Έτος
2006
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Μαστροπεία

 

Ε ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Π. Λ.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Σ. Κ. - Κ. του Γ., κατοίκου Περισσού, Αττικής, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1380/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1482/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 560/22-11-2005 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω κατά 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αρ. 85/15-7-2005 αίτηση αναίρεσης του Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Περισσού Αττικής, κατά του υπ' αρ. 1380/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:

Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αρ. 19/2005 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ' αρ. 5835/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για: α) μαστροπεία ανηλίκου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, β) πορνογραφία ανηλίκων κατ' εξακολούθηση και γ) απασχόληση σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς βιβλιάριο υγείας και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 15-7-2005 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 85/2005 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 6-7-2005 και είναι τυπικά δεκτή.

Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, την υπέρβαση εξουσίας και την απόλυτη ακυρότητα. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά 93 παρ. 3 Συντ/τος 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ

Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).

ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία, όλων κατ' είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Από την κυρία ανάκριση και την συμπληρωματική ομοία, που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα, καθώς και την προηγηθείσα προανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υποβληθέντα από αυτούς υπομνήματα πρωτοδίκως και κατ' έφεση (έστω και αν δεν αναφέρεται ειδικά ο χρόνος κατάθεσής τους), από τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων αυτών (ΑΠ 699/2000 ΝοΒ 2000 1632), προέκυψαν και κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων-εκκαλούντων για τις αξιόποινες πράξεις της μαστρωπείας ανηλίκων κατά συναυτουργία κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (1ος και 2ος των κατηγορουμένων-εκκαλούντων), της πορνογραφίας ανηλίκων κατ' εξακολούθηση και απασχόλησης σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς βιβλιάριο υγείας (ο 1ος από αυτούς).

