Έτος
2004
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός κατ΄εξακολούθηση

 

ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στυλιανό Μοσχολέα, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο Μπάκα-Εισηγητή και Νικόλαο Συρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2004, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου: Α. Π. του Λ., κατοίκου Αλίμου Αττικής, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1192/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.-

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2003 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1614/2003.-

Έ. ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 17/13-1-2004, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1. E. στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1α, 484 ΚΠΔ) ασκηθείσα υπ΄αριθ. 151/22.7.2003 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Λ., κατοίκου Αλίμου Αττικής, η οποία ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, από τον δικηγόρο Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, δυνάμει ειδικού προς αυτόν πληρεξουσίου, κατά του υπ΄αριθ. 1192/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η έφεση αυτού, κατά του υπ΄αριθ. 75/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, για να δικασθεί ως υπαίτιος βιασμού κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση και παραβάσεως άρθρου 200 παρ. 2 ΠΚ και εκθέτω τα ακόλουθα: 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε το παραπάνω πρωτόδικο βούλευμα α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) για παραβίαση του δεδικασμένου και γ) για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την κατ΄εξακολούθηση παράβαση του άρθρου 200 παρ. 2 Π.Κ. (άρθρα 484 παρ. 1β, γ, δ΄ ΚΠΔ). Επομένως το ασκηθέν ένδικο μέσο είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.

3. ΄Ε. της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) Ε. επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνον μερικά απ΄αυτά (ΑΠ 1010/1997, Π.Χ. ΜΗ/354, ΑΠ 108/2000, Π.Χ. Ν/313).

