Έτος
2012
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αποπλάνηση παιδιού κατ’ εξακολούθηση

 

Οι κρινόμενες από 9.2.2012 και 20.2.2012 (με αριθ. πρωτ. 1155 και 1492/2012, αντιστοίχως) αιτήσεις του Ε. Π. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3620/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να θεωρηθεί η δεύτερη ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επ` αυτής (άρθρο 514 εδάφ. γ' ΚΠοινΔ), όπως, άλλωστε, ζητεί και ο ίδιος ο αναιρεσείων.

Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ (όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήτοι πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 3§4 του Α' Κεφαλαίου του ν. 3727/2008), που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού απαιτείται η τέλεση ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές, κατά τρόπο βάναυσο, της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λπ. του παθόντος. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως. Όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός), αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη του παθόντος, τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 του ΠΚ. Τέλος, αν περισσότερες διακεκριμένες πράξεις του δράστη στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου, πρόκειται για έγκλημα κατ` εξακολούθηση (άρθρο 98 ΠΚ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αποπλανήσεως ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του, κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, σε βάρος του Π. Π., πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν...τα εξής: Η εγκαλούσα Κ. Γ. και ο πρώτος των εκκαλούντων κατ/νων Ε. Π. (αναιρεσείων) τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Θεσσαλονίκη, στις 28-9-1989 και απέκτησαν από τον γάμο τους ένα αγόρι, τον Π., που γεννήθηκε μετά από εννέα περίπου έτη, και συγκεκριμένα στις 2-3-1998. Η έγγαμη ζωή του ζευγαριού διήρκεσε μέχρι τις 29-10-2001, οπότε και διασπάστηκε οριστικά, με την αποχώρηση του συζύγου (1ου κατηγορουμένου) από τη συζυγική στέγη, και ήδη ο γάμος τους έχει λυθεί αμετακλήτως. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, η επιμέλεια του ανηλίκου γιου τους, με την υπ` αριθμ. 7/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διατροφών) ανατέθηκε αποκλειστικά στην εγκαλούσα, σύμφωνα με το από 5-7-2002 συμφωνητικό τους, με το οποίο είχαν συμφωνήσει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους να ασκεί αποκλειστικά η μητέρα του, ο δε σύζυγος (1ος κατ/νος) υποχρεώθηκε να καταβάλλει μηνιαίως διατροφή για το τέκνο τους, ενώ ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό και μάλιστα ως εξής:...Λίγον καιρό μετά την έναρξη της επικοινωνίας του 1ου κατ/νου με το ανήλικο τέκνο του, το παιδί άρχισε να είναι απρόθυμο έως αρνητικό να ακολουθήσει τον πατέρα του και, σε σχετικές ερωτήσεις της μητέρας του (ήδη εγκαλούσας0 της παραπονέθηκε ότι ο πατέρας του το χτυπούσε, ενώ ήδη η συμπεριφορά του παιδιού είχε αρχίσει να αλλάζει όταν επέστρεφε από το σπίτι του πατέρα του. Έτσι, το βράδυ της 19-5-1992 (εννοεί "2002"), όταν η μητέρα έβαλε τον μικρό στο κρεβάτι για ύπνο, εκείνος - ηλικίας τότε τεσσάρων ετών - της ζήτησε να κάνουν αυτά που κάνει με τον μπαμπά του και, όταν η μητέρα του τον ρώτησε τι εννοεί, της ζήτησε να γδυθεί και να ξαπλώσει στο κρεβάτι μαζί του. Η μητέρα του ξεκούμπωσε το πάνω μέρος της πιτζάμας της και ξάπλωσε πλάι του, και τότε το παιδί άρχισε να τη φιλάει στον λαιμό, κατεβαίνοντας προς το στήθος για να πιπιλίσει τη θηλή της. Τον Σεπτέμβριο του 2003, η μητέρα του Π. - ηλικίας τότε πεντέμισυ ετών - αντιλήφθηκε ότι ο γιος της, κρυμμένος κάτω από το τραπέζι της τραπεζαρίας, είχε κατεβάσει το παντελονάκι του και το εσώρουχό του και, βάζοντας σάλιο στα δάχτυλά του, προσπαθούσε να φθάσει το πέος του και να το βάλει στο στόμα του και, όταν τον ρώτησε τι προσπαθεί να κάνει, εκείνος απάντησε ότι δεν μπορεί να φθάσει το πέος του και να το πιπιλίσει, όπως το κάνει ο πατέρας του, που το σαλιώνει. