Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Μαστροπεία

 

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Με συγκατηγορούμενο τον Α. Τ. του Π., και πολιτικώς ενάγουσα την Ε.-Ι. Μ. του Μ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 1143/2010 βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1067/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 386/23-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 ΚΠΔ, την με αριθμό 84/1-7-2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Τ. του Ι., κατοίκου ... (ασκηθείσα δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Αντιγόνης - Μαρίας Σπυροπούλου, κατόπιν της από 30/6/2010 σχετικής εξουσιοδότησης) κατά του με αριθμό 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1433/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της μαστρωπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, του βιασμού και της σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 1143/2010 βούλευμα του Συμβουλίου - Εφετών Αθηνών, το οποίο μεταρρύθμισε εν μέρει το πρωτόδικο βούλευμα και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του για το αδίκημα της μαστρωπείας κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 23/4/2004 μέχρι την 6/5/2005 και κατά τα λοιπά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσής του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και τον αντίκλητο δικηγόρο του στις 6/7/2010 και στις 22/7/2010 αντίστοιχα και η αναίρεση ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως την 1/7/2010, ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από τον τελευταίο η με αριθμό 84/2010 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ακόμη το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης αφού παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι δι' αυτής προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι.

ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1δ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορούμενου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνον, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1-178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως απαιτείται να εκτίθενται όλα τ' ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 7641/08, ΑΠ 1596/07). Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. β' ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του Συμβουλίου που αποτελείται από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 9/2001). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του 349§3α ΠΚ "όποιος κατ' επάγγελμα ή κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση 18 μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως σωματεμπορία θεωρείται η προαγωγή στην πορνεία γυναικός δηλαδή η με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μέσα παρότρυνση γυναικός που δεν είναι πόρνη να στραφεί στην πορνεία και η ενίσχυση της τυχόν. ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη απόφασης να πράξει τούτο. Δεν είναι αναγκαίο να είναι πλείονες γυναίκες θύματα ούτε η γυναίκα να είναι αμέμπτων ηθών. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος σε πλείονα πρόσωπα άνευ επιλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρηματικής ή άλλης αμοιβής. Η προαγωγή τέλος στη πορνεία πρέπει να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Ακόμη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 351 ΠΚ "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλων εξαναγκαστικών μέτρων και την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της χώρας με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και ΧΠ 10.000 έως 50.000 €. Τέλος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται α) εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, παρά τη θέλησή του β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου και γ) δόλος συνιστώμενος στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω ενέργειες και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σ' αυτό (ΑΠ 764/09).

ΙΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ε. - Ι. Μ., υπήκοος Ρουμανίας, τον Οκτώβριο του έτους 2000 ήλθε από την πατρίδα της Ρουμανία στην Ελλάδα, με την βοήθεια ενός συμπατριώτη της ονόματι Μ. αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι έχει την δυνατότητα να την μεταφέρει στην Ελλάδα μέσω Σκοπίων και ότι θα της έβρισκε εργασία στην Αθήνα ως εσωτερική οικιακή βοηθός, την δε πληρωμή του (500.000 δρχ) για την μεταφορά της και την εύρεση εργασίας συμφώνησαν να του καταβληθεί από τον μισθό της αφού έπιανε δουλειά. Όταν έφτασαν στην Αθήνα ο Μ. την παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Π. Τ., λέγοντάς της συγκεκριμένα ότι "κύριος Π. θα είναι το αφεντικό σου" και έφυγε. Ο ως άνω εκκαλών την οδήγησε στην οικία του στην οδό ... στο Μεταξουργείο. Εκεί βρίσκονταν άλλες δύο κοπέλες επίσης Ρουμάνες, οι οποίες λέγονταν η μία M. C. και η άλλη N. R.. Εκεί η εγκαλούσα ρώτησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, μέσω των ομοεθνών της, δεδομένου ότι αυτή δεν γνώριζε ακόμη ελληνικά, πότε θα ξεκινούσε δουλειά και που θα εργαζόταν διότι μέχρι τότε πίστευε ότι θα εργαζόταν σαν καθαρίστρια και αυτός της αποκάλυψε μέσω των ανωτέρω υπηκόων Ρουμανίας, ότι η δουλειά που θα έκανε είναι να "πηγαίνει με άνδρες" εισ' αμοιβή. Αυτή αντέδρασε αμέσως και του είπε ότι έγινε παρεξήγηση ότι δεν ήρθε στην Ελλάδα να κάνει τέτοια δουλειά, ότι ήρθε να δουλέψει σαν καθαρίστρια πλην όμως ο παραπάνω κατηγορούμενος εξοργισμένος από την αντίδρασή της, φώναζε και ωρυόταν και μέσω των άλλων δύο Ρουμάνων που της μετέφραζαν, της είπε ότι δεν μπορεί να πάει πουθενά γιατί κρατάει εκείνος το διαβατήριό της και την απείλησε ότι αν τολμήσει και κάνει καμιά τρέλα και προσπαθήσει να φύγει, θα την έβρισκε, διότι "τα έχει καλά με την αστυνομία" και όπου και να πάει θα την φέρουν πίσω σε αυτόν και θα την σκότωνε για να παραδειγματιστούν και οι άλλες κοπέλες. Όλα τα παραπάνω τα έλεγε σε πολύ έντονο ύφος, σχεδόν ούρλιαζε. Της είπε ακόμη ότι την "αγόρασε" από τον Ρουμάνο που την έφερε αντί 500.000 δρχ. και ότι έπρεπε και χωρίς τη θέλησή της να δουλέψει σε οίκο ανοχής προκειμένου να αποσβέσει τα χρήματα που έδωσε για να την αγοράσει. Στην συνέχει αφού την άφησε κλειδωμένη στο σπίτι αυτό για μια εβδομάδα, όπου τον έβλεπε καθημερινά να πηγαινοφέρνει τις ανωτέρω Ρουμάνες από τον οίκο ανοχής που δούλευαν, την πήγε σ' ένα κατάστημα και της αγόρασε ρούχα και εσώρουχα και μετά την οδήγησε στον οίκο ανοχής στην οδό ..., όπου θα εκδιδόταν όπως και έγινε. Η εγκαλούσα λάμβανε από κάθε πελάτη το ποσό των 5.000 δρχ. και παρέδιδε όσα χρήματα αποκτούσε με αυτόν τον τρόπο στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δραστηριότητα που διήρκεσε από 25-10-2000 μέχρι 10-10-2006 μέχρι δηλαδή που η εγκαλούσα ήταν τριών μηνών έγκυος. Στις 25-10-2000 ο εκκαλών κατηγορούμενος οδήγησε την εγκαλούσα σε ένα ξενοδοχείο, όπου εκεί με την απειλή πιστολιού την εξανάγκασε να έλθει μαζί του σε πλήρη κατά φύση εξώγαμη συνουσία παρά την θέλησή της, ικανοποιώντας την γενετήσια επιθυμία του. Από τότε κάθε ημέρα την πήγαιναν στον ως άνω οίκο ανοχής είτε ο εκκαλών κατηγορούμενος είτε ο γυιός του και συγκατηγορούμενός του Α. Τ., δεν την άφηναν να κινηθεί μόνη της, όπως και καμιά από τις άλλες δύο Ρουμάνες γιατί φοβόνταν μήπως πάνε στην αστυνομία και τους καταγγείλουν. Ο εκκαλών κατηγορούμενος συνέχισε να τις υβρίζει, φώναζε και τις απειλούσε με όπλο, όντας τις περισσότερες φορές μεθυσμένος ότι θα τις σκοτώσει αν έκαναν καμιά τρέλα και πήγαιναν στην αστυνομία, κόμπαζε ότι η αστυνομία τον προστατεύει και ότι όπου να μεταβούν θα τις έφερναν πίσω σ' εκείνον. Η εγκαλούσα μετά από αυτή την συμπεριφορά τον φοβόταν πάρα πολύ, εξακολουθούσε να κρατάει το διαβατήριό της και απελπισμένη αναγκάσθηκε να δεχθεί την μοίρα της. Ακολούθως η ως άνω συνδέθηκε συναισθηματικά με τον κατηγορούμενο Α. Τ. και τον Φεβρουάριο του 2001 εγκατεστάθηκαν με την συναίνεση του εκκαλούντα στην οδό .... Οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι εξακολουθούσαν να αναγκάζουν την εγκαλούσα να εκδίδεται, όπως προεκτέθηκε, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος Α. Τ. όταν η εγκαλούσα σταμάτησε να εκδίδεται λόγω εγκυμοσύνης πολύ συχνά βιαιοπραγούσε εναντίον της και την χτυπούσε στα χέρια, στο κεφάλι, στον τοίχο. Η εγκαλούσα στις 27-11-2001 γέννησε την κόρη της ’. και μετά από δύο μήνες συνέχισε να εκδίδεται υπό τις απειλές των κατηγορουμένων. Η βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου Α. Τ. διήρκεσε μέχρι 11-10-2006, οπότε η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την έως τότε κοινή