Εξάλλου η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως ή βουλεύματος που επιβάλλεται από τα προαναφερθέντα άρθρα και της οποίας η έλλειψη δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει και για τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 451/1987, Π.Χ. ΛΖ/449, ΑΠ 1426/1998, Π.Χ. ΜΘ/897, Α. Καρρά, Ποιν.Δικ.Δίκ. (1993), σελ. 319 επ.). 4. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή αμέσου και σπουδαίου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται η συνδρομή των εξής όρων α) εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία πάνω στο ίδιο το θύμα, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του, συνουσία ή να επιχειρήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός επομένως του παθόντος μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, η δε απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου πρέπει να στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος. Για την στοιχειοθέτηση πάντως του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος, χωρίς όμως να αποκλείεται και η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλο στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή άλλο τρόπο, ο οποίος δόλος περιλαμβάνει ακόμη τη γνώση ότι ο «άλλος» δεν συναινεί στην τέλεση αυτών (ΑΠ 1814/1999, Π.Χ. Ν/805, Μανωλεδάκη, Γενική Θεωρία Ποιν. Δικ. σ. 126, Γ. Μαγκάκη-Σ. ΠαπαΓ.-Γονατά, Συστημ. Ερμ. Ποιν. Κωδ., Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, σ. 24 επ.). Μετά την νομοθετική αναθεώρηση του 1984, των διατάξεων για τα εγκλήματα που αναφέρονται στη γενετήσια ζωή, η έννοια της ασέλγειας επικεντρώθηκε σ΄εκείνο ακριβώς το στοιχείο που της προσδίδει τον βαρύτατο αντικοινωνικό χαρακτήρα της. ΄Ετσι οι σοβαρές περιπτώσεις προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας εξακολουθούν να εντάσσονται στις διατάξεις των άρθρων 336 και 339 ΠΚ, όπως είναι η συνουσία και οι ανάλογες με αυτήν πράξεις ή απομιμήσεις της. Επομένως στην έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτουν, η χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό, η παρά φύσηασέλγεια ή πεολειχία, η εκσπερμάτωση εντός του στόματος του ενηλίκου ή του πρωκτού, εφόσον γίνονται με εξαναγκασμό, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω ή επί ανηλίκου προσώπου νεωτέρου των 15 ετών (Γ. Μαγκάκη, τα εγκλήματα περί την γενετήσιο και οικογενειακή ζωή, σελ. 66 επ., Ν. Παρασκευοπούλου, Η έννοια της ασελγούς (γενετήσιας) πράξης, Π.Χ. ΛΔ΄, σελ. 337 επ., ΑΠ 121/1986, Π.Χ. ΛΣΤ/490).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνάγεται από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλομένου υπ΄αριθμ. 1192/2003 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών (επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό υπ΄αριθ. 75/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Οι εγκαλούντες Δ. Α. και ο αδελφός του Π., οι οποίοι έχουν γεννηθεί αντίστοιχα κατά τα έτη 1980, 1981, και είναι τέκνα του επίσης εγκαλούντος Ι Α., εκκλησιάζονταν στον ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Κάτω Καλαμάκι, από την ηλικία των 8 ετών περίπου και μάλιστα εισήρχοντο στο Ιερό του Ναού «ως παπαδάκια». Ε. γνώρισαν, ως εφημέριο του Ναού αυτού, τον κατηγορούμενο, αναιρεσείοντα, ο οποίος άρχισε από τότε, την μικρή δηλαδή ηλικία των παιδιών αυτών, να επιδίδεται σε θωπευτικές χειρονομίες που εκτείνονταν από τα χέρια έως την περιοχή των γεννητικών τους οργάνων, πάνω από τα ενδύματά τους αρχικώς και μέσα από το εσώρουχό τους στη συνέχεια. Ενώ έφθασε στο σημείο να δίνει ερωτικά φιλιά στο στόμα του μικρού Δ. Α. Περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1995, κατά την διάρκεια ταξιδιού που είχε οργανώσει η Ιερά Μητρόπολη Νέας Σμύρνης στα Ιεροσόλυμα, στην οποία συμμετείχαν και οι παραπάνω ανήλικοι, καθώς και ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος και ενώ ευρίσκοντο στα Ιεροσόλυμα, κατά τις απογευματινές ώρες μιας από τις ημέρες της παραμονής τους εκεί, ένα από τα παιδιά που επίσης συμμετείχε στην εκδρομή ζήτησε από τον ηλικίας τότε 14 ετών Π. Α. να παραδώσει μία πλαστική σακούλα στον κατηγορούμενο. Ο Π. πήγε στο δωμάτιο αυτού, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί διέμενε χωριστά από την σύζυγό του, σε χωριστό δηλαδή δωμάτιο και τον βρήκε να κάνει μπάνιο. Του ζήτησε να περιμένει και όταν τελείωσε βγήκε από τον χώρο του λουτρού ημίγυμνος με μία πετσέτα γύρω από τη μέση του, λέγοντας στον ανήλικο Π. Α. «τώρα θα κάνουμε την άσκηση». Στη συνέχεια άρχισε να θωπεύει τον ανήλικο, αφού εν τω μεταξύ του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Ο ανήλικος τρόμαξε και του είπε ότι ήθελε να φύγει, αλλά αυτός δεν του επέτρεψε κάτι τέτοιο και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, τον ξάπλωσε με τη σωματική αυτή βία στο κρεβάτι. Ε. συνέχισε να θωπεύει τα μέλη του σώματός του και σε κάποια στιγμή του είπε τη φράση «τώρα κλείσε τα μάτια σου και σκέψου κάτι το ανήθικο». Τότε έβαλε το γεννητικό όργανο του ανηλίκου μέσα στο στόμα του, εξαναγκάζοντάς το με τον παραπάνω πάντοτε τρόπο να ανεχθεί παρά την θέλησή του πεοθηλασμό, μέχρις ότου ο ανήλικος εκσπερμάτωσε μέσα στο στόμα του. Μία άλλη ημέρα κατά την διάρκεια του ίδιου ταξιδιού και του ίδιου χρονικού διαστήματος, απογευματινές ώρες και πριν από το δείπνο ο κατηγορούμενος κάλεσε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του τον άλλο αδελφό του Π., τον Δ. Α. Ε. ο κατηγορούμενος παρά την θέληση του ανηλίκου ξάπλωσε αυτόν στο κρεβάτι του και του είπε τη φράση «σήμερα θέλω να στο κάνω». Στη συνέχεια παρά την άρνηση του ανηλίκου του έβγαλε όλα τα ενδύματά του. Αμέσως μετά ακινητοποίησε τον ανήλικο (εξυπακούεται με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις) πάνω στο κρεβάτι και πιέζοντας με το ένα χέρι στην κοιλιά και κρατώντας με το άλλο χέρι τα πόδια του, έβαλε το γεννητικό μόριο του ανηλίκου στο στόμα του και υποχρέωσε αυτόν να ανεχθεί πεοθηλασμό, μέχρις ότου ο Δ εκσπερμάτωσε στο στόμα του κατηγορουμένου. Καθόλη την διάρκεια της εγκληματικής αυτής δραστηριότητος του κατηγορουμένου, ο παραπάνω ανήλικος έκλαιγε, ενώ ο δράστης τον ρώτησε αν του άρεσε και τον οδήγησε στην τουαλέττα, όπου έπλυνε το πρόσωπό του από τα δάκρυα. Μερικές ημέρες αργότερα, στο Κάιρο στα πλαίσια πάντοτε του ίδιου ταξιδιού, μετά το πρωινό γεύμα, κάλεσε ο κατηγορούμενος, μπροστά στα άλλα παιδιά τον Π. Α. να τον βοηθήσει να μεταφέρει κάποιες τσάντες στο δωμάτιό του. Ο ανήλικος το δέχθηκε και όταν βρέθηκαν στο δωμάτιο ο κατηγορούμενος άρχισε να θωπεύει σεξουαλικά τον ανήλικο, ο οποίος του έλεγε «πάτερ δεν θέλω». Ο κατηγορούμενος του απάντησε με τη φράση «καλά τουλάχιστον να σε φωτογραφήσω», όπως και έγινε. Στη συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος, όπως και προηγουμένως, ασκώντας επί του ανηλίκου σωματική βία, πέτυχε να ανεχθεί αυτός (ανήλικος) πεοθηλασμό από τον κατηγορούμενο μέχρις ότου εκσπερμάτωσε ο ανήλικος. Την ίδια πράξη (εξυπακούεται και με σωματική πάντοτε βία) επανέλαβε ο κατηγορούμενος στο Κάιρο άλλες δύο φορές τις αμέσως επόμενες ημέρες, σε βάρος του ίδιου ανηλίκου την μία στο δωμάτιο του ανηλίκου και τη δεύτερη σε άλλο, όχι του κατηγορουμένου δωμάτιο. Τον Ιούλιο του έτους 1997 σε μη ακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία ο κατηγορούμενος αφού αγόρασε στον Δ. Α. διάφορα δώρα, κατόπιν τον οδήγησε στο νεανικό κέντρο «Ελισαίος» που είναι στο Καλαμάκι Αττικής. Ε. ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ηλικίας πλέον 17 ετών Δ πιεστικά «να τον πάρει από πίσω», δηλαδή να έλθουν σε παρά φύση σεξουαλική επαφή, με παθητικό ομοφυλικά τον κατηγορούμενο και ενεργητικό τον Δ. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε κάτι τέτοιο και τότε ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις ακινητοποίησε τον ανήλικο και αφού τον διήγειρε ενεργώντας επ΄αυτού πεοθηλασμό, τον εξανάγκασε να πραγματοποιήσει ασέλγεια παρά φύση, οδηγώντας μόνος του ο κατηγορούμενος το πέος του Δ. μέσα στον πρωκτό του, μέχρις ότου ο Δ εκσπερμάτωσε. Ακόμη το Δικαστικό Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος στο Καλαμάκι-Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 1997 μέχρι και τον Αύγουστο 1998, σε μη διακριβωθείσες στην ανάκριση ημερομηνίες (εννοείται όμως πάντοτε εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος), μέσα στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος επιδόθηκε σε υβριστικά ανάρμοστες πράξεις (άρθρο 200 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, μέσα στο ιερό του πιο πάνω Ναού, κατά τη διάρκεια του όρθρου, αλλά και κατά την διάρκεια της θείας λειτουργίας, θώπευε τα γεννητικά μόρια των ηλικίας τότε αντίστοιχα 13 και 8 ετών Α, Σ και Γ. Α.