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του 2003, η γιαγιά του ανηλίκου - μητέρα της μητέρας του - αντιλήφθηκε τον εγγονό της να προσπαθεί να βάλει ένα μολύβι στον πρωκτό του, πράγμα που επανέλαβε και δύο ακόμα φορές, όπως διαπίστωσε η μητέρα του, η οποία ρώτησε τον μικρό γιατί το κάνει αυτό, εκείνος δεν της έδωσε καμία εξήγηση. Τον Σεπτέμβριο του 2004, ενώ ο ανήλικος ήταν ήδη εξήμιση ετών, επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές που είχε περάσει στην Αυλίδα Ευβοίας με τον πατέρα του, εκμυστηρεύθηκε στη μητέρα του ότι, στη διάρκεια των διακοπών, κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με τον πατέρα του και τον φίλο του πατέρα του τον Λ.. Τότε η μητέρα, θορυβημένη, απευθύνθηκε στη Μονάδα Κοινωνικής Μέριμνας του Δήμου Δάφνης Αττικής και ανέφερε όλα τα ανωτέρω περιστατικά, ζητώντας να τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την κατάσταση, τα ίδια δε περιστατικά, μετά την υποβολή εγκλήσεως από τη μητέρα του κατά του πατέρα του, επιβεβαίωσε ο ανήλικος Π., κατά τη διάρκεια της διαταχθείσας κυρίας ανακρίσεως, ενώπιον της 6ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, στην από 13-7-2007, χωρίς όρκο κατάθεσή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει και τα εξής: "Ότι, όταν τον έπαιρνε ο πατέρας του στο σπίτι, κοιμόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο, σε δύο κρεβάτια κολλητά μεταξύ τους, ότι κάποιες φορές ο πατέρας του κοιμόταν και με τον φίλο του τον Λ. και ότι τον χάιδευαν παντού, ακόμα και στα γεννητικά του όργανα, πάνω από το σλιπάκι του. Ότι, από τότε που χώρισαν οι γονείς του, όταν ο πατέρας του τον έπαιρνε στο σπίτι του, πήγαινε στο κρεβάτι του, τον έβαζε να τον φιλάει στον λαιμό και να του πιπιλάει το στήθος και το ίδιο έκανε και ο πατέρας του σ` εκείνον. Ότι ο πατέρας του άρχισε να του γλείφει το πουλάκι του και να το βάζει στο στόμα του, ότι του ζητούσε να κάνει το ίδιο και στο δικό του πουλάκι, αλλιώς δεν θα του έπαιρνε το απόγευμα παγωτό και έτσι το έκανε, αλλά επειδή έκανε εμετό, δεν τον έβαλε να το ξανακάνει. Ότι, όταν πήγαινε στο μπάνιο να πλυθεί, ο πατέρας του έβαζε το δάχτυλο στον ποπό του βαθειά και το κουνούσε κάθε φορά που πλενόταν μετά την τουαλέτα. Ότι όλα αυτά δεν τα έλεγε στη μητέρα του, γιατί ο πατέρας του απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει". Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2004, ο ανήλικος Π., όταν ο πατέρας του, ασκώντας το δικαίωμα επικοινωνίας, πήγε να τον πάρει από το σπίτι της μητέρας του, αρνήθηκε κατηγορηματικά να τον ακολουθήσει, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να ζητήσει κατ` επανάληψη της επέμβαση της Αστυνομικής Αρχής, ενώ άσκησε και αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενος μεταβολή των συνθηκών, ζήτησε να ανακληθεί η υπ` αριθμ. 7/2003 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία, όπως προελέχθη, πλην των άλλων, ανατέθηκε στη μητέρα η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, και να ανατεθεί η επιμέλειά του σ` αυτόν. Επί της αγωγής του εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 1629/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού επί ασκηθείσας κατ` αυτής εφέσεως, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 4725/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του και μεταρρύθμισε τον τρόπο επικοινωνίας του με τον ανήλικο, επιβάλλοντας να επικοινωνεί με αυτόν χωρίς διανυκτέρευση και με την παρουσία της μητέρας του ή της γιαγιάς του (μητέρας της μητέρας του). Στην εν λόγω απόφαση, η οποία εκδόθηκε αφού ο Δικαστής που συγκρότησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ήλθε σε επαφή με τον