Έτος
2005
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Ασέλγεια παρά φύση μεταξύ αρρένων

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43 και 49 του ΚΠΔ, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57 επ., 246 επ. 250 και 321 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία έχει ασκηθεί από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη και όχι για άλλη, έστω και συναφή, γιατί διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Τέτοια όμως επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ υπάρχει, μόνον όταν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, είναι διαφορετική, κατά τόπο , χρόνο και ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και είχε αυτός εισαχθεί σε δίκη και όχι όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη ή όταν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠΔ, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το υπ΄ αριθ.

137/2000 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Αεροδικείου Αθηνών παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος Σ. Κ. (ήδη αναιρεσείων) στο ακροατήριο του Πενταμελούς Αεροδικείου Αθηνών, για να δικαστεί, μεταξύ άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας παρά φύση αρρένων που τελέστηκε με κατάχρηση μιας σχέσης εξάρτησης που στηρίζεται σε οποιαδήποτε υπηρεσία (άρθρ. 347 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ). Με την υπ΄ αριθ. 201/2001 απόφαση του Πενταμελούς Αεροδικείου Αθηνών και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ο εν λόγω κατηγορούμενος, ύστερα από μεταβολή του χαρακτηρισμού της ως άνω πράξης για την οποία είχε παραπεμφθεί, κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της παρά φύση ασέλγειας που τελέστηκε από κερδοσκοπία και προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 347 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΚ. Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ΄ αριθ.

367/2002 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς), με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο, αποδέχθηκε την ανωτέρω μεταβολή της αρχικής κατηγορίας και κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται από το άρθρο 347 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΚ. Η μεταβολή αυτή της κατηγορίας είναι επιτρεπτή, αφού το Δικαστήριο, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν τόσο κατά την προδικασία, όσο και κατά τη διαδικασία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, προσέδωσε στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, ενόψει μάλιστα του ότι από την αρχή γινόταν λόγος για τέλεση της συγκεκριμένης πράξης της παρά φύση ασέλγειας και από κερδοσκοπία. Έτσι, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας δεν υπάρχει. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το έγκλημα της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας προβλέπεται στο άρθρο 343 ΠΚ με δύο μορφές, η πρώτη από τις οποίες συνίσταται στην ενέργεια ασελγούς πράξης από δημόσιο υπάλληλο με πρόσωπο που βρίσκεται σε υπηρεσιακή από αυτόν εξάρτηση με κατάχρηση αυτής της σχέσης. Κατάχρηση υπηρεσιακής εξάρτησης υπάρχει όταν η υπηρεσιακή σχέση χρησιμοποιήθηκε από το δράστη για τη διαμόρφωση της βούλησης του θύματος να τελέσει μαζί του ασελγή πράξη. Όταν, δηλαδή, έγινε εκμετάλλευση της σχέσης αυτής για να δεχθεί το θύμα την τέλεση της ασελγούς πράξης. Αυτό