Τέλος το Δικαστικό Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δίδει απάντηση στον ισχυρισμό του εκκαλούντα-αναιρεσείοντα ιερέα για «ψευδή χαλκευμένη, συνωμοτική σε βάρος του κατηγορία εκ μέρους του Ιωάννη Α. », και καταλήγει, ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αβάσιμος, επικαλούμενο προς τούτο και το Πόρισμα του Αρχιμανδρίτη Σεραφείμ Μεντζελοπούλου, ο οποίος καταλήγει στην ίδια με το Συμβούλιο κρίση, αναφορικά με τον κατηγορούμενο. Επί πλέον το Δικαστικό Συμβούλιο επικαλείται και την 16/2-3-1999 απόφαση του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης, ενώπιον του οποίου κρίθηκε η υπόθεση του εκκαλούντα-αναιρεσείοντα ιερέα, το οποίο τον έκρινε ένοχο επί α) ασελγέσι παρά φύση πράξεσι μεθ΄υπεξουσίων πνευματικώς αυτώ αρρένων, β) κιναιδισμώ, γ) σκανδαλισμώ της συνειδήσεως των πιστών.....και τον παρέπεμψε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου.

Επειδή από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με την θεμελίωση αντικειμενικά και υποκειμενικά του εγκλήματος του βιασμού κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος.

Η επιβαλλομένη όμως αιτιολογία, όπως προαναφέρθηκε, του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι το δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών-αναιρεσείων τώρα, κατηγορούμενος με την 69/2003 έφεσή του, αλλά και με υπόμνημα προέβαλλε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία η κατηγορία σε βάρος του για βιασμό, όπως αυτά έχουν εκτεθεί παραπάνω, εταυτίζοντο με εκείνα για τα οποία με διάφορο νομικό χαρακτηρισμό είχε απαλλαγεί αυτός με το υπ΄αριθμόν 3144/2000 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και επομένως ότι υπήρχε δεδικασμένο, με την διαπίστωση του οποίου έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών να κηρύξει απαράδεκτη την κατ΄αυτού (κατηγορουμένου) ασκηθείσα ποινική δίωξη για βιασμό κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση. Τον αυτοτελή όμως αυτό ισχυρισμό το Συμβούλιο απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα σιωπηρώς και χωρίς επομένως καμία αιτιολογία. Η παράλειψη όμως αυτή, καθιστά το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το μέρος αυτό, χωρίς την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δι΄αυτό και ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, για να κριθεί αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση δεδικασμένο και σε καταφατική περίπτωση να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, άλλως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

6. Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ΄αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 γ και 510 παρ. 1 Στ ΚΠΔ υφίσταται, όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Το ίδιο δεδικασμένο παράγεται αν το βούλευμα εκτός των άλλων αποφαίνεται οριστικά για την κατηγορία, με την έννοια ότι το δικαστικό συμβούλιο δεν έχει εξουσία να δικάσει πάλι την ίδια κατηγορία (ΑΠ 226/1975, Π.X. KE/622, A. Kαρράς, Ποιν.Δικ.Δίκ, σελ. 322). Εξάλλου αν υπάρχει κατ΄ιδέαν συρροή, κατά την οποία με την ίδια πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του δράστη, τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ), όπως συμβαίνει όταν με την ίδια αξιόποινη πράξη προσβάλλονται τα ίδια (ομοειδής κατ΄ιδέαν συρροήν) ή διαφορετικά (ετεροειδής κατ΄ιδέαν συρροή) έννομα αγαθά περισσοτέρων προσώπων (πλείονες παθόντες), το δεδικασμένο εξαντλείται σε κάθε συρρέουσα πράξη χωριστά και δεν καταλαμβάνει όλες τις συρρέουσες πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία της μιάς πράξεως αποτελούν και στοιχεία της άλλης που κρίθηκε (Ολ. ΑΠ 1110/1982 , Π.Χ ΛΓ/372, ΑΠ 1300/2003). Στην περίπτωση της φαινομένης κατ΄ιδέαν συρροής, η ποινική αξίωση της πολιτείας ικανοποιείται με την εφαρμογή της μιάς μόνον από τις περισσότερες ποινικές διατάξεις, στις οποίες εκ πρώτης όψεως υπόκειται η αυτή πράξη του ιδίου δράστη. Το δε Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται και δεν εξετάζει κατ΄ουσίαν την πράξη που συρρέει φαινομενικώς και δεν μπορεί να εκδώσει γι΄αυτήν απαλλακτικό βούλευμα ή αθωωτική απόφαση. Εξάλλου το δεδικασμένο εξαντλείται στην πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και η οποία εξετάσθηκε και κρίθηκε κατ΄ουσίαν από το Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο. Επομένως, αν το Συμβούλιο παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για την απορροφώσα πράξη, ενώ για την απορροφημένη αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, λόγω της απορροφήσεώς της, ακολούθως δε το Δικαστήριο διαπιστώσει έλλειψη των στοιχείων της απορροφώσης και κηρύξει γι΄αυτήν αθώο τον κατηγορούμενο, δεν κωλύεται στη συνέχεια να εξετάσει και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για την απορροφηθείσα πράξη, αφού η τελευταία δεν είχε ερευνηθεί και κριθεί κατ΄ουσίαν. (ΑΠ 930/2001, Π.Χ. ΝΒ/333). Ακόμη στην περίπτωση αυτή της φαινομένης κατ΄ιδέαν συρροής, αν το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε για την απορροφημένη πράξη και κατέληξε σε απαλλακτικό αμετάκλητο βούλευμα, χωρίς όμως να ερευνήσει αν συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία της απορροφώσας πράξεως, όταν μάλιστα απειλείται αυτή με βαρύτερη ποινική κύρωση, δεν κωλύεται στη συνέχεια λόγω δεδικασμένου να ερευνήσει αυτή την πράξη, στην οποία η πρώτη θα αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτής, αφού στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του εγκλήματος που έκρινε το αμετάκλητο βούλευμα, δεν θα συμπίπτουν με αυτά του εγκλήματος που περιέχει η κατηγορία ή το παραπεμπτικό βούλευμα για την απορροφώσα πράξη (Π.ρ.β. Κ. Σταμάτη, Γενικαί αρχαί της φαινομένης συρροής εγκλημάτων, σελ. 225 επ., Γ. Θεοδωράκη, το δεδικασμένο στην Ποινική Δίκη, σελ. 31 επ.). 7. Στην προκειμένη περίπτωση, το υπ΄ αριθ. 3144/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις κατ΄εξακολούθηση και κατά συρροή, βλασφημία κατ΄εξακολούθηση και ασέλγεια παρά φύση κατά εξακολούθηση, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν απ΄αυτόν στην Αττική, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1995 μέχρι και την 8ην Αυγούστου 1998, σε βάρος των Π. Α., Α. Γκούμα, Ευαγγέλου Γκούμα, Στεφάνου Κορδά, Αγγέλου Καπάδαη και Δ. Α. Στην κατηγορία δε της παραφύση ασελγείας υπήγαγε το παραπάνω συμβούλιο, όπως προκύπτει από το παραπάνω βούλευμα, δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού που φέρεται ότι ενήργησε ο κατηγορούμενος από μία φορά στο πέος του Δ. και Π. Α. στο Ισραήλ και Αίγυπτο τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, καθώς και άλλες περιπτώσεις πεοθηλασμού που ενήργησε επ΄αυτών στο Καλαμάκι Αττικής εντός του χρονικού διαστήματος από τον Αύγουστο 1995 μέχρι τον Αύγουστο 1998. Ομοίως στην κατηγορία αυτή υπήγαγε και παρά φύση ασέλγεια που διενήργησε ο Δ. Α. με την εισαγωγή του πέους του στον πρωκτό του κατηγορουμένου, κατόπιν επιλογής του τελευταίου, κατά τον Ιούλιο 1997. Σ., ότι με το βούλευμα αυτό δεν ερευνήθηκε ποτέ αν οι ανωτέρω πράξεις εγένοντο με εξαναγκασμό επί των ανηλίκων εκ μέρους του κατηγορουμένου. Στην συνέχεια, όταν ασκήθηκε εκ νέου ποινική δίωξη, εκτός των άλλων και για μέρος από τις πράξεις αυτές, το πρωτόδικο παραπάνω 75/2003 βούλευμα στην προκειμένη δικογραφία κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παραφύση ασέλγεια και παρέπεμψε, όπως προαναφέρθηκε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για βιασμό κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση. Από την συγκριτική επισκόπηση των δύο παραπάνω βουλευμάτων (3144/2000 και 75/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) προκύπτουν τα ακόλουθα 1) Ενώ ο αναιρεσείων έχει απαλλαγεί με το πρώτο βούλευμα για δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 1995 (από μία φορά) σε βάρος του Π. και Δ. Α. στο Ισραήλ και Αίγυπτο, με το προσβαλλόμενο βούλευμα που επικύρωσε το πρωτόδικο για το ίδιο χρονικό διάστημα και τόπους, παραπέμπεται στο ακροατήριο αυτός για να δικασθεί για βιασμό, για τρεις περιπτώσεις βιασμού σε βάρος του Δ. Α. και δύο φορές σε βάρος του Π. Α. 2) Λόγω του ότι και στα δύο βουλεύματα δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος, αλλά απλώς αναφέρεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ενήργησαν οι παραπάνω πράξεις, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ταυτότητα χρόνου μεταξύ των πράξεως αυτών. ΄Όπως το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση βιασμού σε βάρος του Δ. Α. στο Καλαμάκι Αττικής.

