Έτος
2007
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός

 

Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του σαρκική ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Για την εξ υποκειμένου συγκρότηση του εγκλήματος απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη.

ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τις υπ' αριθμ. 15, 19, 20, 21/2005 αποφάσεις του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος βιασμού, εξύβρισης και απειλής, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για την πρώτη πράξη και ποινή ενός (1) μηνός για κάθε μια των λοιπών, οι οποίες ανεστάλησαν επί πενταετία. Τις άνω αποφάσεις πλήττει για τους κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ αναιρετικούς λόγους της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, αιτιάται τις προσβαλλόμενες αποφάσεις για α) την μη παράθεση πραγματικών περιστατικών που συνιστούν εξώγαμη συνουσία μεταξύ αυτού και της παθούσας β) αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού αναφορικά με την αποδιδόμενο σ' αυτόν εξαναγκασμό του θύματος να ανεχθεί παρά φύσηασέλγεια και γ) μη αναφορά πραγματικών περιστατικών εξαναγκασμού της παθούσας σε εξώγαμη συνουσία και επιχείρηση κατ'αυτής ασελγών πράξεων. Για τις ειδικότερες αυτές αιτιάσεις το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, εδέχθη, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μέσων αποδείξεως, τα οποία αναφέρει και προσδιορίζει κατ΄ είδος (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα: "... Στις 23-12-2000 στο .... συναντήθηκαν περί ώρα 24.00 η παθούσα ..... , ηλικίας τότε 16 ετών, η οποία διέμενε τότε προσωρινά στο σπίτι των γονέων της μητέρας της στο ... , η X1 και η X2 με σκοπό να διασκεδάσουν και προς τούτο μετέβησαν, με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πατέρας της X2, στους .... και εκεί συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο.... και όλοι μαζί κατέληξαν σε κέντρο διασκεδάσεως της περιοχής. Εκεί κατανάλωσαν αρκετή ποσότητα οίνου, περί τα δύο χιλιόγραμμα, σε σημείο που να περιέλθουν σε ευθυμία. Περί ώρα 02.30 απεχώρησαν ... και θέλησε να αποχωρήσει μαζί τους και η παθούσα .... , αλλά παρενέβη τότε ο κατηγορούμενος και την κάλεσε να παραμείνει στη συντροφιά τους, υποσχεθείς ότι θα την μεταφέρει ο ίδιος με το αυτοκίνητό του στο σπίτι που διέμενε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, η παθούσα και η X1 μετέβησαν σε άλλο κατάστημα "Μπάρ" της περιοχής, όπου χόρεψαν και κατανάλωσαν οινοπνευματώδη ποτά (ένα ο καθένας).... Περί ώρα 04.00 η παθούσα δεν αισθανόταν καλά και είχε ζαλάδες εξ αιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που είχε καταναλώσει και γι' αυτό ζήτησε από τον κατηγορούμενο να την μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στο σπίτι της γιαγιάς της στο ... και ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ας σημειωθεί, είχε τελέσει μνηστεία με την εξαδέλφη της παθούσας Ψ1, η οποία και αυτή κατοικούσε στο ... , προθυμοποιήθηκε να πράξει τούτο και αφού επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητό του ξεκίνησαν με προορισμό το .... Καθ' οδόν όμως ο κατηγορούμενος άλλαξε ξαφνικά πορεία - χωρίς τη θέληση της παθούσας που όταν το αντελήφθη διαμαρτυρήθηκε - και κατευθύνθηκε σε ερημική τοποθεσία, όπου σταμάτησε το αυτοκίνητό του. Στη συνέχεια πήγε στη θέση του συνοδηγού και με τις εξυβριστικές φράσεις "καργιόλα", "πουτάνα", βγες έξω και με την απειλή " αν μαρτυρήσεις στη Ψ1 αυτό που θα γίνει θα σε καθαρίσω" και χρησιμοποιώντας τις σαφώς υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, την τράβηξε με τα χέρια έξω από το αυτοκίνητο, την έστρεψε στο καπώ του αυτοκινήτου, την εξανάγκασε να σκύψει επ' αυτού, πιέζοντας συνεχώς προς τα κάτω το κεφάλι της, της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο της και ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, χωρίς τη θέλησή της. Η αντίθετη βούληση της παθούσης, κατέστη εξωτερικώς πολύ εμφανής απ' το γεγονός ότι αυτή διαμαρτυρήθηκε όταν ο κατηγορούμενος άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε σε ερημική τοποθεσία, ηρνείτο να εξέλθει του αυτοκινήτου, προσπαθούσε να απωθήσει τον κατηγορούμενο και να ξεφύγει, όταν εκείνος την έστρεψε προς το καπώ του αυτοκινήτου με πρόθεση να την βιάσει και κατάφερε εναντίον του λακτίσματα κατά τη διάρκεια της αφαιρέσεως των ενδυμάτων της και της συνουσίας. Στη συνέχεια και ενώ η παθούσα ξέφυγε προς