ανήλικο Π., ας σημειωθεί ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Κατά την επικοινωνία του δικαστηρίου με τον ανήλικο διαπιστώθηκε ότι αυτός έχει ιδιαίτερη αγάπη στη μητέρα του, πλησίον της οποίας αισθάνεται ασφαλής, ενώ δυσκολευόταν να αναφερθεί στον πατέρα του και την οικογένεια αυτού αποφεύγοντας οποιαδήποτε συζήτηση γι` αυτόν, είναι δε προφανές ότι δεν επιθυμεί να είναι μαζί του. Ανεξαρτήτως της μικρής του ηλικίας και της εντεύθεν ανωριμότητάς του να αντιληφθεί και να κρίνει για το συμφέρον του, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτός είναι ψυχολογικά προσκολλημένος στη μητέρα του, η οποία τον περιβάλλει με στοργή και αφοσίωση, ενδιαφερομένη για την ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη και ασκεί επιτυχώς την επιμέλειά του μέχρι σήμερα. Ακολούθως στην απόφαση αυτή αναφέρονται και τα εξής αξιοσημείωτα: "Λαμβανομένου υπόψη ότι ο ανήλικος είναι αρνητικός στην επικοινωνία με τον πατέρα του και η δια της βίας επιβολή αυτής θα έχει περισσότερο αρνητικά αποτελέσματα, προς ομαλοποίηση της σχέσης του ενάγοντος μαζί του και για το συμφέρον του ανηλίκου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η επικοινωνία θα γίνεται χωρίς διανυκτέρευση και με την παρουσία της μητέρας του ή της γιαγιάς του". Ο 1ος των εκκαλούντων κατ/νων, πατέρας του ανηλίκου, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι αυτή (κατηγορία) μεθοδεύτηκε από την ήδη εγκαλούσα σύζυγό του και μητέρα του ανηλίκου τέκνου τους, μετά την εξώδικη δήλωση που αυτός της απηύθυνε το έτος 2004 - στην οποία την εγκαλούσε ότι δεν ασκούσε προσηκόντως την επιμέλεια του τέκνου τους - με σκοπό να μη της αφαιρεθεί η άσκηση της επιμέλειας και δοθεί σ` εκείνον. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του 1ου των κατ/νων, ο οποίος διατείνεται επίσης ότι η καταγγελία και η κατάθεση του ανηλίκου τέκνου τους είναι υποβολιμαίες, υπαγορευθείσες από την πρώην σύζυγό του και μητέρα του παιδιού, είναι αβάσιμος, καθ` όσον, α) η σαφής και χωρίς αντιφάσεις ανωμοτί κατάθεση του ανηλίκου ενώπιον της Ανακρίτριας (...) όπως και στην κοινων. Λειτουργό Α. Κ., η οποία ήλθε σε επαφή μαζί του (...), καθώς και η απόλυτη άρνηση που εξέφρασε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την επικοινωνία τους, να είναι με τον πατέρα του, με τον οποίο, ας σημειωθεί, αρνείται μέχρι σήμερα να επικοινωνήσει, καταδεικνύουν σαφώς ότι ο ανήλικος κατέθεσε αληθή περιστατικά, καθώς κρίνεται αδύνατον να υποβληθεί σ` ένα τόσο μικρό παιδί το περιεχόμενο της κατάθεσής του χωρίς αυτό να υποπέσει σε αντιφάσεις, αλλά και να του υποδειχθεί μια συγκεκριμένη συμπεριφορά επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα. ...με βάση τα προεκτεθέντα, τα οποία πλήρως αποδείχθηκαν, πρέπει...να κηρυχθεί...ο δε 1ος των εκκαλούντων κατ/νων (Π.) ένοχος όπως και πρωτοδίκως, ήτοι αποπλανήσεως ανηλίκου μη συμπληρώσαντος το 10ο έτος της ηλικίας του, κατ` εξακολούθηση, από κοινού και κατά μόνας,...".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 339§1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται και το υπ` αριθ. πρωτ. 8/18.1.2005 έγγραφο της Διευθύντριας του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος του Κοινοτικού Κέντρου Ψυχικής Υγείας Παγκρατίου Ο. Μ. - Μ., το οποίο απευθύνεται προς την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Τμήματος Ανηλίκων, Π. Φ., συντάχθηκε κατόπιν του υπ` αριθ. 382/04 της 27.9.2004 εγγράφου της τελευταίας και έχει θέμα "παιδοψυχιατρική εκτίμηση του Π. Π. με ημερ. γεν 2.5.98". Το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη με την έννοια του νόμου, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την παιδοψυχιατρική εκτίμηση του παθόντος δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για το διορισμό πραγματογνώμονος (διορισμός από ανακριτικό υπάλληλο, δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όρκιση, κ.