Πέραν όμως από τις παραπάνω διαφορές στα παραπάνω βουλεύματα, με βάση τις οποίες δεν προκύπτει δεδικασμένο στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με την απαλλαγή του αναιρεσείοντος για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, η πράξη αυτή συρρέει αληθινά κατ΄ιδέαν με εκείνες του βιασμού (ΑΠ 465/1964, Π.Χ. ΙΕ/145, Σταμάτη. Γενικαί αρχαί της φαινομένης συρροής, σελ. 263, Μαγκάκη-ΠαπαΓ., Συστηματική Ερμηνεία Ποιν. Κώδ., εγκλήματα κατά της γεννετήσιας ελευθερίας σελ. 61) και επομένως σύμφωνα με τα όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, δεν παράγεται σε κάθε περίπτωση από την απαλλαγή αυτή δεδικασμένο για τους βιασμούς στην υπό κρίση περίπτωση.

Τώρα μεταξύ της παρά φύση ασελγείας και του βιασμού υφίσταται φαινόμενη κατ΄ιδέαν συρροή, διότι η πρώτη πράξη αποτελεί συστατικό στοιχείο της δευτέρας (βιασμού), όταν βέβαια γίνεται με εξαναγκασμό, όπως απαιτείται για την θεμελίωση του βιασμού, με την έννοια που έχει αναφερθεί παραπάνω και επομένως η συμπεριφορά αυτή (της παρά φύση ασέλγειας) απορροφάται από τον βιασμό, (Μαγκάκη-ΠαπαΓ., οπ. παρ. 6.77, Μαγκάκη, τα εγκλήματα περί την γενετήσιο, σελ. 110). Η αξιόποινη όμως πράξη του βιασμού, ο οποίος τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, για τον οποίον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει ερευνηθεί και κριθεί κατ΄ουσίαν με το παραπάνω αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (3144/2000) και επομένως τα στοιχεία του τελευταίου δεν συμπίπτουν με εκείνα του παραπεμπτικού, προσβαλλομένου βουλεύματος και ως εκ τούτου δεν υφίσταται παραβίαση δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ώστε να συντρέξει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 1,3 Κ.Π.Δ., με την έννοια που έχει αναλυτικά αναφερθεί παραπάνω. ΄Όλα αυτά βέβαια ανεξάρτητα από το ότι το προσβαλλόμενο βουλευμα έπρεπε να αιτιολογήσει την απόρριψη ή την αποδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντα, αναφορικά με το δεδικασμένο, όπως το εκθέτει αυτός στην προκειμένη περίπτωση και έχει επικαλεσθεί στην έφεσή του και προπαντός στο επ΄αυτής υπόμνημά του. Κατ΄ακολουθίαν δεν προκύπτει παραβίαση δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση, και ο αντίθετος επ΄αυτού ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.

8. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημερομηνία που ετελέσθη το αδίκημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1β, 318, 370 περ. β΄ και 485 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Αυτό βέβαια προκειμένου περί αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, και όχι και κατά αποφάσεων μετά την αντικατάσταση του άρθρου 511 με το άρθρο 50 παρ. 5 Ν. 3160/2003, καθόσον αντίστοιχη ανάλογη διάταξη δεν τέθηκε και στο άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για βιασμό κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση, αλλά και για παράβαση του άρθρου 200 παρ. 2 Π.Κ., η οποία αυτή δεύτερη παράβαση κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, φέρεται ότι διέπραξε αυτός κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 1997 έως τον Αύγουστο του 1998. Η εγκληματική όμως αυτή πράξη είναι πλημμέλημα (άρθρο 18, 200 παρ. 2 Π.Κ.) και συνεπώς έχει πλέον υποκύψει στην παραγραφή, αφού από της τελέσεώς της, με τελευταία πράξη τον Αύγουστο 1998, μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει στο διάστημα αυτό κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν τούτου, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, μάλιστα δε είναι και βάσιμη, ως προς το μέρος αυτής που αναφέρεται παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος αυτού που αφορά την παραπάνω εγκληματική πράξη (άρθρο 200 παρ. 2 Π.Κ.) και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής, η κατά του αναιρεσείοντος, για την πράξη αυτή, ασκηθείσα ποινική δίωξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΩ: 1) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ΄αριθ. 1192/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής, η κατά του κατηγορουμένου Α. Π. του Λ., κατοίκου Αλίμου Αττικής ασκηθείσα ποινική δίωξη για την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 200 παρ. 2 Π.Κ. κατ΄εξακολούθηση, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 1997 μέχρι τον Αύγουστο 1998 στο Καλαμάκι Αττικής. 2) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ΄αριθ. 1192/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά το μέρος αυτού που δεν αιτιολόγησε και απέρριψε σιωπηρά τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί συνδρομής δεδικασμένου στην περίπτωση της κατηγορίας κατ΄αυτού για βιασμό κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση.

Και 3) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ΄αριθ. 151/22.7.2003 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Λ., κατοίκου Αλίμου Αττικής, κατά του υπ΄αριθ. 1192/2003, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Αθήνα 18.11.2003

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Χρήστος Γ. Σιδέρης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρότασή του και έπειτα αποχώρησε.-

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Έ. της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) Ε. επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνον μερικά από αυτά. Εξάλλου η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως ή βουλεύματος που επιβάλλεται από τα προαναφερθέντα άρθρα και της οποίας η έλλειψη δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει και για τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη δεδικασμένου.-