στιγμήν και άρχισε να τρέχει κατά μήκος της παραλίας, ο κατηγορούμενος την κυνήγησε με το αυτοκίνητο, την έπιασε όταν εκείνη έπεσε στην άμμο και την εξανάγκασε με τον ίδιο παραπάνω τρόπο, δηλαδή χρησιμοποιώντας σωματική βία να του κάνει στοματικό έρωτα. Μετά δε απ' αυτά ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας και πάλι τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, υποχρέωσε την παθούσα να πέσει "μπρούμητα" στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου, όπου την εξανάγκασε να ανεχθεί παρά φύσηασέλγεια, κατά την οποία εκσπερμάτωσε. Ακολούθως και οι δύο επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν στον ... , όπου όταν έφτασαν στη μέση του χωριού περί ώρα 05.00, ο κατηγορούμενος με σωματική βία εξανάγκασε την παθούσα να του κάνει και πάλι στοματικό έρωτα εντός του αυτοκινήτου, την απείλησε δε και πάλι ότι αν μαρτυρήσει, κυρίως στη μνηστή του αυτά που της έκανε, θα την καθαρίσει....." Με αυτά που δέχθηκε το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών στο σκεπτικό του, που συμπληρώνεται από το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, διέλαβε στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα προσδιορίζονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία έλαβε χώρα τόσο η εξώγαμη συνουσία στην οποία εξανάγκασε την παθούσα, μόλις την έβγαλε με τη βία από το αυτοκίνητο, όσο και οι ασελγείς πράξεις της παρά φύση συνουσίας και της πεολειχίας στις οποίες, με σωματική βία αλλά και με ψυχολογική βία και απειλές κατά της ζωής της, υποχρέωσε την παθούσα σε ανοχή. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στις ίδιες αποφάσεις τα πραγματικά περιστατικά της χρήσεως σωματικής βίας την οποία ο κατηγορούμενος άσκησε κατά της παθούσας και της αδυναμίας της τελευταίας να αντιδράσει στις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις εκείνου, σε συνδυασμό με τις εκ του πράγματος παραδοχές των αποφάσεων ότι αυτή συνεπεία καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών και της ζάλης στην οποία είχε περιέλθει ήταν μειωμένης αντιστάσεως και παρ' όλα αυτά κατάφερε λακτίσματα κατά του κατηγορουμένου, καθώς επίσης προσδιορίζεται και η κατάσταση της ψυχολογικής βίας στην οποία είχε περιαγάγει την παθούσα με τις εναντίον της απειλές για την περίπτωση που θα γνωστοποιούσε σε τρίτους τα συμβάντα.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι και πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ και 176,183 Κ.Πολ.Δ). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 και 3 του Ν. 3346/2005, 2 παρ. 1 ΠΚ, 320 παρ. 3 και 370 περ. β΄ του ΚΠΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι το αξιόποινο των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, που έχουν τελεστεί μέχρι τις 17-6-2005, είτε δεν εισήχθησαν στο ακροατήριο για εκδίκαση και εκκρεμούν μέχρι την ενλόγω ημερομηνία, είτε εισήχθησαν αλλά δεν έχει εκδοθεί επ' αυτών μέχρι την ως άνω ημερομηνία αμετάκλητη απόφαση, παραγράφεται υπό τον όρο ότι ο κατηγορούμενος ή ο καταδικασμένος, αντίστοιχα, δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τις 17-6-2005 σε νέο από δόλο προερχόμενο έγκλημα, κακουργήματος ή πλημμελήματος, για το οποίο θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ, ενώ οι δικογραφίες που αφορούν στα ανωτέρω πλημμελήματα τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο εκτός του βιασμού και για εξύβριση και απειλή κατά της παθούσας, ήτοι για πλημμελήματα, για τα οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή (άρθρ. 361 και 333 ΠΚ.). Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, και καθόσον αφορά τις άνω πλημ/κές πράξεις, η υπόθεση ως προς αυτές έπρεπε, κατά νόμο, να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα.

Συνεπώς, πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, καθόσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της απειλής, να κηρυχθεί απαράδεκτη. Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού θα προσέκρουε στα άρθρα 2 παρ. 1 του ΠΚ και 470 του ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Μαρτίου 2005 αίτηση του .... , για αναίρεση των υπ' αριθμ. 15, 19, 20, 21/2005 αποφάσεων του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και μόνον καθόσον αφορά την πράξη του βιασμού.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά των ίδιων αποφάσεων για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της απειλής. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.