τους οικία που βρισκόταν στην Αθήνα στην οδό ..., μαζί με την κόρη της, γεγονός που γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο Α. Τ. με την ιδία ημερομηνία εξώδικη γνωστοποίηση και δήλωσή της. Μάλιστα λόγοι προστασίας της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας υπαγόρευαν να μην αποκαλύψει την διεύθυνση της νέας της κατοικίας στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, διορίζοντας αντίκλητο για την κοινοποίηση σ' αυτήν κάθε δικογράφου του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το 12-9-2008 αποφυλακιστήριο του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθ. 3818/11-09-2008 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων σε κάθειρξη δέκα τεσσάρων (14) ετών συνολικά και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για συμμορία (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας), αρπαγή και σωματεμπορία. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις: α) του βιασμού β) της σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας κατ' επάγγελμα γ) της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση. Επίσης με βάση τα προεκτεθέντα η επί μέρους πράξη της μαστροπείας από κοινού κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 23-4-2004 έως 10-10-2006 από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη για τα πλημμελήματα πενταετή παραγραφή, αφού από τον ως άνω φερόμενο ως χρόνο τελέσεώς της 23-4-2004 μέχρι σήμερα (31-12-2009) συμπληρώθηκε η πενταετής προθεσμία παραγραφής της. Πρέπει επομένως για την πράξη αυτή να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 318, 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1β ΚΠΔ, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης και κατ' ουσίαν την υπ' αριθ. 292/12-6-2009 εφέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου Π. Τ. ενώ ως προς τον έτερο ως άνω παραπεμπόμενο με το εκκαλούμενο βούλευμα κατηγορούμενο Α. Τ. για το αυτό αδίκημα το ίδιο ως άνω αποτέλεσμα επέρχεται λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του πρώτου κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ ενόψει και της ευνοϊκής κρίσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ήδη με το εκκαλούμενο βούλευμα έχει παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τον ίδιο λόγο κατά των ως άνω κατηγορουμένων για την πράξη αυτή που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτούς στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-2000 έως 28-4-2004. Κατ' ακολουθία τούτων, εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου με αριθ. 292/12-6-2009, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα ως προς όλες τι υπόλοιπες διατάξεις του και να διαταχθεί η εκτέλεσή του. IV. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά τα εγκλήματα για τα οποία κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία ανήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε στη προκειμένη περίπτωση χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως αλλ' ούτε και εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ο οποίος υποστηρίζει τ' αντίθετα, δηλαδή ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν και απορριπτέες. Περαιτέρω αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως της σωματεμπορίας αφού τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν περιέχονται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση.

V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 84/2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 22/9/2010

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής"

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου ή αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή με τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, η οποία αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύσηασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των ανωτέρω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 Πκ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στην γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: γ) συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα, δ) τελείται κατ' επάγγελμα". Κατά τη διάταξη του εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, που συντρέχει και στην κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.