Επειδή κατά την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή αμέσου και σπουδαίου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται η συνδρομή των εξής όρων: α) εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία πάνω στο ίδιο το θύμα, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς την θέλησή του, συνουσία ή να επιχειρήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός επομένως του παθόντος μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, η δε απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου πρέπει να στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος. Για την στοιχειοθέτηση πάντως του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος, χωρίς όμως να αποκλείεται και η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στην βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλο στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή άλλο τρόπο, ο οποίος δόλος περιλαμβάνει ακόμη την γνώση ότι ο «άλλος» δεν συναινεί στην τέλεση αυτών. Μετά την νομοθετική αναθεώρηση του 1984 των διατάξεων για τα εγκλήματα που αναφέρονται στην γενετήσια ζωή, η έννοια της ασέλγειας επικεντρώθηκε σε εκείνο ακριβώς το στοιχείο που της προσδίδει τον βαρύτατο αντικοινωνικό χαρακτήρα της. Έτσι οι σοβαρές περιπτώσεις προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας εξακολουθούν να εντάσσονται στις διατάξεις των άρθρων 336 και 339 ΠΚ, όπως είναι η συνουσία και οι ανάλογες με αυτήν πράξεις ή απομιμήσεις της. Επομένως στην έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτουν, η χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό, η παρά φύση ασέλγεια, η πεολειχία, η εκσπερμάτωση εντός του στόματος του ενηλίκου ή του πρωκτού, εφόσον γίνονται με εξαναγκασμό, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, ή επί ανηλίκου προσώπου νεωτέρου των 15 ετών.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνάγεται από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλομένου υπ' αριθμ. 1192/2003 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών (επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό υπ' αριθ. 75/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες Δ. Α. και ο αδελφός του Π., οι οποίοι έχουν γεννηθεί αντίστοιχα κατά τα έτη 1980, 1981, και είναι τέκνα του επίσης εγκαλούντος Ι Α., εκκλησιάζονταν στον ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Κάτω Καλαμάκι, από την ηλικία των 8 ετών περίπου και μάλιστα εισήρχοντο στο Ιερό του Ναού «ως παπαδάκια». Ε. γνώρισαν, ως εφημέριο του Ναού αυτού, τον κατηγορούμενο, αναιρεσείοντα, ο οποίος άρχισε από τότε, την μικρή δηλαδή ηλικία των παιδιών αυτών, να επιδίδεται σε θωπευτικές χειρονομίες που εκτείνονταν από τα χέρια έως την περιοχή των γεννητικών τους οργάνων, πάνω από τα ενδύματά τους αρχικώς και μέσα από το εσώρουχό τους στη συνέχεια, ενώ έφθασε στο σημείο να δίνει ερωτικά φιλιά στο στόμα του μικρού Δ. Α. Περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1995, κατά την διάρκεια ταξιδιού που είχε οργανώσει η Ιερά Μητρόπολη Νέας Σμύρνης στα Ιεροσόλυμα, στην οποία συμμετείχαν και οι παραπάνω ανήλικοι, καθώς και ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος και ενώ ευρίσκοντο στα Ιεροσόλυμα, κατά τις απογευματινές ώρες μιας από τις ημέρες της παραμονής τους εκεί, ένα από τα παιδιά που επίσης συμμετείχε στην εκδρομή ζήτησε από τον ηλικίας τότε 14 ετών Π. Α. να παραδώσει μία πλαστική σακούλα στον κατηγορούμενο. Ο Π. πήγε στο δωμάτιο αυτού, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί διέμενε χωριστά από την σύζυγό του, σε χωριστό δηλαδή δωμάτιο και τον βρήκε να κάνει μπάνιο. Του ζήτησε να περιμένει και όταν τελείωσε βγήκε από τον χώρο του λουτρού ημίγυμνος με μία πετσέτα γύρω από τη μέση του, λέγοντας στον ανήλικο Π. Α. «τώρα θα κάνουμε την άσκηση». Στην συνέχεια άρχισε να θωπεύει τον ανήλικο, αφού εν τω μεταξύ του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Ο ανήλικος τρόμαξε και του είπε ότι ήθελε να φύγει, αλλά αυτός δεν του επέτρεψε κάτι τέτοιο και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, τον ξάπλωσε με την σωματική αυτή βία στο κρεβάτι. Ε. συνέχισε να θωπεύει τα μέλη του σώματός του και σε κάποια στιγμή του είπε την φράση «τώρα κλείσε τα μάτια σου και σκέψου κάτι το ανήθικο». Τότε έβαλε το γεννητικό όργανο του ανηλίκου μέσα στο στόμα του, εξαναγκάζοντάς τον με τον παραπάνω πάντοτε τρόπο να ανεχθεί παρά την θέλησή του πεοθηλασμό, μέχρις ότου ο ανήλικος εκσπερμάτωσε μέσα στο στόμα του. Μία άλλη ημέρα, κατά την διάρκεια του ίδιου ταξιδιού και του ίδιου χρονικού διαστήματος, απογευματινές ώρες και πριν από το δείπνο ο κατηγορούμενος κάλεσε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του τον άλλο αδελφό του Π., τον Δ. Α. Ε. ο κατηγορούμενος παρά την θέληση του ανηλίκου ξάπλωσε αυτόν στο κρεβάτι του και του είπε τη φράση «σήμερα θέλω να στο κάνω». Στην συνέχεια, παρά την άρνηση του ανηλίκου, του έβγαλε όλα τα ενδύματά του. Αμέσως μετά ακινητοποίησε τον ανήλικο (εξυπακούεται με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις) πάνω στο κρεβάτι και πιέζοντας με το ένα χέρι στην κοιλιά και κρατώντας με το άλλο χέρι τα πόδια του, έβαλε το γεννητικό μόριο του ανηλίκου στο στόμα του και υποχρέωσε αυτόν να ανεχθεί πεοθηλασμό, μέχρις ότου ο Δ εκσπερμάτωσε στο στόμα του κατηγορουμένου. Καθόλη την διάρκεια της εγκληματικής αυτής δραστηριότητος του κατηγορουμένου, ο παραπάνω ανήλικος έκλαιγε, ενώ ο δράστης τον ρώτησε αν του άρεσε και τον οδήγησε στην τουαλέττα, όπου έπλυνε το πρόσωπό του από τα δάκρυα. Μερικές ημέρες αργότερα, στο Κάιρο, στα πλαίσια πάντοτε του ίδιου ταξιδιού, μετά το πρωινό γεύμα, κάλεσε ο κατηγορούμενος, μπροστά στα άλλα παιδιά τον Π. Α. να τον βοηθήσει να μεταφέρει κάποιες τσάντες στο δωμάτιό του. Ο ανήλικος το δέχθηκε και όταν βρέθηκαν στο δωμάτιο ο κατηγορούμενος άρχισε να θωπεύει σεξουαλικά τον ανήλικο, ο οποίος του έλεγε «πάτερ δεν θέλω». Ο κατηγορούμενος του απάντησε με την φράση «καλά τουλάχιστον να σε φωτογραφήσω», όπως και έγινε. Στην συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος, όπως και προηγουμένως, ασκώντας επί του ανηλίκου σωματική βία, πέτυχε να ανεχθεί αυτός (ανήλικος) πεοθηλασμό από τον κατηγορούμενο μέχρις ότου εκσπερμάτωσε ο ανήλικος. Την ίδια πράξη (εξυπακούεται και με σωματική πάντοτε βία) επανέλαβε ο κατηγορούμενος στο Κάιρο άλλες δύο φορές τις αμέσως επόμενες ημέρες, σε βάρος του ίδιου ανηλίκου, την μία στο δωμάτιο του ανηλίκου και την δεύτερη σε άλλο, όχι του κατηγορουμένου δωμάτιο. Τον Ιούλιο του έτους 1997 σε μη ακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία ο κατηγορούμενος, αφού αγόρασε στον Δ. Α. διάφορα δώρα, κατόπιν τον οδήγησε στο νεανικό κέντρο «Ελισαίος» που είναι στο Καλαμάκι Αττικής. Ε. ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ηλικίας πλέον 17 ετών Δ πιεστικά «να τον πάρει από πίσω», δηλαδή να έλθουν σε παρά φύση σεξουαλική επαφή, με παθητικό ομοφυλικά τον κατηγορούμενο και ενεργητικό τον Δ. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε κάτι τέτοιο και τότε ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις ακινητοποίησε τον ανήλικο και αφού τον διήγειρε ενεργώντας επ' αυτού πεοθηλασμό, τον εξανάγκασε να πραγματοποιήσει ασέλγεια παρά φύσηοδηγώντας μόνος του ο κατηγορούμενος το πέος του Δ. μέσα στον πρωκτό του, μέχρις ότου ο Δ εκσπερμάτωσε. Ακόμη το Δικαστικό Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος στο Καλαμάκι-Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 1997 μέχρι και τον Αύγουστο 1998, σε μη διακριβωθείσες στην ανάκριση ημερομηνίες (εννοείται όμως πάντοτε εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος), μέσα στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος επιδόθηκε σε υβριστικά ανάρμοστες πράξεις (άρθρο 200 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, μέσα στο ιερό του πιο πάνω Ναού, κατά την διάρκεια του όρθρου, αλλά και κατά την διάρκεια της θείας λειτουργίας, θώπευε τα γεννητικά μόρια των ηλικίας τότε αντίστοιχα 13 και 8 ετών Α, Σ και Γ. Α. Τέλος το Δικαστικό Συμβούλιο με το

προσβαλλόμενο βούλευμά του, δίδει απάντηση στον ισχυρισμό του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ιερέα για «ψευδή χαλκευμένη, συνωμοτική σε βάρος του κατηγορία εκ μέρους του Ι Α. », και καταλήγει, ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αβάσιμος, επικαλούμενο προς τούτο και το Πόρισμα του Αρχιμανδρίτη Σ Μ, ο οποίος καταλήγει στην ίδια με το Συμβούλιο κρίση,