συμβαίνει όταν ο δράστης με τη στάση του δημιουργεί στον παθόντα το φόβο δυσμενούς μεταχείρισης, είτε του γεννά ελπίδες ευνοϊκής υπηρεσιακής μεταχείρισης. Έτσι, δεν υπάγονται στο άρθρο 343 στοιχ. α΄ του ΠΚ οι περιπτώσεις στις οποίες το υπηρεσιακά εξαρτημένο πρόσωπο συμφώνησε ελευθέρα στην τέλεση της ασελγούς πράξης ή είχε την πρωτοβουλία σ΄ αυτό. Επίσης, δεν υπάγεται στο άρθρο 343 στοιχ. α΄ του ΠΚ και η περίπτωση κατά την οποία το υπηρεσιακά εξαρτώμενο πρόσωπο θέλησε τη γενετήσια σχέση με άλλο, γιατί προσδοκούσε υπηρεσιακά ωφελήματα. Εξάλλου, μία από τις τέσσερις μορφές εμφάνισης του εγκλήματος του άρθρου 347 παρ. 1 του ΠΚ, είναι και η παρά φύσηασέλγεια μεταξύ αρρένων που τελέστηκε από κερδοσκοπία. Προστατευόμενο έννομο αγαθό από την εν λόγω διάταξη είναι η ομαλή κοινωνική ζωή απαλλαγμένη από την εγκληματογόνο εστία, την οποία το φαινόμενο της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας διαστροφής. Για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω μορφής τέλεσης του εγκλήματος της παρά φύση ασέλγειας μεταξύ αρρένων, απαιτείται, εκτός άλλων, ωφέλεια δυνάμενη να αποτιμηθεί σε χρήμα ή να τελεστεί η πράξη αυτή από αίτια προσπορίσεως κέρδους υλικού ή χρηματικού, σε οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που συμπράττουν στην τέλεση αυτού. Δεν απαιτείται δε να έχει συναφθεί ρητά συμφωνία για παροχή περιουσιακού οφέλους. Αρκεί το γεγονός ότι ο δράστης ενήργησε με κίνητρο τον πορισμό οφέλους. Στην παραπάνω περίπτωση τιμωρούνται αμφότεροι ως συναυτουργοί (άρθρ. 45 ΠΚ), δηλαδή, τόσο εκείνος που ενεργεί την πράξη με σκοπό να αποκομίσει κέρδος από αυτή, όσο και εκείνος που συμπράττει με αυτόν, τελώντας σε γνώση του από εκείνον σκοπούμενου κέρδους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, την οποία μόρφωσε από την εκτίμηση όλων των αναφερόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, ότι ο αναιρεσείων Σ. Κ., ανθυπασπιστής της πολεμικής Αεροπορίας, στις 4-9-1998, στο στρατόπεδο Α/Α Ρόδου, όπου υπηρετούσε, τέλεσε την αναφερόμενη σ΄ αυτή παρά φύση ασελγή πράξη κατά συναυτουργία με το Γ. Κ., σμηνίτη που υπηρετούσε στο ίδιο στρατόπεδο, από αίτια προσπορίσεως συγκεκριμένου χρηματικού ποσού στο δεύτερο και όχι με κατάχρηση της υπηρεσιακής εξάρτησης του δευτέρου από τον πρώτο, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας αυτού. Δέχθηκε, δηλαδή, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που προβλέπεται από το άρθρο 347 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΚ, για το οποίο και τον κήρυξε ένοχο και όχι εκείνου που προβλέπεται από το άρθρο 343 εδ. α΄ του ΠΚ. Με βάση τα προαναφερόμενα το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, ορθά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 347 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΚ και στη συνέχεια ορθά και όχι καθ΄ υπέρβαση εξουσίας απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας και παραβίαση του άρθρου 343 εδ. α΄ ΠΚ, ως στηριζόμενους σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σημειώνεται εδώ ότι το έγκλημα του άρθρου 347 παρ. 1 εδ. β΄ Π.Κ., απαρτιζόμενο από διαφορετικά στοιχεία αντικειμενικής υπόστασης από εκείνο του άρθρου 343 εδ. α΄ ΠΚ, δεν βρίσκεται ως προς το τελευταίο σε σχέση γενικού προς ειδικό, αφού από τα αντικειμενικά στοιχεία του πρώτου εγκλήματος απουσιάζει πλήρως η εκμετάλλευση της υπηρεσιακής εξάρτησης. Έτσι, κάθε πράξη που πραγματώνει τα στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 347 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΚ, δεν πραγματώνει συγχρόνως και αναγκαστικά και τα στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 343 εδ. α΄ Π.