Ειδικότερα για τους ορθούς και βάσιμους λόγους που αναφέρονται στην ως άνω εισαγγελική πρόταση, στους οποίους αναφέρεται και το Συμβούλιο τούτο προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων (Απ 96/04 Ελ. Δικ. 45 1537, ΑΠ 670/01 αδημ. ΑΠ 94/2000 Ποιν. Δικ. 2000 592, ΑΠ 1017/99 ΠΧ Ν. 508, ΑΠ 1605/99 Υπερ. 2000 546), προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, Α) των ως άνω κατηγορουμένων - εκκαλούντων για το ότι αυτοί στην Αθήνα εξακολουθητικά κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Αυγούστου 2003 έως και 18.10.03 (ημεροχρονολογία συλλήψεώς τους), ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο και υπό την ιδιότητά τους ο μεν πρώτος ως ιδιοκτήτης του επί της οδού Π. 19 καταστήματος - μπαρ με την επωνυμία "ΦΛΟΓΑ", ο δε δεύτερος ως σερβιτόρος σ' αυτό, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την επιχείρηση ασελγών πράξεων από τους πελάτες του εν λόγω καταστήματος παρακίνησαν με την υπόσχεση οικονομικού οφέλους και μάλιστα μεγάλων κερδών και εν γνώσει τελούντες της ανηλικότητάς τους, τους ανηλίκους 1) R. V., γεννηθέντα την 24.1.87 και 2) ανήλικο Αλβανικής καταγωγής, 16 ετών, με το όνομα Γ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, να προβαίνουν σε παρά φύσηασέλγεια με αόριστο αριθμό ενηλίκων ανδρών στο μέλλον, αντί χρηματικής αμοιβής, παρέχοντες σ' αυτούς τις κατάλληλες συνθήκες και ευκαιρίες και προκαλώντας τη ροπή τους στην πορνεία, β) σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Κ.. για το ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Αυγούστου 2003 έως 18.10.03 α) εξακολουθητικά, από κερδοσκοπία αποτύπωνε σε φωτογραφίες με ένα κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ με κάμερα τα σώματα απροσδιορίστου αριθμού ανηλίκων γυμνών και ημίγυμνων αγοριών, μεταξύ των οποίων και του ανηλίκου γεννηθέντος την 24.1.87 R. V., προμηθευόταν ομοίου περιεχομένου φωτογραφίες, κατείχε αυτές και τις επεδείκνυε από την οθόνη του κινητού του τηλεφώνου σε ενήλικους πελάτες του καταστήματός του (μπαρ), επί της οδού Π. 19 με τον τίτλο 'ΦΛΟΓΑ" με σκοπό το κέρδος και β) απασχολούσε στο ως άνω κατάστημά του, ως σερβιτόρο, τον συγκατηγορούμενό του F. G. χωρίς ο τελευταίος να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας. Με την επισήμανση, σε σχέση με τα υποστηριζόμενα κυρίως υπό του πρώτου κατηγορουμένου (βλ. υπομνήματά του) και συμπληρωματικά με τα εκτιθέμενα στην εισαγγελική πρόταση ότι οι αποχρώσες ενδείξεις ενοχής τους προκύπτουν από τις μαρτυρικές καταθέσεις και ιδίως των αστυνομικών Γ. Μ. και Β. Ν. - οι οποίοι κατόπιν καταγγελιών περί πορνείας ανηλίκων αγοριών στο ως άνω μπαρ του 1ου κατηγορουμένου, από αρχές Οκτωβρίου 2003 είχαν θέσει υπό παρακολούθηση τούτο και ολοκλήρωσαν την επιχείρηση το βράδυ της 18.10.03 όπου συνέλαβαν, πλην των άλλων, τους ως άνω δύο κατηγορουμένους ως και τον ανήλικο, Αλβανικής υπηκοότητας R. V., κατασχέθηκαν πλήθος πειστηρίων, όπως αμέτρητες φωτογραφίες γυμνών και ημίγυμνων νεαρών, ανηλίκων ανδρών, 45 σημειώματα με ονόματα, κινητά αλλά και ηλικία ανδρών, ένα κινητό ΝΟΚΙΑ στην κατοχή του 1ου κατηγορουμένου, απεικονίζον ανήλικα αγόρια γυμνά, που ο τελευταίος επεδείκνυε σε ενήλικες πελάτες του μπαρ με σκοπό το κέρδος και πολλά άλλα πειστήρια (βλ. εκθέσεις κατάσχεσης), σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και ιδίως με τις από 18.10.03 και 21.10.03 απολογίες (προανακριτική και ενώπιον της 10ης ειδικής τακτικής Ανακρίτριας, αντίστοιχα), του ανηλίκου Αλβανού R. V. του I., στις οποίες (απολογίες του) με κάθε λεπτομέρεια εξιστορεί τα συμβάντα (το πώς δηλαδή οι δύο ως άνω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι παρακίνησαν και εξώθησαν τον ίδιο ως και τον ανήλικο επίσης Γ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, με την υπόσχεση χρημάτων να προβαίνουν σε παρά φύσηασέλγεια με ενήλικους άνδρες, για εξυπηρέτηση της ακολασίας αυτών, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες και ευκαιρίες για την τέλεση της πορνείας). Τα πραγματικά αυτά περιστατικά (γεγονότα) φέρεται βέβαια να ανασκευάζει - ανακαλεί ο εν λόγω Αλβανός με το από 10.2.04 υπόμνημά του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, το υπόμνημά του όμως αυτό, υποβληθέν μετά πάροδο τριάμιση μηνών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον της ίδιας ως άνω ανακρίτριας, κατά την 29.3.04, περιορίστηκε να επιβεβαιώσει μονολεκτικώς και μόνον το περιεχόμενο αυτού (από 10.2.04) υπομνήματός του), αρνούμενος πεισματικά να απαντήσει επί των υποβληθέντων ερωτημάτων, (προδήλως για να μην περιέλθει σε αντιφάσεις), - δεν κρίνεται πειστικό και δεν αναιρεί την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των ως άνω κατηγορουμένων για τις ως άνω πράξεις.

Στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, την οποία υιοθέτησε εξολοκλήρου τούτο και στην παρούσα εισαγγελική πρόταση, αναφέρονται λεπτομερώς και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψαν οι ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για τις ως άνω πράξεις, ενώ οι νομικές σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων συγκροτούνται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων, αλλά και οι λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται η επιστήριξη δημόσιας κατηγορίας εναντίον τους, αναλύονται λεπτομερώς και με σαφήνεια σ' αυτές και στο εκκαλούμενο βούλευμα (δηλαδή στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση), η επανάληψη των οποίων δεν κρίνεται αναγκαία, αλλά προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, αναφέρεται και το παρόν Συμβούλιο, στις σκέψεις όλων των ανωτέρω. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί (και σε αντίκρουση σχετικού ισχυρισμού του 1ου εκκαλούντος) ότι η λήψη υπόψη των ως άνω απολογιών του ανηλίκου R. V. και αν ακόμη ο τελευταίος ήταν συγκατηγορούμενός του, δεν παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 2§8 Ν. 2408/96, η οποία 1) αποτελεί κανόνα αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, διευκρινιστικό της από το άρθρο 177 του ίδιου κώδικα εισαγομένης βασικής αρχής της ηθικής αποδείξεως (βλ. ΑΠ 264/01 Ποιν. Λόγος 2001, 1305, Απ 802/2000 ΠΧ ΝΑ 126) και 2) αφορά τη διαδικασία στο ακροατήριο και όχι την προδικασία (ΑΠ 1703/01, Ποιν.Λόγος 2001 2024, Λ. Μαργαρίτη, οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις του Ν. 2408/96, Υπεράσπιση 1997 σελ. 518 επ. ιδίως σελ. 528).

Με τις ίδιες σκέψεις, είναι απορριπτέο και το αίτημα του ίδιου εκκαλούντος κατηγορουμένου περί διενέργειας συμπληρωματικής ανάκρισης, αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στο από 10.2.04 υπόμνημα του R. V., αφού, κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, η υπόθεση έχει διερευνηθεί επαρκώς και δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 309§1 ΚΠΔ το Συμβούλιο είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά από αίτηση ενός από τους διαδίκους, υποχρεούται να διατάξει την εμφάνισή τους σ' αυτό (Συμβούλιο) με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν οποιαδήποτε διασάφηση. Τότε μόνο μπορεί το Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα και πάντοτε όταν διατάσσει την εμφάνισή του ενός από τους διαδίκους, πρέπει να καλέσει και να ακούσει ταυτόχρονα και τους λοιπούς. Ως αρκετή αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησης έχει και νομολογιακά θεωρηθεί η επαρκής και διεξοδική ανάπτυξη των απόψεων του αιτούντος με τα υπομνήματά του (ΑΠ 23/88 ΠΧ ΛΗ 572, ΑΠ 1375/89 ΠΧ 1990, 649, ΑΠ 1204/91 ΠΧ 1992, 154). Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας όχι μόνο δεν προκύπτει κανένας ειδικός λόγος που να δικαιολογεί την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος εκκαλούντος Σ. Κ.. στο Συμβούλιο, αλλά αντίθετα δεν είναι χρήσιμη, η προφορική ανάπτυξη των απόψεών του για τις κατηγορίες και η παροχή σχετικών διασαφήσεων γι' αυτές, αφού ο κατηγορούμενος τόσο στις απολογίες του, όσο και στα υπομνήματά του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, διεξοδικά, με πληρότητα και με επάρκεια αναπτύσσει, αναλύει, επεξηγεί και διευκρινίζει τους ισχυρισμούς του και βεβαίως τα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς το αίτημά του πρέπει ν' απορριφθεί, αφού μία τέτοια εμφάνιση είναι τελείως περιττή. Η απόρριψη του ως άνω αιτήματος του κατηγορουμένου δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 5§3, 4 και 6§3 της κυρωθείσας με το ΝΔ 53/74 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και τις καθιερούμενες με αυτές αρχές της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων μεταξύ κατηγορουμένου και εισαγγελικής αρχής (ΑΠ 1649/04).

Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις.

Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 12, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, 121 παρ. 1, 348Α παρ. 1, 2 και 349 Π.Κ. και ά. 14 Αιβ/8577/83 Υγ/κής διάταξης σε συνδ. με ά. 11 παρ. 10 Ν. 2307/95, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατά 484 παρ. 1 στοιχ. α' , β' , δ' και στ' ΚΠΔ είναι αβάσιμες.

Ι) ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:

Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ' ), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ' είδος τ' αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810).