αναφορικά με τον κατηγορούμενο. Επί πλέον το Δικαστικό Συμβούλιο επικαλείται και την 16/2-3-1999 απόφαση του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης, ενώπιον του οποίου κρίθηκε η υπόθεση του

εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ιερέα, το οποίο τον έκρινε ένοχο «επί α) ασελγέσι παρά φύση πράξεσι μεθ΄υπεξουσίων πνευματικώς αυτώ αρρένων, β) κιναιδισμώ, γ) σκανδαλισμώ της συνειδήσεως των πιστών.....» και τον παρέπεμψε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου.-

Επειδή από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με την θεμελίωση αντικειμενικά και υποκειμενικά του εγκλήματος του βιασμού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος. Η επιβαλλομένη όμως αιτιολογία, όπως προαναφέρθηκε, του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι το δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών ήδη αναιρεσείων, κατηγορούμενος με την 69/2003 έφεσή του, αλλά και με υπόμνημα προέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία η κατηγορία σε βάρος του για βιασμό, όπως αυτά έχουν εκτεθεί παραπάνω, εταυτίζοντο με εκείνα για τα οποία με διάφορο νομικό χαρακτηρισμό είχε απαλλαγεί αυτός με το υπ΄αριθμόν 3144/2000 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και επομένως ότι υπήρχε δεδικασμένο, με την διαπίστωση του οποίου έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών να κηρύξει απαράδεκτη την κατ΄αυτού (κατηγορουμένου) ασκηθείσα ποινική δίωξη για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Τον αυτοτελή όμως αυτόν ισχυρισμό το Συμβούλιο απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα σιωπηρώς και χωρίς επομένως καμία αιτιολογία. Η παράλειψη όμως αυτή, καθιστά το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το μέρος αυτό, χωρίς την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γι' αυτό και ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, για να κριθεί αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση δεδικασμένο και σε καταφατική περίπτωση να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, άλλως να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός.- Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 γ' και 510 παρ. 1 Στ ΚΠΔ υφίσταται, όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Το ίδιο δεδικασμένο παράγεται αν το βούλευμα, εκτός των άλλων, αποφαίνεται οριστικά για την κατηγορία, με την έννοια ότι το δικαστικό συμβούλιο δεν έχει εξουσία να δικάσει πάλι την ίδια κατηγορία. Εξάλλου, αν υπάρχει κατ' ιδέαν συρροή, κατά την οποία με την ίδια πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του δράστη, τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ), όπως συμβαίνει όταν με την ίδια αξιόποινη πράξη προσβάλλονται τα ίδια (ομοειδής κατ' ιδέαν συρροήν) ή διαφορετικά (ετεροειδής κατ' ιδέαν συρροή) έννομα αγαθά περισσοτέρων προσώπων (πλείονες παθόντες), το δεδικασμένο εξαντλείται σε κάθε συρρέουσα πράξη χωριστά και δεν καταλαμβάνει όλες τις συρρέουσες πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία της μιάς πράξεως αποτελούν και στοιχεία της άλλης που κρίθηκε. Στην περίπτωση της φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής, η ποινική αξίωση της πολιτείας ικανοποιείται με την εφαρμογή της μιάς μόνον από τις περισσότερες ποινικές διατάξεις, στις οποίες εκ πρώτης όψεως υπόκειται η αυτή πράξη του ιδίου δράστη. Το δε Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται και δεν εξετάζει κατ' ουσίαν την πράξη που συρρέει φαινομενικώς και δεν μπορεί να εκδώσει γι' αυτήν απαλλακτικό βούλευμα ή αθωωτική απόφαση. Εξάλλου το δεδικασμένο εξαντλείται στην πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και η οποία εξετάσθηκε και κρίθηκε κατ' ουσίαν από το Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο. Επομένως, αν το Συμβούλιο παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για την απορροφώσα πράξη, ενώ για την απορροφημένη αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, λόγω της απορροφήσεώς της, ακολούθως δε το Δικαστήριο διαπιστώσει έλλειψη των στοιχείων της απορροφώσης και κηρύξει γι' αυτήν αθώο τον κατηγορούμενο, δεν κωλύεται στην συνέχεια να εξετάσει και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για την απορροφηθείσα πράξη, αφού η τελευταία δεν είχε ερευνηθεί και κριθεί κατ' ουσίαν. Ακόμη στην περίπτωση αυτή της φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής, αν το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε για την απορροφημένη πράξη και κατέληξε σε απαλλακτικό αμετάκλητο βούλευμα, χωρίς όμως να ερευνήσει αν συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία της απορροφώσας πράξεως, όταν μάλιστα απειλείται αυτή με βαρύτερη ποινική κύρωση, δεν κωλύεται στην συνέχεια λόγω δεδικασμένου να ερευνήσει αυτήν την πράξη, στην οποία η πρώτη θα αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτής, αφού στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του εγκλήματος που έκρινε το αμετάκλητο βούλευμα, δεν θα συμπίπτουν με αυτά του εγκλήματος που περιέχει η κατηγορία ή το παραπεμπτικό βούλευμα για την απορροφώσα πράξη.-

Στην προκειμένη περίπτωση, το υπ΄ αριθ. 3144/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, βλασφημία κατ' εξακολούθηση και ασέλγεια παρά φύση κατά εξακολούθηση, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στην Αττική, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1995 μέχρι και την 8ην Αυγούστου 1998, σε βάρος των Π. Α., Α. Γ, Ε Γ Σ Κ, Α Κ και Δ. Α. Στην κατηγορία δε της