Κ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Θ΄ λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 343 εδ. α΄ ΠΚ, συνιστάμενη στο ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο θεμελιώνουν το ως άνω έγκλημα και όχι εκείνο του άρθρου 347 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΚ και β)της υπέρβασης εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το ως άνω Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη έγκληση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης της απόφασης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 167 παρ. 3 του ΣΠΚ (Ν. 2287/1995), οι αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές), δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα εξής, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Σ. Κ., ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Ανθ/στής (ΤΕΑ) και υπηρετούσε στο Α/Α Ρόδου, τις βραδινές ώρες της 30-8-1998 στο στρατόπεδο της Μ. αυτής, κάλεσε στο δωμάτιο του Επόπτη Ασφαλείας Μονάδος (ΕΑΜ) το Σμηνίτη Γ. Κ. (συγκατηγορούμενό του), ο οποίος πήγε και παρέμεινε στο ως άνω δωμάτιο για ένα περίπου ημίωρο. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους αυτής ο Σ. Κ., αφού κάθισε δίπλα στον ως άνω Σμηνίτη, του ζήτησε να τον αφήσει να του πάρει μία «πίπα», υποσχόμενος ότι για την πράξη του αυτή θα του έδινε μετά τετραήμερο, στην επόμενη υπηρεσία του της 3-9-1998, το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών. Παρά την έντονη όμως πίεση που δέχθηκε ο Σμηνίτης Γ. Κ. από τον Ανθ/στη Σ. Κ. για να του επιτρέψει στοματικό έρωτα με την υπόσχεση παροχής χρημάτων, ο Κ. αρνήθηκε τότε την ασελγή αυτή πράξη, όπως, επίσης, αρνήθηκε και τις προτάσεις του Κ. να τον αφήσει να του χαϊδέψει τα γεννητικά όργανα, είτε βγάζοντας το παντελόνι του ή έστω πάνω από αυτό. Ακολούθως, κατά την υπηρεσία του ΕΑΜ της 3ης προς 4-9-1998, ο Σ. Κ. επαναδιατύπωσε την αρχική του επιθυμία προς το Γ. Κ., ο οποίος, έχοντας ανάγκη από τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί ο πρώτος, προβληματίστηκε και άρχισε να σκέπτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να ενδώσει. Προηγουμένως ο Σ. Κ. είχε φροντίσει να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα προσέγγισης του ως άνω Σμηνίτη τοποθετώντας τον να εκτελέσει υπηρεσία σκοπού κατά τις ώρες 23.30΄ της 3-9-1998 έως 03.00 της 4-9-1998 στην κεντρική πόλη (Σκοπιά Σ4) του στρατοπέδου της Μονάδος, όπου ο ίδιος (Κ. ) από τις απογευματινές ώρες της 3-9-1998, είχε οργανώσει και συμμετείχε, με αριθμό 4-5 Σμηνιτών, σε κατανάλωση εδεσμάτων και οινοπνευματωδών ποτών, η οποία και διήρκεσε μέχρι και το πέρας της υπηρεσίας σκοπού του Γ. Κ. Στη συνέχεια ο Ανθ/στης παρέλαβε το Σμηνίτη Γ. Κ. με το υπ΄ αριθ. κυκλοφορίας ΠΑ - 7972, τύπου MERCEDES, υπηρεσιακό όχημα το οποίο διατίθετο στους εκάστοτε ΕΑΜ για εκτέλεση εφόδων ή και άλλων προβλεπόμενων υπηρεσιών και κινήθηκαν επί τρία (3) περίπου χιλιόμετρα εντός του στρατοπέδου του Α/Α Ρόδου. Ακολούθησε, περί ώρα 04.00 της 4-9-1998 προτροπή του κατηγορουμένου Στ. Κ. προς το Σμηνίτη Γ, Κ. να οδηγήσει ο τελευταίος το ως άνω υπηρεσιακό όχημα, προκειμένου να περιέλθουν τις σκοπιές της Μονάδος