λπ. - άρθρα 183 επ. ΚΠοινΔ), αλλά αυτό είναι απλό ενημερωτικό της καταστάσεως του ανηλίκου. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται στο προοίμιο του σκεπτικού ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, θεωρούμενο έγγραφο και εκτιμώμενο ελευθέρως μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. β) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ή να αξιολογείται το καθένα χωριστά ή να αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν δέχθηκε τα εκτιθέμενα στο ως άνω έγγραφο ή τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ή των Χ. Β., Μ. Π. και Ε. Π., αρκεί το ότι λήφθηκαν όλα υπόψη, πράγμα που προκύπτει και από το ότι παρατίθεται πλήρης και πειστική σκέψη, γιατί δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η κατάθεση του παθόντος ανηλίκου τέκνου του είχε υπαγορευθεί από την πρώην σύζυγό του. γ) Ορθώς το Πενταμελές Εφετείο θεώρησε όλες τις πράξεις, που αποτελούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ως εμπίπτουσες στη διάταξη του άρθρου 339§1 του ΠΚ και όχι σ` αυτή του άρθρου 337§1 αυτού, καθόσον, κατά τις παραδοχές αυτού, όλες οι πράξεις (οι οποίες περιγράφονται σαφώς - θέση πέους ανηλίκου στο στόμα του κατηγορουμένου, φιλήματα στο λαιμό και στο στήθος του τελευταίου από τον παθόντα, θωπείες στα γεννητικά όργανα του ανηλίκου) είχαν έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατέτειναν στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη και πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. δ) Από την αξιολόγηση των γενομένων δεκτών με την υπ` αριθ. 1629/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι, δηλαδή, ο ανήλικος παθών δυσκολευόταν να αναφερθεί στον πατέρα του, αποφεύγοντας κάθε συζήτηση γι` αυτόν, και ότι ήταν προφανές ότι δεν επιθυμούσε να είναι μαζί του, δεν γεννάται καμιά αντίφαση με την κρίση ότι ο παθών είχε εκφράσει στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου απόλυτη άρνηση να επικοινωνεί με τον πατέρα του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της πρώτης και πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους έκτο και έβδομο λόγους της δεύτερης αιτήσεως, για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (της ως άνω αποφάσεως, της από 13.7.2007 χωρίς όρκο καταθέσεως του παθόντος, της από 1.10.2004 χωρίς όρκο καταθέσεως του ίδιου, των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, της ως άνω παιδοψυχιατρικής εκτιμήσεως, της από 15.1.2007 γνωμοδοτήσεως του ψυχολόγου Β. Θ., της εκθέσεως κοινωνικής έρευνας της Α. Κ.) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το δικάσαν Εφετείο μνημονεύει στο σκεπτικό του την υπ` αριθ. 4725/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της υπ` αριθ. 1629/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στην πρωτόδικη ή στην κατ` έφεση δίκη. Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν λήφθηκε αυτή υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, αλλά αναφέρεται διηγηματικώς, με σκοπό να επισημανθεί η τελεσιδικία της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τα συμπεράσματα και τις κρίσεις της οποίας και μόνο συνεκτίμησε το Πενταμελές Εφετείο. Επομένως, από τη μνεία της αποφάσεως αυτής, που δεν αναγνώσθηκε, δεν γεννήθηκε καμιά ακυρότητα και οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της πρώτης και πρώτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Με το άρθρο τρίτο παρ. 4 του ν. 3625/24.12.2007 "Κύρωση, εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και άλλες διατάξεις" προστέθηκε στον ΚΠοινΔ άρθρο 226 Α, κατά το οποίο, ως ισχύει: "1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφιο α`, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α του ΠΚ, καθώς και στα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204-208. 