παραφύση ασελγείας υπήγαγε το συμβούλιο, όπως προκύπτει από το παραπάνω βούλευμα, δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού που φέρεται ότι ενήργησε ο κατηγορούμενος από μία φορά στους Δ. και Π. Α. στο Ισραήλ και Αίγυπτο, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, καθώς και άλλες περιπτώσεις πεοθηλασμού που ενήργησε επ' αυτών στο Καλαμάκι Αττικής εντός του χρονικού διαστήματος από τον Αύγουστο 1995 μέχρι τον Αύγουστο 1998. Ομοίως στην κατηγορία αυτή υπήγαγε και παρά φύση ασέλγεια που διενήργησε ο Δ. Α. με την εισαγωγή του πέους του στον πρωκτό του κατηγορουμένου, κατόπιν επιλογής του τελευταίου, κατά τον Ιούλιο 1997. Σ., ότι με το βούλευμα αυτό δεν ερευνήθηκε ποτέ αν οι ανωτέρω πράξεις εγένοντο με εξαναγκασμό επί των ανηλίκων εκ μέρους του κατηγορουμένου. Στην συνέχεια, όταν ασκήθηκε εκ νέου ποινική δίωξη, εκτός των άλλων και για μέρος από τις πράξεις αυτές, το πρωτόδικο 75/2003 βούλευμα στην προκειμένη δικογραφία κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παραφύση ασέλγεια και παρέπεμψε, όπως προαναφέρθηκε, τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Από την συγκριτική επισκόπηση των δύο παραπάνω βουλευμάτων (3144/2000 και 75/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) προκύπτουν τα ακόλουθα 1) Ενώ ο αναιρεσείων έχει απαλλαγεί με το πρώτο βούλευμα για δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 1995 (από μία φορά) σε βάρος των Π. και Δ. Α. στο Ισραήλ και Αίγυπτο, με το προσβαλλόμενο βούλευμα που επικύρωσε το πρωτόδικο για το ίδιο χρονικό διάστημα και τόπους, παραπέμπεται στο ακροατήριο αυτός για να δικασθεί για βιασμό, για τρεις περιπτώσεις βιασμού σε βάρος του Δ. Α. και δύο φορές σε βάρος του Π. Α. 2) Λόγω του ότι και στα δύο βουλεύματα δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος, αλλά απλώς αναφέρεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ενηργήθησαν οι παραπάνω πράξεις, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ταυτότητα χρόνου μεταξύ των πράξεων αυτών. ΄Όπως το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση βιασμού σε βάρος του Δ. Α. στο Καλαμάκι Αττικής. Πέραν όμως από τις παραπάνω διαφορές στα παραπάνω βουλεύματα, με βάση τις οποίες δεν προκύπτει δεδικασμένο στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με την απαλλαγή του αναιρεσείοντος για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, η πράξη αυτή συρρέει αληθινά κατ' ιδέαν με εκείνες του βιασμού και επομένως σύμφωνα με τα όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, δεν παράγεται σε κάθε περίπτωση από την απαλλαγή αυτή δεδικασμένο για τους βιασμούς στην υπό κρίση περίπτωση. Τώρα μεταξύ της παρά φύση ασελγείας και του βιασμού υφίσταται φαινομένη κατ' ιδέαν συρροή, διότι η πρώτη πράξη αποτελεί συστατικό στοιχείο της δευτέρας (βιασμού), όταν βέβαια γίνεται με εξαναγκασμό, όπως απαιτείται για την θεμελίωση του βιασμού, με την έννοια που έχει αναφερθεί παραπάνω και επομένως η συμπεριφορά αυτή (της παρά φύση ασέλγειας) απορροφάται από τον βιασμό. Η αξιόποινη όμως πράξη του βιασμού, ο οποίος τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, για τον οποίον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει ερευνηθεί και κριθεί κατ' ουσίαν με το παραπάνω αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (3144/2000) και επομένως τα στοιχεία του τελευταίου δεν συμπίπτουν με εκείνα του παραπεμπτικού, προσβαλλομένου βουλεύματος και ως εκ τούτου δεν υφίσταται παραβίαση δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ώστε να συντρέξει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 1,3 Κ.Π.Δ., με την έννοια που έχει αναλυτικά αναφερθεί παραπάνω. Όλα αυτά βέβαια, ανεξάρτητα από το ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έπρεπε να αιτιολογήσει την απόρριψη ή την αποδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αναφορικά με το δεδικασμένο, όπως το εκθέτει αυτός στην προκειμένη περίπτωση και έχει επικαλεσθεί στην έφεσή του και προπαντός στο επ' αυτής υπόμνημά του. Κατ' ακολουθίαν δεν προκύπτει παραβίαση δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση, και ο αντίθετος επ' αυτού ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημερομηνία που ετελέσθη το αδίκημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1β, 318, 370 περ. β΄ και 485 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώσει την συμπλήρωσή της οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Αυτό βέβαια προκειμένου περί αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, και όχι και κατά αποφάσεων μετά την αντικατάσταση του άρθρου 511 με το άρθρο 50 παρ. 5 Ν. 3160/2003, καθόσον αντίστοιχη ανάλογη διάταξη δεν τέθηκε και στο άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, αλλά και για παράβαση του άρθρου 200 παρ. 2 Π.Κ., την οποία αυτή δεύτερη παράβαση, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, φέρεται ότι διέπραξε αυτός κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 1997 έως τον Αύγουστο του 1998. Η εγκληματική όμως αυτή πράξη είναι πλημμέλημα (άρθρο 18, 200 παρ. 2 Π.Κ.) και συνεπώς έχει πλέον υποκύψει στην παραγραφή, αφού από της τελέσεώς της, με τελευταία πράξη τον Αύγουστο 1998, μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει στο διάστημα αυτό κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν τούτου, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος αυτού που αφορά την παραπάνω εγκληματική πράξη (άρθρο 200 παρ. 2 Π.Κ.) και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής, η κατά του αναιρεσείοντος, για την πράξη αυτή, ασκηθείσα ποινική δίωξη.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθ. 1192/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παύει οριστικώς λόγω παραγραφής, την κατά του κατηγορουμένου Α. Π. του Λ., κατοίκου Αλίμου Αττικής, ασκηθείσα ποινική δίωξη για την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 200 παρ. 2 Π.Κ. κατ' εξακολούθηση, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 1997 μέχρι τον Αύγουστο 1998 στο Καλαμάκι Αττικής.-

Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθ. 1192/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά το μέρος αυτού που αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής δεδικασμένου στην περίπτωση της κατηγορίας κατ' αυτού για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό το βούλευμα τούτο προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα αποτελεσθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που το εξέδωσαν.-

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 151/22.7.2003 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Λ., κατοίκου Αλίμου Αττικής, κατά του υπ' αριθ. 1192/2003, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2004.- Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2004.-