για εκτέλεση εφόδων, παρά το γεγονός ότι ήταν ήδη γνωστή στον Ανθ/στη, αφενός μεν η διάθεση οδηγού υπηρεσίας για κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του ΕΑΜ, αφετέρου δε ότι ο ως άνω Σμηνίτης δεν ήταν ο υπεύθυνος οδηγός του εν λόγω υπηρεσιακού οχήματος και μάλιστα ότι δεν διέθετε δίπλωμα οδήγησης (στρατιωτικό ή πολιτικό). Πάντως, η πρόταση έγινε δεκτή από το Γ. Κ., ο οποίος, αφού οδήγησε το υπηρεσιακό όχημα επί ημίωρο περίπου εντός του στρατοπέδου της Μ., με συνεπιβαίνοντα τον Ανθ/στη Στυλ. Κ., στάθμευσε τελικά έξω από το οίκημα Α/Ν, όπου βρίσκεται και το δωμάτιο του ΕΑΜ. Αμέσως εισήλθαν στο δωμάτιο του ΕΑΜ και εκεί ο Σμηνίτης Γ. Κ., έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχό του και πλησίασε προς το κρεβάτι, όπου καθόταν ήδη ο Στυλ. Κ., ο οποίος, αφού αρχικά θώπευσε τα γεννητικά όργανα του Κ., στη συνέχεια έθεσε το πέος του τελευταίου στο στόμα του, τελώντας με τη σύμπραξη αυτού την ασελγή πράξη της πεολειχίας. Η όλη σκηνή της ασελγούς αυτής πράξης υπέπεσε στην αντίληψη του Υποσμηνία (ΗΛΕ) Εμμανούηλ Καραγιάννη, ο οποίος και γνωστοποίησε το γεγονός με γραπτή τελικά αναφορά του προς το Διοικητή της Μ. Κατά την απολογία τους στο ακροατήριο ο μεν Σ. Κ. αποδέχθηκε την οδήγηση του υπηρεσιακού οχήματος με πρότασή του από το Σμηνίτη Γ. Κ., υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν διέθετε δίπλωμα οδήγησης, ενώ αρνήθηκε την τέλεση της πράξης της παρά φύση ασέλγειας την οποία του «φόρτωσαν» κάποιοι που ήθελαν να τον βλάψουν, λόγω της τυπικότητας και της αυστηρότητάς του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας. Αντίθετα ο Γ. Κ., αποδέχθηκε τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος αφενός ότι οδήγησε το υπηρεσιακό όχημα αποδεχόμενος την πρόταση, ως οιονεί διαταγή, του ιεραρχικά ανωτέρω του, καίτοι γνωστοποίησε προς τον τελευταίο ότι δεν διέθετε δίπλωμα οδήγησης, αφετέρου ότι ενέδωσε στην επιθυμία του Ανθ/στή για την ασελγή πράξη της πεολειχίας, γιατί, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε την περίοδο εκείνη, πίστευε ότι ίσχυε και ήθελε την «αμοιβή», ήτοι το χρηματικό ποσό των 20.000 δραχμών που λίγες ημέρες πριν από το περιστατικό του είχε υποσχεθεί ο Στυλ. Κ. Όπως προέκυψε δε από την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία και ιδίως από την απολογία του Γ. Κ., ο μεν τελευταίος ενήργησε την άνω ασελγή πράξη, με σκοπό προσπορισμού κέρδους από την αυτήν, ο δε Σ. Κ. συνέπραξε στην εν λόγω ασελγή πράξη, τελώντας σε γνώση της σκοπούμενης από την τέλεση αυτής κερδοσκοπίας από το Γ. Κ. Ακολούθως, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές κήρυξε, μεταξύ άλλων, ένοχο τον κατηγορούμενο Σ. Κ. α)ηθικής αυτουργίας στην παράβαση του άρθρου 2 παρ.3 περ. γ΄ του ΝΔ 2396/1953 «περί κανονισμού χρήσεως και κινήσεως αυτοκινήτων οχημάτων του Δημοσίου κλπ» και β)παρά φύση ασέλγειας μεταξύ αρρένων που τελέστηκε από κερδοσκοπία, αφού δε αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 α΄ του ΠΚ, τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 περ. α΄, 347 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ, 2 παρ. 3 και 5 παρ. 1 εδ. α΄ του ΝΔ 2396/1953, όπως ισχύει, τις οποίες εφάρμοσε. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, αφού ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2003 αίτηση του Σ. Κ. του Σ. για αναίρεση της με αριθ.

367/2002 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.