Α Ν Α Λ Υ Τ Ι Κ Ο Τ Ε Ρ Α:

Θ) Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου παράβαση, όπως υποστηρίζεται, στην αναίρεση, διότι στο βούλευμα, με αναφορά και στην εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά, καθώς και οι συλλογισμοί - με μνεία όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων - που οδήγησαν το Συμβούλιο στην παραπεμπτική κρίση του.

Ειδικότερα δε ως προς το αδίκημα της μαστροπείας δεν είναι αναγκαίο, όπως υποστηρίζεται στην αναίρεση, να προσδιορίζεται: α) το ειδικότερο ποσό της χρηματικής αμοιβής ούτε β) τα πλήρη στοιχεία, καθόσον δεν προέκυψαν από την ανάκριση, του παρακινηθέντος στην πορνεία Γιώργου, αλβανικής καταγωγής, ετών 16, εφόσον ήδη προκύπτει η προσβολή του παθόντος.

Κατ' ακολουθία, όλες οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης είναι αβάσιμες. Ι) Στο σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος αιτιολογείται, έστω και συνοπτικά, ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της ανηλικότητας των προαχθέντων στην πορνεία R. V. και του Γ., οπότε έχει απαντηθεί και η απόρριψη του περί πραγματικής πλάνης ως προς την ηλικία των παθόντων αυτοτελούς ισχυρισμού. Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας

ΙΑ) Ο 3ος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθόσον παραβιάσθηκε από το Συμβούλιο η διάταξη του ά. 211Α Κ.Π.Δ. είναι τελείως αβάσιμος, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προδικασία, όπως αναλυτικά και με παραπομπές στη νομολογία και θεωρία, το προσβαλλόμενο βούλευμα διευκρινίζει (βλ. 15ο φύλλο αυτού).

ΙΒ) Ο 4ος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και "εσφαλμένη ερμηνεία διάταξης νόμου", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στηρίζεται στην ελλιπή αιτιολόγηση της απόρριψης του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο.

Το βούλευμα όμως δεν διέλαβε στο σκεπτικό του μόνο το ότι "δεν είναι χρήσιμη η προφορική ανάπτυξη των απόψεων του (αναιρεσείοντος) και η παροχή διασαφήσεων γι' αυτές", όπως υποστηρίζεται στη σελ. 24 της αναίρεσης, αλλά έχει προηγηθεί και η φράση (βλ. 2η σελ. 15ου φύλλου βουλεύμ.) "Ως αρκετή αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησης έχει και νομολογιακά θεωρηθεί η επαρκής και διεξοδική ανάπτυξη των απόψεων του αιτούντος με τα υπομνήματά του" (με παραπομπές σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις ως δήθεν στοιχειοθετούσες τους ως άνω λόγους αναίρεσης.

ΙΓ) Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του ά. 348Α παρ. 1 και 2 Π.Κ. ως προς το αδίκημα της πορνογραφίας στηρίζεται σε ουσιαστικές εκτιμήσεις, που είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου, είτε ως αρνήσεις της κατηγορίας είτε ως (ενδεχομένως) εσφαλμένη- ΙΔ) Ο λόγος αναίρεσης ότι δεν αιτιολογείται το υποκειμενικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι επίσης αβάσιμος, διότι εκτίθενται πλήρως στο βούλευμα και την ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση τα πραγματικά περιστατικά που το αιτιολογούν.

IE) Οι τελευταίοι λόγοι της αίτησης (σελ. 32 επ.) επανέρχονται στην εφαρμογή του ά. 211Α ΚΠΔ και στην προδικασία και στην αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι αβάσιμοι, όπως ήδη ανωτέρω εξετέθη.

Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙ' ΑΥΤΟ

Προτείνω:

1) Ν' απορριφθεί η υπ' αρ. 85/15-7-2005 αίτηση αναίρεσης του Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Περισσού Αττικής, κατά του υπ' αρ. 1380/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

2) Να επιβληθούν στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ. Αθήνα 25-10-2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Παναγιώτης Καίσαρης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 349 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του Ν. 3064/2002, όποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων προάγει ή εξωθεί στην πορνεία ανήλικο ή υποθάλπει ή διευκολύνει την πορνεία ανηλίκου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. Από τη διάταξη αυτό προκύπτει ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της μαστροπείας μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ, αφού η διάταξη δεν διακρίνει, ενώ παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι μόνο ανήλικος δηλαδή πρόσωπο ανεξαρτήτως φύλου μέχρι 18 ετών. Προαγωγή στην πορνεία είναι η παρακίνηση του παθόντος προσώπου με οποιονδήποτε τρόπο να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής. Εξώθηση είναι η διέγερση αισθημάτων που διαφθείρουν την ηθική του ανηλίκου και προκαλούν πρόωρα τη ροπή του στην πορνεία, ενώ υπόθαλψη ή διευκόλυνση της πορνείας υπάρχει όταν δημιουργούνται με πράξη ή παράλειψη οι κατάλληλες συνθήκες για τη συνέχιση της εν λόγω κατάστασης. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται η γνώση ότι το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη είναι ανήλικο και η θέληση περιαγωγής κ.λπ. σε πορνεία, καθώς και η θέληση εξυπηρέτησης της ακολασίας άλλου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 348 Α παρ. 1 και 2 ΠΚ, όποιος από κερδοσκοπία παρασκευάζει, κατέχει, προμηθεύεται, αγοράζει, μεταφέρει, διακινεί, διαθέτει, πωλεί ή θέτει με οποιονδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία πορνογραφικό υλικό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ (παρ. 1). Πορνογραφικό υλικό συνιστά, κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, και κάθε περιγραφή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση, σε οποιονδήποτε υλικό φορέα, του σώματος ανηλίκου που αποσκοπεί στη γενετήσια διέγερση, καθώς και η καταγραφή ή αποτύπωση, σε οποιονδήποτε υλικό φορέα, πραγματικής, προσποιητής η εικονικής ασελγούς πράξης που ενεργείται για τον ίδιο σκοπό από ή με ανήλικο (παρ. 2). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την απαλλακτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία δε υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.-

2. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1380/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 5835/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί να δικασθεί για κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή μαστροπεία ανηλίκων. Το Συμβούλιο Εφετών, με το εν λόγω βούλευμά του, δέχθηκε με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, και την απολογία του κατηγορουμένου , ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι αυτός α) κατ' εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 2003 έως και 18-10-2003, ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Δ. Κ., ως ιδιοκτήτης του επί της οδού Π. 19 καταστήματος - μπαρ με την επωνυμία "ΦΛΟΓΑ", προκειμένου να εξυπηρετήσουν την επιχείρηση ασελγών πράξεων από τους πελάτες του εν λόγω καταστήματος παρακίνησαν, με την υπόσχεση οικονομικού οφέλους και μάλιστα μεγάλων κερδών και εν γνώσει τελούντες της ανηλικότητας τους, τους ανηλίκους 1) R. V., που γεννήθηκε στις 24-1-1987 και 2) ανήλικο Αλβανικής καταγωγής, ηλικίας 16 ετών, με το όνομα Γ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, να προβαίνουν σε παρά φύσηασέλγεια με αόριστο αριθμό ενηλίκων ανδρών στο μέλλον, αντί χρηματικής αμοιβής, παρέχοντες σε αυτούς τις κατάλληλες συνθήκες και ευκαιρίες και προκαλώντας τους τη ροπή στην πορνεία. Και β) κατ' εξακολούθηση από κερδοσκοπία αποτύπωνε σε φωτογραφίες με ένα κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ με κάμερα τα σώματα απροσδιορίστου αριθμού ανηλίκων γυμνών και ημίγυμνων αγοριών, μεταξύ των οποίων και του ανηλίκου R. V., που γεννήθηκε στις 24-1-1987, προμηθευόταν ομοίου περιεχομένου φωτογραφίες, κατείχε αυτές και τις επιδείκνυε από την οθόνη του κινητού του τηλεφώνου σε ενηλίκους πελάτες του ανωτέρω καταστήματός του (μπαρ) με σκοπό το κέρδος.