2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο παιδοψυχίατρος ή ο παιδοψυχολόγος και ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. 3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. 4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως. 5. ... 6. ...". Η νομοθετική αυτή παρέμβαση έγινε σε εφαρμογή του άρθρου 12 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992, και του άρθρου 8§§1, 3 του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της και έχει ως σκοπό την εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα καταθέσεως των ανηλίκων θυμάτων των ως άνω πράξεων. Όμως, η ισχύς του άρθρου αυτού και, επομένως, η εφαρμογή των σ` αυτό οριζόμενων διατυπώσεων για τη λήψη καταθέσεως ανήλικου παθόντος, καταλαμβάνει μόνο τις καταθέσεις που έγιναν μετά την έναρξη ισχύος του, μετά, δηλαδή, τη δημοσίευση του ν. 3625/2007 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο ένατο αυτού), όχι δε και αυτές που έγιναν σε προγενέστερο χρόνο στα πλαίσια ανακρίσεως για την έρευνα της τελέσεως σε βάρος του ανηλίκου αξιόποινης πράξεως από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ, οι οποίες (καταθέσεις), για να είναι αποδεικτικώς αξιοποιήσιμες και να μπορούν να εκτιμηθούν από το δικαστήριο, αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο χωρίς να απαιτείται η νέα εξέταση του ανηλίκου με την τήρηση, πλέον, των διατυπώσεων που επιβάλλονται από τις παραπάνω διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ανήλικος παθών εξετάστηκε, ενώπιον της Ανακρίτριας, στις 13.7.2007, χωρίς να ορκιστεί, η δε έκθεση εξετάσεώς του αναγνώστηκε στο ακροατήριο και λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Και ναι μεν η εξέτασή του έγινε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των διατάξεων του άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ, χωρίς, δηλαδή, να προηγηθεί διορισμός παιδοψυχιάτρου ή παιδοψυχολόγου, ως πραγματογνώμονος, ο οποίος να τον προετοιμάσει για την εξέταση και να παρίσταται κατ` αυτήν. Όμως, η εξέταση έγινε, με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, νομοτύπως, δεδομένου ότι έλαβε χώραν πριν από την έκδοση του ως άνω νόμου και την έναρξη ισχύος του (νέου) άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ από την 24-12-2007 και, επομένως, παραδεκτώς η έκθεση εξετάσεώς του αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο χωρίς να γεννάται καμιά ακυρότητα, ο δε ισχυρισμός, που πρόβαλε ο κατηγορούμενος, ότι, για τον παραπάνω λόγο, δεν έπρεπε αυτή να αναγνωσθεί, δεν ήταν νόμιμος και ορθώς δεν απαντήθηκε. Κατά συνέπειαν, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της πρώτης και τρίτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την ανάγνωση της παραπάνω χωρίς όρκο καταθέσεως του ανήλικου παθόντος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ υποβάλλει κάποιο νόμιμο και ορισμένο αίτημα. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω κατά τρόπο νόμιμο υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού και απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 170 παρ.1 εδ. β, δ και παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 357§4 εδ. β και γ του ΚΠοινΔ, "όταν ένας μάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, η κατάθεσή του που είχε δοθεί κατά την προδικασία δεν διαβάζεται. Επιτρέπεται η ανάγνωση μόνο περικοπών της κατάθεσης για να βοηθηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή για να επισημανθούν αντιφάσεις του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί, και μάλιστα πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, να ζητήσει την ανάγνωση της προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρος, ο οποίος είτε πρόκειται να εξεταστεί στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είτε έχει εξεταστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη. Επιτρέπεται