Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αποπλάνηση παιδιού κάτω των 10 ετών

 

Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιoύ απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σ' αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με τα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει 'ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει, ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 26-31/2009 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος διέμενε στη ... με τη δεύτερη σύζυγο του, εγκαλούσα, και την κόρη τους Π. Στο ίδιο σπίτι διέμεναν μαζί τους και τα παιδιά της συζύγου του από προηγούμενους γάμους της ο Ζ και η Ω που γεννήθηκε την 13η-5-1995 και βαπτισθείσα στην Ελλάδα πήρε το όνομα Ω. Αρχές Ιουλίου 2003, την πρώτη και δευτέρα του ανωτέρω μηνός, ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ολιγοήμερη απουσία της συζύγου του μαζί με την κόρη τους ...στην πατρίδα της, Αλβανία, και την εμπιστοσύνη που έδειχνε στο πρόσωπό του η Ω, λόγω της ηλικίας και της σχέσεώς του με την μητέρα της αλλά, κυρίως την παιδική της αγνότητα και άγνοια έπεισε αυτήν να κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα ενώ ο ίδιος κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου αυτού. Κατά τη διάρκεια της νύκτας και μάλιστα εξακολουθητικά κάθε βράδυ, μέχρι την 9.7.2003 και ενώ ο αδελφός της μικρής αλλά και η θεία της - αδελφή της μητέρας της, η οποία συχνά διέμενε μαζί τους - απουσίαζαν, κατέβαζε την ανήλικη από το κρεβάτι και έχοντας αφαιρέσει τα ρούχα του την έγδυνε, την ανάγκαζε να ξαπλώνει επάνω του, την φιλούσε στο στόμα, την χάιδευε στο στήθος, γλουτούς της, γεννητικά της όργανα και όλο της το σώμα, έβαζε τα δάκτυλό του στον κόλπο της, την κινούσε τρίβοντας το κορμί της στο γεννητικό του όργανο μέχρι εκσπερματώσεως, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. Πλέον τούτων ο ίδιος (κατηγορούμενος) ζητούσε από την ανήλικη να του κάνει στοματικό έρωτα αλλά εκείνη αρνιόταν. Σ' αυτές δε τις πράξεις σε βάρος της ανήλικης προέβαινε ο ίδιος (κατηγορούμενος) γνωρίζοντας την ηλικία της παθούσης ενώ απειλούσε την τελευταία ότι θα την έδερνε αν εκμυστηρευόταν αυτό στη μητέρα της. Η τελευταία αντιλήφθηκε τα προηγηθέντα γεγονότα όταν επιστρέφοντας από την Αλβανία παρατήρησε αλλαγή στην συμπεριφορά της ανήλικης, μυστικές συνεννοήσεις μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου που διέκοπταν απότομα με την εμφάνιση της ξαφνικά, ως και από μια λερωμένη πετσέτα με αίμα στα άπλυτα ρούχα με την οποία όπως και ή ίδια ανήλικη, μετά από πιέσεις της αποκάλυψε σκούπισε το αιδοίο της όταν παρατήρησε λίγο αίμα. Η κατάθεση της ανήλικης στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστική, επιβεβαιώνεται δε και από τη σχετική ιατρική εξέταση, που διαβάσθηκε, στην οποία βεβαιώνεται ότι η ίδια (ανήλικη) έχει πράγματι υποστεί διακόρευση από την 11η ως και την 1η ώρα του "αιδιοικού ωρολογίου" εκτιμάται ότι η παρατηρηθείσα διακοπή της συνεχείας του υμένος προέρχεται από αντικείμενο σαφώς μικρότερου όγκου εκείνου του ανδρικού γεννητικού: μορίου, εννοώντας το δάκτυλο. Τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, εκτός πάσης αμφιβολίας από τις σαφείς καταθέσεις της συζύγου Ψ, της παθούσης, ανήλικης και της ως άνω εκθέσεως. Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία ισχυρίζεται ότι η σε βάρος του κατηγορία είναι μεθοδευμένη από τη σύζυγό του- μητέρα της ανήλικης, προκειμένου να του αποσπάσει χρηματικά ποσά και να τον αναγκάσει να μεταβιβάσει την οικογενειακή τους κατοικία στην ανήλικη, προς απόδειξη δε τούτου, ως καταθέτουν και οι μάρτυρες υπερασπίσεως εξακολουθεί και σήμερα να συμβιώνει με τη μητέρα της ανήλικης σε νέα μισθωμένη κατοικία, τα έξοδα της οποίας καλύπτει εξ ολοκλήρου ο ίδιος και στην οποία διαμένει και η ανήλικη Ω. Βέβαια είναι αλήθεια ότι και η όλη συμπεριφορά της μητέρας της ανήλικης ήταν επίμεμπτη έναντι της τελευταίας, αφού δεν μεριμνούσε και δεν φρόντιζε την ίδια (ανήλικη), μεθούσε με τον κατηγορούμενο που κακοποιούσε τόσο την ίδια (γυναίκα του) όσο και την ανήλικη, όμως η συμπεριφορά αυτή της μητέρας της ανήλικης δεν απενεχοποιεί τον κατηγορούμενο, ο οποίος τέλεσε τις αποτρόπαιες αυτές πράξεις σε βάρος της ανήλικης, ηλικίας κάτω των δέκα ετών, αφού εκμεταλλεύτηκε την όλη κατάσταση, μάλιστα δε και την επιθυμία της γυναίκας του για "οικονομική τακτοποίηση" η οποία διαφαίνεται ότι γνώριζε και ανεχόταν την "άρρωστη" αυτή κατάσταση. Έτσι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω πράξη που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση". Ακολούθως το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δέκα (10) έτη κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 339 παρ. 1 περ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρεται απλώς στο διατακτικό της, ούτε αποτελεί απλή επανάληψη του τελευταίου, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως και εν προκειμένω η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως και β) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος κατά το ένα σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ που ορίζει ότι το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων, προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει υποχρεωτικώς και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επιδικασθείσα πρωτοδίκως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όχι μόνον όταν ο πολιτικώς ενάγων απουσιάζει, αλλά και όταν ο ίδιος εμφανίζεται ενώπιον του Εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα και χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής, δεν επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του, ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση, την γενόμενη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Τρικάλων, με την υπ' αριθ. 23, 24, 25/2006 απόφασή του είχε επιδικάσει στην Ψ που παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα για λογαριασμό της ανήλικής θυγατέρας της Ω, της οποίας την επιμέλεια ασκούσε δυνάμει της υπ' αριθ. 1102/18-6-2001 αποφάσεως του Δικαστηρίου Νομού ..., το αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης την οποία η ανήλικη υπέστη από την εις βάρος της ως άνω αξιόποινη πράξη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως από τον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά τα προεκτεθέντα, τον υποχρέωσε να καταβάλει το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης στην παθούσα, της οποίας όμως η νόμιμος εκπρόσωπος της μητέρας της Ψ δεν παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την αποδεικτική διαδικασία στο άνω Δικαστήριο, ούτε όμως παραιτήθη της πολιτικής αγωγής, αλλά εξετάσθηκε μόνο ως μάρτυρας.