3. Αναφορικά με την πρώτη αξιόποινη πράξη της μαστροπείας ανηλίκου, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχ. του δικογράφου Α1) πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για παραβίαση εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 349 παρ. 1 ΠΚ και συνακόλουθα για έλλειψη νόμιμης βάσης, γιατί δεν προσδιορίζει έναντι ποίου συγκεκριμένου οικονομικού οφέλους, φέρεται ότι παρακίνησαν οι κατηγορούμενοι τους ανηλίκους στην πορνεία. Όμως, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του βουλεύματος, αλλά και όσα αναφέρονται στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, η παρασχεθείσα προς τους ανηλίκους υπόσχεση από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του ότι από την πορνεία, στην οποία τους παρακίνησαν, θα έχουν οικονομικά οφέλη και μάλιστα μεγάλα οικονομικά κέρδη, αναφέρεται σε ένα από τα μέσα που χρησιμοποίησαν για την προαγωγή των ανηλίκων στην πορνεία και δεν ήταν αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός του οικονομικού οφέλους που θα αποκόμιζαν οι ανήλικοι από την εξυπηρέτηση της ακολασίας άλλων, ενώ, εξάλλου, στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 349 ΠΚ δεν απαιτείται να αποβλέπει αυτός που προάγει ανηλίκους στην πορνεία σε οικονομικά οφέλη. Περαιτέρω, τα στοιχεία για την περιγραφή του ανηλίκου με το όνομα Γ., όπως η εθνικότητά του, η ηλικία του, η συχνότητα των επισκέψεών του στο κατάστημα του αναιρεσείοντος και η παρουσία του εκεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα, είναι αρκετά για τον προσδιορισμό του ως παθητικού υποκειμένου του εγκλήματος της μαστροπείας ανηλίκου. Τέλος, περιγράφεται με πληρότητα στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών και περιστάσεων, όπως η φιλοξενία των ανηλίκων στο κατάστημα του αναιρεσείοντος και οι δυνατότητες που τους παρείχαν αυτός και ο συγκατηγορούμενός του για να συνάπτουν με τη μεσολάβησή τους γνωριμίες με πελάτες του καταστήματος, με τους οποίους στη συνέχεια εκδιδόταν. Επομένως, οι περιλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο υπό στοιχ. Α1 της αναίρεσης αιτιάσεις για αοριστίες και ασάφειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αναφορικά με τα περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων και εκτέθηκαν παραπάνω, είναι αβάσιμες, όπως και ο σχετικός αυτός λόγος από το άρθρο 484 παρ. 1 β' ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 349 παρ. 1 ΠΚ, την οποία το Συμβούλιο Εφετών σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου. Περαιτέρω το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα απάντησε εκ του πράγματος και στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για πραγματική πλάνη αναφορικά με την ανηλικότητα των ανωτέρω ανηλίκων, αφού δέχθηκε κατά τρόπο σαφή ότι αυτός τελούσε εν γνώσει της ανηλικότητάς τους, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του βουλεύματος ως ανηλίκους τους σνέστηνε στους πελάτες του καταστήματός του. Κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος (υπό στοιχ. Α2 του δικογράφου) από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την σιγή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για πραγματική πλάνη είναι αβάσιμος.

