Έτος
2012
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Ασέλγεια κατ΄εξακολούθηση

 

Κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 351Α του Π Κ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.3064/2002, "η ασελγής πράξη με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή ή με άλλα υλικά ανταλλάγματα ... τιμωρείται ως εξής: α).... β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκαπέντε έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων, έως πενήντα χιλιάδων ευρώ...". Στοιχεία, λοιπόν, του εν λόγω εγκλήματος είναι: α) Η τέλεση από ενήλικο ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με ανήλικο, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύσηασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του ανηλίκου, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη. Και β) η παροχή στον ανήλικο αμοιβής ή άλλου υλικού ανταλλάγματος (χρημάτων, δώρων, υποσχέσεων δώρων). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν, ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη απολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία( στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ1 αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσοι) χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του. το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ασέλγειας με ανηλίκους έναντι αμοιβής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά; Μετά από καταγγελία στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων για αποπλάνηση ανηλίκων από ηλικιωμένο άτομο, που είναι τυφλό, διαμένει την οδό ... και ονομάζεται Β., η οικία του κατηγορουμένου, που βρίσκεται στην οδό ..., τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση από Αστυνομικούς της ανωτέρω Υπηρεσίας, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι στην εν λόγω οικία εισέρχονταν ανήλικοι. Επιπρόσθετα, ο Αστυνομικός Γ. Κ. άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει τους ανήλικους, που βρίσκονταν στην οικία του να μεταβούν στον σταθμό Λαρίσης προκειμένου να του φέρουν από εκεί και άλλους συνομήλικους τους. Ακολούθως, από την οικία του κατηγορουμένου αρχικά εξήλθαν οι ανήλικοι Ε. Ι., Ζ. Μ. και Ο. ’. και αργότερα οι G. Y. και Σ. Θ., τους οποίους οι Αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν την οικία του κατηγορουμένου, τους οδήγησαν στην Ασφάλεια. Στην συνέχεια οι Αστυνομικοί μετέβησαν στον σταθμό Λαρίσης, όπου εντόπισαν τους ανήλικους G. S...Δ. Τ. και Ν. Τ. και τους οδήγησαν στην Ασφάλεια. Από... αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος κατά το από 15-1-2009 έως 15-1-2010 χρονικό διάστημα, όντας ενήλικος, εντός της οικίας του - διαμερίσματος του, που βρίσκεται..., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα, όντας ενήλικος, τέλεσε περισσότερες φορές ασελγείς πράξεις, επ' αμοιβή, τόσο με ανηλίκους, ηλικίας δέκα έως δεκαπέντε ετών, όσο και με ανηλίκους, ηλικίας άνω των δεκαπέντε ετών. Ειδικότερα: α) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-12-2009 έως 14-1-2010, κατ' επακολούθηση, δέκα φορές (μία εκ των οποίων στις 13-1 -2010,) οι δε λοιπές σε ημερομηνίες, που δεν έχουν εξακριβωθεί, ειδικότερα, έβαλε τον ανήλικο ’. Ο., ηλικίας 12 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες πορνογραφικού περιεχομένου σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση τoυ, να αυνανιστεί, ενώ θώπευε το πέος του πάνω από το παντελόνι του. δίδοντας του, ως αμοιβή μία φορά το ποσό των 15 ευρώ και τις άλλες φορές άγνωστα χρηματικά ποσά. β) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-8-2009 έως 14-1-2010 μία φορά, σε ημερομηνία, που δεν έχει εξακριβωθεί ειδικότερα, έβαλε τον ανήλικο Ι. Ε., ηλικίας 13 ετών, να παρακολουθήσει ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη υπολογιστή και τηλεόραση του, να τον φιλήσει στο μάγουλο και θώπευε το πέος του, διδοντάς του, ως αμοιβή το ποσό των 20 έως 30 ευρώ. γ) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-12-2009 έως 15-1-2010, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα τέσσερις φορές, σε ημερομηνίες, που δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο Θ. Σ., ηλικίας 12 ετών, να παρακολουθήσει ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, τον χάιδεψε σε χέρια και πρόσωπο, τον φιλούσε στο μάγουλο δίδοντας του, ως αμοιβή το ποσό των 2 έως 5 ευρώ, κάθε φορά. δ) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-11-2009 έως 14-1-2010, και' εξακολούθηση και συγκεκριμένα τρεις φορές, εκ των οποίων μία τα Χριστούγεννα 2009 και τις άλλες σε ημερομηνίες, που δεν έχουν εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο Y. G. , ηλικίας δώδεκα ετών να παρακολουθήσει ψηφιακούς δίσκους (DVD) και |5ίντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, έπαιρνε τα χέρια του και τα ακουμπούσε στο στήθος του και το πέος του, δίνοντας του, ως αμοιβή την μία από τις παραπάνω φορές, το ποσό των 2 ευρώ. ε) Εντός του χρονικού διαστήματος από 1-12-2009 έως 14-12-2009, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα τρεις φορές, σε ημερομηνίες, που δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί, έβαλε τον Ν. Τ., ηλικίας 14 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, τον χάιδευε στα