μόνο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, να υποβάλει αίτημα αναγνώσεως περικοπών της κατά την προδικασία καταθέσεως μάρτυρα που εξετάζεται στο ακροατήριο και μάλιστα κατά τη διάρκεια της εξετάσεως αυτού και όχι εκ των προτέρων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, υπέβαλε το αίτημα να αναγνωσθούν α) η από 23.10.2007 ανακριτική κατάθεση του Προϊσταμένου και Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως Χ. Β., β) η από 11.7.2006 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ. και γ) οι από 21.12.2001 προτάσεις - σημείωμα της μηνύτριας Κ. Γ., όπου εκείνη "αναφέρει μόνο κάποια επεισόδια που, όπως ισχυριζόταν, είχαν συμβεί ανάμεσά τους". Όμως, το αίτημα αυτό, όσον αφορά την ανάγνωση των καταθέσεων, δεν ήταν νόμιμο, γιατί οι μάρτυρες αυτοί εξετάστηκαν στο ακροατήριο και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι καταθέσεις που έδωσαν κατά την προδικασία δεν ήταν επιτρεπτό να αναγνωσθούν. Όσον δε αφορά την ανάγνωση των προτάσεων - σημειώματος της εγκαλούσας, ήταν αόριστο, γιατί δεν εξέθεσε ο αναιρεσείων για ποιο ζήτημα η εγκαλούσα είχε ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ποια ακριβώς επεισόδια περιέγραφε αυτή στο σημείωμά της και τι ακριβώς, σε σχέση με την υπόθεση, θα αποδεικνυόταν από την ανάγνωση αυτού. Κατά συνέπειαν, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αναγνώσει τα ως άνω έγγραφα, αλλά ούτε και να απαντήσει, πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του, και οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της πρώτης και τέταρτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως από την μη ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, χωρίς το Δικαστήριο να απαντήσει επί του σχετικού αιτήματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, περιλαμβάνεται και "η με αριθμ. 6978/2005 απόφαση". Με την εν λόγω αναφορά της αποφάσεως αυτής επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά της και δεν ήταν αναγκαία η μνεία του Δικαστηρίου που την εξέδωσε ούτε η αναφορά του αντικειμένου της, αφού με την ανάγνωση του κειμένου της κατέστη γνωστή και κατά το περιεχόμενό της στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό της, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως αναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ το ως άνω έγγραφο ήταν το μοναδικό, ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση και της αποφάσεως αυτής. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου από την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, του οποίου δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, η συναφής με τους πρώτο της πρώτης και τρίτο της δεύτερης αιτήσεως λόγους αιτίαση, η οποία προβάλλεται με τον όγδοο λόγο της δεύτερης αιτήσεως, ότι το Δικαστήριο, με το να μη αποφανθεί επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος να μη αναγνωσθεί η από 13.7.2007 ανωμοτί κατάθεση του τέκνου του στην Ανακρίτρια και με το να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή, σε κάθε περίπτωση, σε αποφασιστικό βαθμό, σ` αυτήν, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6§3 δ της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύει η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκε, αφού, η ως άνω κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, το δε Πενταμελές Εφετείο, που στήριξε την κρίση του και σ` αυτήν (και όχι μόνο ή κατά μεγάλο βαθμό σ` αυτήν), δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες (και αλληλοσυμπληρούμενες, θεωρούμενες ως μία) αιτήσεις και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 9.2.2012 και 20.2.2012 (με αριθ. πρωτ. 1155 και 1492/2012, αντιστοίχως) αιτήσεις του Ε. Π. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3620/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.