4. Αναφορικά με τη δεύτερη πράξη της πορνογραφίας ανηλίκων, ο αναιρεσείων με τους υπό στοιχ. του δικογράφου Β1 και Β2 λόγους αναίρεσης, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για παραβίαση εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 348 Α παρ. 1 και 2 ΠΚ και συνακόλουθα για έλλειψη νόμιμης βάσης και σε συσχετισμό με αυτές τις αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, γιατί δεν προσδιορίζεται στο βούλευμα η ηλικία των προσώπων που είχαν αποτυπωθεί στις φωτογραφίες, δεν αναφέρονται περιστατικά σχετικά με την κερδοσκοπία ούτε αν ο αναιρεσείων αποσκοπούσε στη γενετήσια διέγερση των ενηλίκων πελατών του και πως αυτή επιτυγχανόταν. Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος και την ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, τα όσα αναφέρονται εκεί, όπως ο μεγάλος αριθμός φωτογραφιών γυμνών και ημίγυμνων ανηλίκων ανδρών, τα σημειώματα με ονόματα, με αριθμούς κινητών και με ηλικία ανδρών, καθώς και οι απεικονίσεις γυμνών αγοριών στο κινητό του τηλέφωνο, αφορούσαν πάντοτε ανηλίκους, υπονοώντας προφανώς τους έχοντες ηλικία κάτω των 18 ετών, μάλιστα δε αναφέρεται το βούλευμα και σε συγκεκριμένες φωτογραφίες ενός από αυτούς, χωρίς περαιτέρω να είναι απαραίτητη η αναφορά καθενός από αυτούς τους ανηλίκους άνδρες χωριστά με τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Συνάγεται δε περαιτέρω από την εισαγγελική πρόταση, στην οποία γίνεται παραπομπή με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο αναιρεσείων επιδείκνυε τις φωτογραφίες των γυμνών ανηλίκων σε ενήλικους πελάτες με σκοπό τη γενετήσια διέγερσή τους, αφού στη συνέχεια αυτοί (πελάτες) επέλεγαν μεταξύ των παρευρισκομένων στο κατάστημα ανηλίκων εκείνον με το οποίον θα διενεργούσαν ασελγείς πράξεις, το κέρδος δε στο οποίο αποσκοπούσε ο αναιρεσείων ήταν αφενός μεν η αύξηση της κατανάλωσης ποτών στο κατάστημά του, αφετέρου η απόδοση σε αυτόν από τους ανηλίκους μέρους της αμοιβής τους από τη διενέργεια ασελγών πράξεων με πελάτες του καταστήματος. Δεν είναι δε αναγκαία για τη συγκρότηση της πράξης της πορνογραφίας ανηλίκων και ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχανόταν η γενετήσια διέγερση των ενηλίκων πελατών του καταστήματός του. Επομένως, οι περιλαμβανόμενες στον λόγο με στοιχεία Β1 και Β2 του δικογράφου της αναίρεσης αιτιάσεις για αοριστίες και ασάφειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αναφορικά με τα περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων και εκτέθηκαν παραπάνω, είναι αβάσιμες, όπως και οι σχετικοί αυτοί λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 β' και δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 348 Α παρ. 1 και 2 ΠΚ, την οποία το Συμβούλιο Εφετών σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου. 5. Από το άρθρο 211 Α' ΚΠΔ, κατά το οποίο μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορούμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει δε εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ορθώς το συμβούλιο έλαβε υπόψη και την ομολογία των συγκατηγορουμένων ανηλίκων του αναιρεσείοντος, τις οποίες, άλλωστε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος, συνεκτίμησε μαζί με τα αναφερόμενα λοιπά στοιχεία της προδικασίας. Επομένως ο λόγος αναίρεσης με στοιχεία του δικογράφου Α3 και Β3 για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, ενώ οι προβαλλόμενοι με τις ίδιες αιτιάσεις λόγοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και υπέρβαση εξουσίας είναι απαράδεκτοι, αφενός μεν γιατί πρόκειται για δικονομική διάταξη, αφού με αυτή καθιερώνεται αποδεικτικός περιορισμός, αφετέρου γιατί δεν συγκροτούν τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγο της υπέρβασης εξουσίας.

6. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο το συμβούλιο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα.

7.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιόν του και έτσι απέρριψε τη σχετική αίτησή τους για εμφάνιση. Την κρίση του δε αυτή στήριξε, με δική του σκέψη και με επιτρεπτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα, στην επαρκή αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων με τα υπομνήματά του ενώπιον του Συμβουλίου και τις απολογίες του έχει αναπτύξει διεξοδικά με πληρότητα και επάρκεια την υπεράσπισή του, αναλύει, επεξηγεί και διευκρινίζει τους ισχυρισμούς του και τα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπο ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο. Η με την ανωτέρω αιτιολογία απόρριψη της αιτήσεως εμφανίσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών είναι πλήρης, δεν έρχεται δε σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 4 και 6 παρ. 3 της κυρωθείσης με το ΝΔ 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και την με αυτές καθιερούμενη αρχή της δίκαιης δίκης. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι υπό στοιχ. Α4 και Β4 του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 85/15-7-2005 αίτηση του Σ. Κ. - Κ. του Γ., για αναίρεση του υπ' αριθμόν 1380/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.