ., αφού πρόκειται για ασελγείς πράξεις και όχι απλώς χειρονομίες και κατέτειναν στη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας αυτού.

Τέλος, στην Εισαγγελική πρόταση ρητώς αναφέρεται τόσο η ακριβής ηλικία της παθούσας - γεννήθηκε την 4.2.1985-, όσο και η γνώση του κατηγορουμένου της ανηλικότητας αυτής -γνώριζε ακόμη και την ημέρα των γενεθλίων της-. Αλλά και ο λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου, 339 παρ. 1 Π.Κ., είναι αβάσιμος, αφού γίνεται επίκληση των αυτών αβασίμων αιτιάσεων περί εσφαλμένου χαρακτηρισμού της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του ως ασελγών πράξεων, ενώ πρόκειται περί απλών χειρονομιών που στοιχειοθετούν το προβλεπόμενο από το άρθρο 337 Π.Κ. έγκλημα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω: Να απορριφθεί η από 22.3.2001 αίτηση του Ν. Α. του Δ., περί αναιρέσεως του υπ΄αριθμ. 38/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.