Συνεπώς το δευτροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς επεδίκασε κατ' επιταγήν του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο ΚΠΔ την μνημονευθείσα χρηματική ικανοποίηση στην μη παραστάσα ενώπιόν του, με την άνω ιδιότητά της, πολιτικής ενάγουσα, γιαυτό ο αντίθετος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ήτοι ότι παρά τον νόμο (68 παρ. 1 και 2 του Π.Κ.) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση, χωρίς να παραστεί η Ψ ως πολιτικώς ενάγουσας, η οποία νόμιμα εκπροσωπούσε ην ανήλικη θυγατέρα της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 470 εδ. Α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Η αρχή, όμως, αυτή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, η παραβίαση ης οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, έχει εφαρμογή, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από ή υπέρ εκείνου που καταδικάσθηκε και όχι κατ' αυτού από τον εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 490 ΚΠΔ. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 502 παρ. 1, 329, 338, 340 και 347 του ΚΠΔ. Προκύπτει σαφώς ότι εάν εμφανισθεί ο εκκαλών, ερευνάται το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως και επακολουθεί η συζήτηση της υποθέσεως, η οποία επανέρχεται από την άποψη της κατ' ουσία εξετάσεώς της, στη στάση που ήταν πριν από την έκδοση της αποφάσεως, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο μόνον από τους λόγους της εφέσεως, δεν είναι δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του ότι δέχεται εν όλω ή εν μέρει την έφεση ή την απορρίπτει κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο Μικτό Εφετείο Λάρισας εισήχθησαν προς συζήτηση οι εφέσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας κατά της υπ' αριθ. 23, 24, 25/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λάρισας Τρικάλων, το οποίο κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα 10 έτη, κατ' εξακολούθηση, δεχθέν την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθ. 84 παρ. 2α ΠΚ) που είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος. Η έφεση του Εισαγγελέως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής, στρεφόταν κατά του σκέλους της πρωτόδικης αποφάσεως με το οποίο είχε γίνει δεκτή υπέρ του κατηγορουμένου η άνω ελαφρυντική περίσταση. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και εξέτασε κατ' ουσίαν τις άνω εφέσεις. Περαιτέρω έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο της άνω πράξεως και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του τελευταίου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ανενδοιάστως ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε τυπικά και τις δύο εφέσεις και κατ' ουσίαν την έφεση του Εισαγγελέως δεν είχε δε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του πανηγυρική προς τούτο διάταξη.

Συνεπώς, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος κατά το ένα σκέλος του και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίου προβάλλει ο αναιρεσείων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε ποινή καθείρξεως 8 ετών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, του επέβαλε ποινή καθείρξεως 10 ετών χωρίς να αναφέρει στο σκεπτικό και διατακτικό ποιές από τις δύο εφέσεις δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν και να δημιουργείται έτσι ασάφεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 26-31/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.