Έτος
2007
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αποπλάνηση παιδιού κάτω των 15 ετών

 

Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. ΙΠΚ που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οποιαδήποτε άποψη πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή έχει κριθεί ότι αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός) αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 ΠΚ.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την αποκτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλομένη απόφασή του εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα αποπλάνησης παιδιού που είχε συμπληρώσει το δεκατρία επί και επέβαλε εκ αυτόν ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Για να καταλήξει στη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, κάτοικος ... και ο ..., γεννηθείς στα ... και κάτοικος ... συνεδέοντο με φιλική σχέση. Στις 22-6-2002 ο ανήλικος υιός του ..., ... (γεννήθηκε στις 9-3-1988), διέμενε προσωρινά με τη γιαγιά του ... στα ... Ο πατέρας του, ο οποίος ευρίσκετο σε διάσταση με τη σύζυγό του και μητέρα του ανηλίκου και εργάζετο στην ... ως αυτοκινητιστής, είχε παρακαλέσει το φίλο του κατηγορούμενο να προσέχει αυτόν (ανήλικο). Κατά τον παραπάνω χρόνο (22-6-02_ ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ανήλικο ... να τον ακολουθήσει στην έξοδο του χωριού ... και στην απόμερη θέση "...". Όταν έφτασαν εκεί ο κατηγορούμενος ενεργώντας με ηδονιστικό τρόπο, δηλαδή προς διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, έβαλε το χέρι του στο σορτσάκι που φορούσε ο ανήλικος, το πέρασε μέσα από το εσώρουχό του και του χάιδεψε, με άμεση επαφή του χεριού του, τα οπίσθια. Στη συνέχεια, απευθυνόμενος στον ανήλικο, του είπε "θέλεις να σε γαμήσω; Δεν σου κάνω πλάκα μη φοβάσαι, στην αρχή μπορεί να μην σου αρέσει, αλλά μετά θα το ζητάς κάθε μέρα". Ταυτοχρόνως ο κατηγορούμενος έβγαλε το πέος του έξω από τα ρούχα του και αυνανιζόταν λέγοντας στον ανήλικο "θέλεις να περάσω από το σπίτι κατά τις 09:30 ώρα το πρωί που θα λείπει η γιαγιά σου να σε φτιάξω;". Ο ανήλικος αντέδρασε, είπε στον κατηγορούμενο "τι κάνεις ρε θείε;" και στη συνέχεια επέστρεψε στην οικία της γιαγιάς του που απείχε 100 περίπου μέτρα. Ακολούθως μετέβη στην οικία του κατηγορούμενου, που βρίσκεται σε απόσταση 50 μέτρων, πέταξε τα χρήματα (10 ευρώ) από τη σίτα της εξώπορτας που ο πατέρας του ώφειλε και του είχε πει να τα δώσει στον κατηγορούμενο και γύρισε στην οικία της γιαγιάς του όπου κλείδωσε την εξώπορτα φοβούμενος επίσκεψη του κατηγορουμένου κρατώντας φλόμπερ και ψαροντούφεκο. Τέλος τηλεφώνησε στην άμεση δράση, στο Α.Τ. ... και στον πατέρα του στην .... Στην παραπάνω πράξη του προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, γνωρίζοντας επακριβώς την ηλικία του παθόντος (14 χρονών), όπως τούτο αποδείχθηκε από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αποπλάνησης παιδιού, νεότερου από 15 ετών, το οποίο είχε συμπληρώσει τα δεκατρία έτη, (14) ετών, (άρθρ. 339 παρ. 1γ ΠΚ), απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μετατροπής της κατηγορίας σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (337 παρ. 1 ΠΚ). Απορριπτέοι τυγχάνουν επίσης και οι ισχυρισμοί του περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων: 1) του προτέρου έντιμου βίου 84 παρ. 2ο ΠΚ, γιατί δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι, πράγματι, αυτός μέχρι την τέλεση της άνω αξιόποινης πράξης ζούσε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικά βίο, ενώ αντιθέτως, αποδεικνύεται από το δελτίο ποινικού του μητρώου η παρ' αυτού τέλεση στο παρελθόν αξιόποινων πράξεων και 2) του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (84 παρ. 2ε ΠΚ), αφού ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών είναι αόριστος (ΑΠ 1742/02 ΠΧ ΝΓ-691 και ΑΠ 1993/02 ΠΧ ΝΓ-731 αντιστοίχως).

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Σημειώνεται, ότι δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται στην απόφαση αν η πράξη έλαβε χώρα ημέρα ή νύκτα και σε θεατό ή αθέατο σημείο, αφού ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ανήλικο να τον ακολουθήσει στην έξοδο του χωριού ... και στην απόμερη θέση "...", πράγμα που λογικώς σημαίνει απομακρυσμένη θέση μακριά δηλαδή από διερχόμενους. Επίσης δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα ούτε η απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι δεν αναφέρεται εις αυτήν τι απεικόνιζαν οι επιδειχθείσες στον κατηγορούμενο και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης επτά φωτογραφίες, τόσο μάλλον καθόσον όταν επιδείχθηκαν αυτές στον κατηγορούμενο, δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι αυτός πρόβαλε κάποια αντίρρηση και ότι σε άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσέφυγε στο δικαστήριο, κατ' άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠΔ και τούτο παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού του αναιρεσείοντος αιτήματος. Ούτε ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να γίνει αξιολογική συσχέτιση των καταθέσεων των μαρτύρων, αρκεί το γεγονός ότι λήφθησαν αυτές υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Προσθέτως, η ειδικότερη αιτίαση περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2Ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προεβλήθη όλως αορίστως, με την επίκληση μόνο της σχετικής διατάξεως χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση.

Επομένως, οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου ποινικής διατάξεως του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ (άρθρ. 510 παρ. ΙΔ, ΕΚΠΠ) λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι, διευκρινιζομένου εδώ ότι εφόσον το δικαστήριο εδέχθη την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ εκ του πράγματος απέκρουσε την εφαρμογή του άρθρου 337 παρ. 1 ΠΚ, ανεξαρτήτως του ότι ρητώς απέρριψε τον συναφή του κατηγορουμένου ισχυρισμό. Από τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠΔ, στην οποία ουδεμία γίνεται διάκριση, συνάγεται ότι δύναται ο ανήλικος παθών, χωρίς έγγραφη προδικασία να παραστεί αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, χωρίς το νόμιμο αντιπρόσωπό του, προς άσκηση της εκ του άρθρου 932 ΑΚ απαιτήσεώς του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ορθώς παρέστη επί ακροατηρίου δια σχετικής δηλώσεώς του, ως πολιτικώς ενάγων ο παθών ανήλικος για τέτοια απαίτηση, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να κατασκευασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 134/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.