Τέλος, κατ' άρθρο 349 § 3 εδ. α' Π. Κ. όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα, ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι, όμως, αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα άνευ εκλογής δηλ. η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Από κερδοσκοπία ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό "τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του. Η τέλεση της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία δεν αποκλείεται. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στα ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεία και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ,, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προβαλλόμενο υπ' αριθ. 1143/2010 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική Πρόταση, και με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, για να δικασθεί για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις του βιασμού, σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση που συνδέεται με παράνομη είσοδο και παραμονή της παθούσας στη Χώρα και της μαστροπείας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, διότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους. Επί πλέον το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας, προσθέτοντας στο διατακτικό του εκκαλούμενου βουλεύματος την επιβαρυντική αυτή περίσταση στην άνω πράξη, και αφού έπαυσε οριστικά εν μέρει, λόγω παραγραφής, την σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για την πράξη της μαστροπείας από κοινού, από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, για το χρονικό διάστημα από 23-4-2004 μέχρι 6-5-2005, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και επικύρωσε κατά τα λοιπά το πρωτόδικο υπ' αριθ. 1433/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στην Εισαγγελική πρόταση, που υιοθέτησε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εκτίθεται ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. τα εξής: "Η εγκαλούσα Ε.-Ι. Μ., υπήκοος Ρουμανίας, τον Οκτώβριο του έτους 2000 ήλθε από την πατρίδα της Ρουμανία στην Ελλάδα, με την βοήθεια ενός συμπατριώτη της ονόματι Μ. αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι έχει την δυνατότητα να την μεταφέρει στην Ελλάδα μέσω Σκοπίων και ότι θα της έβρισκε εργασία στην Αθήνα ως εσωτερική οικιακή βοηθός, την δε πληρωμή του (500.000 δρχ) για την μεταφορά της και την εύρεση εργασίας συμφώνησαν να του καταβληθεί από τον μισθό της αφού έπιανε δουλειά. Όταν έφτασαν στην Αθήνα ο Μ. την παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Π. Τ., λέγοντας της συγκεκριμένα ότι "κύριος Π. θα είναι το αφεντικό σου" και έφυγε. Ο ως άνω εκκαλών την οδήγησε στην οικία του στην οδό ... στο Μεταξουργείο. Εκεί βρίσκονταν άλλες δύο κοπέλες επίσης Ρουμάνες, οι οποίες λέγονταν η μία M. C. και η άλλη N. R.. Εκεί η εγκαλούσα ρώτησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, μέσω των ομοεθνών της, δεδομένου ότι αυτή δεν γνώριζε ακόμη ελληνικά, πότε θα ξεκινούσε δουλειά και που θα εργαζόταν διότι μέχρι τότε πίστευε ότι θα εργαζόταν σαν καθαρίστρια και αυτός της αποκάλυψε μέσω των ανωτέρω υπηκόων Ρουμανίας, ότι η δουλειά που θα έκανε είναι να "πηγαίνει με άνδρες" επ' αμοιβή. Αυτή αντέδρασε αμέσως και του είπε ότι έγινε παρεξήγηση ότι δεν ήρθε στην Ελλάδα να κάνει τέτοια δουλειά, ότι ήρθε να δουλέψει σαν καθαρίστρια πλην όμως ο παραπάνω κατηγορούμενος εξοργισμένος από την αντίδρασή της, φώναζε και ωρυόταν και μέσω των άλλων δύο Ρουμάνων που της μετέφραζαν, της είπε ότι δεν μπορεί να πάει πουθενά γιατί κρατάει εκείνος το διαβατήριό της και την απείλησε ότι αν τολμήσει και κάνει καμιά τρέλα και προσπαθήσει να φύγει, θα την έβρισκε, διότι "τα έχει καλά με την αστυνομία" και όπου και να πάει θα την φέρουν πίσω σε αυτόν και θα την σκότωνε για να παραδειγματιστούν και οι άλλες κοπέλες. Όλα τα παραπάνω τα έλεγε σε πολύ έντονο ύφος, σχεδόν ούρλιαζε. Της είπε ακόμη ότι την "αγόρασε" από τον Ρουμάνο που την έφερε αντί 500.000 δρχ. και ότι έπρεπε και χωρίς τη θέλησή της να δουλέψει σε οίκο ανοχής προκειμένου να αποσβέσει τα χρήματα που έδωσε για να την αγοράσει. Στην συνέχεια αφού την άφησε κλειδωμένη στο σπίτι αυτό για μια εβδομάδα, όπου τον έβλεπε καθημερινά να πηγαινοφέρνει τις ανωτέρω Ρουμάνες από τον οίκο ανοχής που δούλευαν, την πήγε σ' ένα κατάστημα και