μαλλιά, στα χέρια και στα πόδια και τον φίλησε στο μάγουλο, δίδοντας του, ως αμοιβή το ποσό των 4,5 ευρώ, εκάστη φορά. ζ) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-7-2009 έως 14-1-2010, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα δέκα φορές, σε ημερομηνίες, που δεν έχουν εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο Μ. Ζ., ηλικίας 15 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, να αυνανιστεί και θώπευε το πέος του μέσα από το παντελόνι του, δίδοντας του, ως αμοιβή, το ποσό των 5 έως 10 ευρώ, εκάστη φορά. Και η) εντός του χρονικού διαστήματος από 15.1.2009 έως 14.1.2010 μία φορά και σε ημερομηνία, που δεν έχει εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο S. G., ηλικίας 16 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DND) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, να αυνανιστεί και στην συνέχεια έπιασε το πέος του θέλοντας να τοποθετήσει σ' αυτό δονητή, χωρίς να το επιτύχει, διότι το αρνήθηκε, δίνοντας του, ως αμοιβή άγνωστο χρηματικό ποσό. Ο κατηγορούμενος, αντίθετα, δέχεται ότι οι προαναφερθέντες ανήλικοι πήγαιναν στο ανωτέρω -διαμέρισμα, όπου διέμενε - όχι, όμως, για να τελέσει ασελγείς πράξεις σε βάρος τους αλλά για να λάβουν απ' αυτόν φαγητό. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίσθηκε, ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ένδικων βιντεοκασετών - DVD, τα οποία βρέθηκαν από τα αρμόδια-αστυνομικά όργανα κάτω από το κρεβάτι του. Συγκεκριμένα για το θέμα αυτό ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Δεν ήταν δικές μου οι κασέτες. Βρέθηκαν κάτω από το κρεβάτι μου στη γωνία. Έμεινα άφωνος. Δεν το ήξερα αυτό εγώ...". Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν κρίνονται πειστικοί, αφού ανατρέπονται τόσο από τις προπαρατεθείσες ένορκες καταθέσεις των Αστυνομικών, που εξετάσθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και από τις ανώμοτες εξετάσεις των (Ανηλίκων ενώπιον του Ανακριτή. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ομολόγησε κατά την απολογία του, έχει ξαναδικαστεί για την ίδια πράξη και γι' αυτό φοβάται... Συνεπώς αποδείχθηκε πλήρως, ότι ο κατηγορούμενος, όντας ενήλικος, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις, οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω, σε βάρος των ανωτέρω ανηλίκων, εκ των οποίων οι πέντε είχαν συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας τους, όχι όμως και το δέκατο πέμπτο, οι δε υπόλοιποι δύο είχαν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους και γι' αυτό θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος...".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμαι από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος καν του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ασέλγειας με ανηλίκους έναντι αμοιβής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 351 Α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό περιέχει και περιστατικά επί πλέον των αναφερομένων στο διατακτικό, το οποίο, πάντως, είναι πλήρες, ώστε δεν χρειαζόταν διαφοροποίηση της διατυπώσεώς του. β) Από το σύνολο των αναφερομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πράξεις, τις οποίες τέλεσε σε βάρος των ως άνω ανηλίκων ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, είχαν έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατέτειναν δε στη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του και πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών. γ) Σαφώς-αναφέρεται και ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκαν οι. πράξεις (θωπείες του πέους των ανηλίκων, χάδια, φιλήματα, αυνανισμοί, κ.λπ. σε συνδυασμό με παρακολούθηση από αυτούς ψηφιακών δίσκων και βιντεοκασετών, πορνογραφικού περιεχομένου), δ) Το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά και στους, αρνητικούς της κατηγορίας, ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, οι οποίοι περιέχονται στην απολογία του, την οποία αξιολόγησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν προκύπτει, από την επισκόπηση των πρακτικών, ότι εξετάστηκε ως μάρτυρας και ο αδελφός αυτού. Επομένως, οι, από το άρθρο_510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, σχετικοί (χωρίς αρίθμηση) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 § 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, και, κατά το επόμενο άρθρο 174 § 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 § 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της προπαρασκευαστικής και της κύριας, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτους, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο τρίτο παρ. 4 του ν. 3625/24,12.2007 "Κύρωση, εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και άλλες διατάξεις" προστέθηκε στον ΚΠοινΔ άρθρο 226 Α, κατά το οποίο, ως ισχύει: "1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφιο α' 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338,.239. 342, 343, 345, 346, 347. 348, 348Α, 349, 351, 351Α του ΠΚ, καθώς και στα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψης τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204-208. 2, Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο παιδοψυχίατρος ή ο παιδοψυχολόγος και ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώ μένη πράξη. 3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας, 4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως. 5. ... 6. ...". Η νομοθετική αυτή παρέμβαση έγινε σε εφαρμογή του άρθρου 12 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992, και του άρθρου 8§§ 1, 3 του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της και έχει ως σκοπό την εξασφάλιση αντικειμενικής καν ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα καταθέσεως των ανηλίκων θυμάτων των ως άνω πράξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση 'των εγγράφων της δικογραφίας, και οι επτά ως άνω ανήλικοι - παθόντες από τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, εξετάστηκαν από τον νευρολόγο- ψυχίατρο Μ. Έ., ο οποίος είχε διοριστεί πραγματογνώμονας και παρίστατο κατά την χωρίς όρκο εξέταση τους ενώπιον του 3ου Ειδικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, τηρήθηκαν, δηλαδή, οι διατυπώσεις που ορίζει η ως άνω διάταξη του άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ. Επομένως, ορθώς το Πενταμελές Εφετείο ανέγνωσε τις καταθέσεις τους (μόνο τις ανακριτικές, όχι και τις προανακριτικές). Οποιαδήποτε δε πλημμέλεια της προδικασίας έχει καλυφθεί, γιατί ο αναιρεσείων δεν την πρότεινε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο (αλλά ούτε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε με λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α και II του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως παρά το ότι α) ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, που άσκησε την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, και ο Ανακριτής δεν έλαβαν ένορκες καταθέσεις που να έχουν συνταγεί νομοτύπως, ενώ ο Ανακριτής έλαβέ την απολογία του και διέταξε, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα, την προσωρινή του κράτηση, χωρίς, προηγουμένους, να έχουν ληφθεί η καταθέσεις των ανηλίκων, .στερώντας τον, έτσι, από το δικαίωμα ακροάσεως, β) η δίωξη ασκήθηκε εναντίον του με βάση άκυρες καταθέσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές, στη συνέχεια, λήφθηκαν σύμφωνα με το νόμο, γ) ότι αυτός, μετά τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων, δεν κλήθηκε σε συμπληρωματική απολογία για να εκφράσει τους ισχυρισμούς και επιχειρήματα του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226Α§5 εδ. α του ίδιου Κώδικα, "μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, εάν οι ανήλικοι έχουν δώσει κατάθεση στην ανάκριση, συγχωρείται να ζητηθεί να εξεταστούν μόνο συμπληρωματικά για να διευκρινίσουν σημεία της ανακριτικής καταθέσεως τους και όχι να καταθέσουν εκ νέου. Από καμιά δε διάταξη νόμου δεν επιβάλλεται η κλήση προς εξέταση και των ασκούντων τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των ανηλίκων. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη. .αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικό, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, μετά τη εξέταση των μαρτύρων, ο κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το αίτημα "να κλητευθούν και να προσέλθουν οι ανήλικοι παθόντες να καταθέσουν", ενώ δεν υπέβαλε αίτημα να κληθούν και οι ασκούντες τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των ανηλίκων. Το αίτημα, όπως υποβλήθηκε, δεν ήταν νόμιμο, καθόσον οι ανήλικοι είχαν δώσει ανακριτικές καταθέσεις και μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, κατά τους νομίμους τύπους, δεν ζητήθηκε δε να προσέλθουν αυτοί για συμπληρωματική εξέταση με προσδιορισμό και των ζητημάτων που έπρεπε να διευκρινιστούν, και, επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε το αίτημα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "... Ακολούθως το Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω αίτημα, καθόσον έκρινε., ότι η εκ νέου αφήγηση των πραγματικών περιστατικών της ένδικης πράξεως, που ο κατηγορούμενος φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος τους θα είναι επιβλαβής γι' αυτούς και θα έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική τους ταλαιπωρία, δοθέντος, ότι οι εν λόγω ανήλικοι έχουν εξετασθεί ενώπιον του Ανακριτή. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση προσαγωγής και εξέτασης-ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου των παθόντων ανηλίκων και κατά συνέπεια το σχετικό περί τούτου αίτημα του κατηγορουμένου θα πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσία". Ακόμη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να καλέσει, ως μάρτυρες, τους ασκούντες τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των ανηλίκων, αφενός γιατί, όπως αναφέρθηκε, αυτό δεν προβλέπεται και αφετέρου γιατί δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§ϊ στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος και για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να καλέσει, για εξέταση, τους ανηλίκους, καθώς και τους ασκούντες σ' αυτούς τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 126/21 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Β. Λ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1492/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.