της αγόρασε ρούχα και εσώρουχα και μετά την οδήγησε στον οίκο ανοχής στην οδό ..., όπου θα εκδιδόταν όπως και έγινε. Η εγκαλούσα λάμβανε από κάθε πελάτη το ποσό των 5.000 δρχ. και παρέδιδε όσα χρήματα αποκτούσε με αυτόν τον τρόπο στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δραστηριότητα που διήρκεσε από 25-10-2000 μέχρι 10-10-2006 μέχρι δηλαδή που η εγκαλούσα ήταν τριών μηνών έγκυος. Στις 25-10-2000 ο εκκαλών κατηγορούμενος οδήγησε την εγκαλούσα σε ένα ξενοδοχείο, όπου εκεί με την απειλή πιστολιού την εξανάγκασε να έλθει μαζί του σε πλήρη κατά φύση εξώγαμη συνουσία παρά την θέλησή της, ικανοποιώντας την γενετήσια επιθυμία του. Από τότε κάθε ημέρα την πήγαιναν στον ως άνω οίκο ανοχής είτε ο εκκαλών κατηγορούμενος είτε ο γυιός του και συγκατηγορούμενός του Α. Τ., δεν την άφηναν να κινηθεί μόνη της, όπως και καμιά από τις άλλες δύο Ρουμάνες γιατί φοβόνταν μήπως πάνε στην αστυνομία και τους καταγγείλουν. Ο εκκαλών κατηγορούμενος συνέχισε να τις υβρίζει, φώναζε και τις απειλούσε με όπλο, όντας τις περισσότερες φορές μεθυσμένος ότι θα τις σκοτώσει αν έκαναν καμιά τρέλα και πήγαιναν στην αστυνομία, κόμπαζε ότι η αστυνομία τον προστατεύει και ότι όπου να μεταβούν θα τις έφερναν πίσω σ' εκείνον. Η εγκαλούσα μετά από αυτή την συμπεριφορά τον φοβόταν πάρα πολύ, εξακολουθούσε να κρατάει το διαβατήριό της και απελπισμένη αναγκάσθηκε να δεχθεί την μοίρα της. Ακολούθως η ως άνω συνδέθηκε συναισθηματικά με τον κατηγορούμενο Α. Τ. και τον Φεβρουάριο του 2001 εγκατεστάθηκαν με την συναίνεση του εκκαλούντα στην οδό .... Οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι εξακολουθούσαν να αναγκάζουν την εγκαλούσα να εκδίδεται, όπως προεκτέθηκε, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος Α. Τ. όταν η εγκαλούσα σταμάτησε να εκδίδεται λόγω εγκυμοσύνης πολύ συχνά βιαιοπραγούσε εναντίον της και την χτυπούσε στα χέρια, στο κεφάλι, στον τοίχο. Η εγκαλούσα στις 27-11-2001 γέννησε την κόρη της ’. και μετά από δύο μήνες συνέχισε να εκδίδεται υπό τις απειλές των κατηγορουμένων, Η βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου Α. Τ. διήρκεσε μέχρι 11-10-2006, οπότε η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την έως τότε κοινή τους οικία που βρισκόταν στην Αθήνα στην οδό ..., μαζί με την κόρη της, γεγονός που γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο Α. Τ. με την ιδία ημερομηνία εξώδικη γνωστοποίηση και δήλωσή της. Μάλιστα λόγοι προστασίας της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας υπαγόρευαν να μην αποκαλύψει την διεύθυνση της νέας της κατοικίας στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, διορίζοντας αντίκλητο για την κοινοποίηση σ' αυτήν κάθε δικογράφου του πληρεξουσίου του δικηγόρου". Περαιτέρω, το Συμβούλιο, όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας, συμπληρωματικώς με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι λόγω της κατ' εξακολούθηση τελέσεως της άνω πράξεως, συντρέχει η επιβαρυντική αυτή περίσταση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τα ανωτέρω εγκλήματα, που κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 336 § 1, 351 § 1, 4γ, δ, 349 § 3α και 13 στ' ΠΚ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού αναφέρεται στην αιτιολογία ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη της σωματεμπορίας ήτοι η παραλαβή, χρήση βίας και κατακράτηση της αλλοδαπής γυναικός που βρισκόταν παράνομα στη χώρα και ο επιδιωκόμενος σκοπός, συνιστάμενος στη γενετήσια εκμετάλλευση της άνω γυναικός. Επίσης η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της άνω πράξεως, την άνω δε κρίση του στηρίζει το Συμβούλιο με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής που συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως εν προκειμένω, και από την οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντος για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, δεν υφίσταται αντίφαση στο αιτιολογικό με την παράλειψη στη σελίδα 8 της φράσεως "εξ επαγγέλματος" όσον αφορά την σωματεμπορία, αφού στη σελίδα 10 του βουλεύματος το Συμβούλιο συμπληρωματικά με δικές του σκέψεις, αιτιολογημένα, κατά τα προεκτεθέντα, δέχεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η επιβαρυντική αυτή περίσταση, ώστε καθίσταται τούτο σαφές, η δε παράλειψη αυτή οφείλεται προδήλως σε παραδρομή.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' και β' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 & 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1β, 370β και 485 Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ως συμβούλιο), ο οποίος αν διαπιστώσει την συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, πλην άλλων εγκλημάτων και για μαστροπεία κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε από 7-5-2005 έως 10-10-2006. Το έγκλημα αυτό, απειλούμενο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και χρηματική ποινή (άρθρο 349 § 3α ΠΚ) είναι πλημμέλημα (άρθρο 18 ΠΚ). Όμως, οι μερικότερες πράξεις του, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006 υπέπεσαν σε παραγραφή, αφού από την τελευταία χρονολογία 9-2-2006 παρήλθε πενταετία χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του άνω κατηγορουμένου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με αίτημα αναιρέσεως ολοκλήρου του βουλεύματος, ήτοι και ως προς την πλημμεληματική πράξη της μαστροπείας, περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως που ανάγονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά στις παραπάνω μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της μαστροπείας και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η κατά του κατηγορουμένου αντίστοιχη ποινική δίωξη. Κατά το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ. αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το επεκτατικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων που αφορά την έφεση και την αναίρεση τόσο κατ' αποφάσεων όσο και κατά βουλευμάτων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Το αποτέλεσμα της παραγραφής με την πάροδο για τα πλημμελήματα πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας της πενταετίας από την τέλεσή των, ως λόγος εξαλείψεως του αξιόποινου, δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επομένως επεκτείνεται εκτός των άλλων και στους ωφελούμενους συμμετόχους, όπως στον συναυτουργό του κατηγορουμένου που άσκησε ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια το αποτέλεσμα της παραγραφής, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από την τέλεση της πράξεως και εξαλείψεως του αξιοποίνου που συνεπάγεται την παύση της ποινικής δίωξης για την πράξη της μαστροπείας σε σχέση με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο επεκτείνεται και στον συγκατηγορούμενό του - συναυτουργό στην άνω πράξη Α. Τ. που είχε με το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 1433/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπεμφθεί επίσης λόγω συναφείας στο Μ.Ο.Δ. Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη αυτή που τέλεσε με τον αναιρεσείοντα από 7-5-2005 έως 10-10-2006, κατά του οποίου (βουλεύματος) καθώς και κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων του φακέλλου της δικογραφίας ότι άσκησε, ούτε εδικαιούτο να ασκήσει ένδικο μέσο αφού παραπέμφθηκε μόνο για πλημμέλημα (άρθρα 478, 482 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του πρώτου με το άρθρο 18 § 1 Ν. 3346/2005 και του δευτέρου με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003). Επομένως, λόγω της επεκτάσεως του αποτελέσματος της παραγραφής, που δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για το πλημμέλημα της μαστροπείας και υπέρ του συμπαραπεμφθέντος Α. Τ., πρέπει το παρόν Συμβούλιο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του άνω κατηγορουμένου για την εν λόγω πλημμεληματική πράξη, που φέρεται ότι τέλεσε από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006. Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος το υπ' αριθ. 1143/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς την παραπομπή του αναιρεσείοντος Π. Τ. του Ι. για τις μερικότερες πράξεις της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Π. Τ. για τις μερικότερες πράξεις της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006.

Αποφαίνεται ότι έχει επεκτατικό αποτέλεσμα η ασκηθείσα από 1-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Π. Τ. κατά του υπ' αριθ. 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και υπέρ του συγκατηγορουμένου του Α. Τ. του Π..

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Α. Τ. για τις μερικότερες πράξεις της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την άνω αίτηση του Π. Τ. περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.