Έτος
2012
Νόμος / διάταξη που αφορά
347 Π.Κ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Έννοια ασελγούς πράξης

 

Ι. Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 9 του ν 1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης και β) ο εξαναγκασμός του παθόντος προσώπου να γίνεται με απειλή σπουδαίου ή άμεσου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί ή που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο τρόπους, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Ως ασελγής πράξη, μετά τη νομοθετική αναθεώρηση του 1984 των διατάξεων για τα εγκλήματα που αναφέρονται στη γενετήσια ζωή νοείται κάθε ασελγής ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια ζωή και προσβάλλει αντικειμενικώς το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η χρησιμοποίηση των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό και άλλες παρόμοιες πράξεις που γίνονται με εξαναγκασμό) και συνιστούν σοβαρές προσβολές της γενετήσιας ελευθερίας, κατευθυνόμενες στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, διακρινόμενες από τη συνουσία κατά φύση που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων δύο ατόμων διαφορετικού φύλου. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση και θέληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον, με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και με τους δύο τρόπους μαζί, στις παραπάνω πράξεις εξώγαμης συνουσίας ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης και περιλαμβάνει τη γνώση ότι το άλλο άτομο δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 3 παρ. 4 του Α' κεφαλαίου του ν 3727/2008, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερη από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. ... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οποιαδήποτε άποψη πράξης με πρόσωπο νεότερο των δέκα ετών κλπ, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τη συνουσία και την παρά φύση ασέλγεια, αλλά και όλες τις άλλες ερωτικές πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα κατά τα αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, μεταξύ των οποίων και η πεολειχία. Υποκειμενικώς, απαιτείται να κατευθύνεται η ασελγής πράξη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη και δόλος αυτού άμεσος ή ενδεχόμενος που πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία της πράξης και να εκτείνεται και στη γνώση του ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των δέκα ετών, αρκούντος ως προς το στοιχείο αυτό του ότι ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Μεταξύ του βιασμού και της αποπλάνησης υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα των προσβαλλομένων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα δεν απορροφάται από το άλλο αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τέλεσης του άλλου και στο μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας ενώ στην αποπλάνηση παιδιών προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατά το είδος τους σ' αυτήν, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1991, ο εκκαλών κατηγορούμενος Γ. Π. , ο οποίος γεννήθηκε στην Αλβανία, όπου και σπούδασε στην Κτηνιατρική Σχολή Τιράνων, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Μετά την αναγνώριση του πτυχίου του, εργάστηκε αρχικά σε διάφορες κτηνιατρικές κλινικές και το έτος 1999, άνοιξε δικό του ιατρείο ζώων στον ... , όπου, εκτός από την παροχή ιατρικών φροντίδων σε ζώα, διέθετε προς πώληση και διάφορα αξεσουάρ αναγκαία γι' αυτά (ζώα). Στη διάρκεια του 1999, πήγε στο κτηνιατρείο του κατηγορουμένου, για τη φροντίδα του σκύλου της, η μητέρα του παθόντος ανηλίκου και παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα Σ. Γ. , διαζευγμένη ήδη τότε, και, με την πάροδο του χρόνου, αναπτύχθηκε μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου φιλική σχέση, συνεπεία της οποίας εκείνη άρχισε να τον εμπιστεύεται και να αφήνει, κατά καιρούς, σ' αυτούς, για να τον προσέχει, τον ανήλικο γιό της Α. Π.-Γ. (γεννήθηκε το έτος 1998), ο οποίος πάσχει από διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, με σημαντικές δυσκολίες στο περιεχόμενο και τη δομή του λόγου ώστε να μπορεί (η Σ. Γ. ) να διεκπεραιώνει, απερίσκεπτη κάποιες υποθέσεις της. Στις 20 Μαρτίου 2006, η μητέρα του ανήλικου Α. , μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο, άφησε λίγο μετά τις 9 το πρωϊ, τον Α. στο ιατρείο του κατηγορουμένου, όπου ήδη αυτός βρισκόταν, και, αφού έκανε κάποιες δουλειές της, επέστρεψε, μετά δίωρο περίπου, για να τον παραλάβει. Βρήκε τον ανήλικο γιό της, ιδρωμένος, σ' έναν βοηθητικό χώρο του ιατρείου, όπου υπήρχε ένα ντιβάνι, που ο κατηγορούμενος το χρησιμοποιούσε για ανάπαυση, ένα στερεοφωνικό, όπου εκείνη την ώρα "έπαιζε" ένα cd, και διάφορα σκεύη για την Παρασκευή καφέ. Τον ρώτησε "τι έχεις Α. " και αυτός άρχισε να λέει "μαμά ο Γ. ..." (δηλαδή ο κατηγορούμενος), αλλά διάκοψε τη φράση του, διότι στο μεταξύ εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος της είπε: "του έδωσα ένα σοκολατάκι να φάει". Έφυγαν αμέσως από το ιατρείο του κατηγορουμένου και, ενώ βρίσκονταν ακόμα στο δρόμο, ο Α. είπε στη μητέρα του "μαμά, ο Γ. έβαλε το πιπί του στο στόμα μου και με κατούρησε", όταν δε εκείνη τον ρώτησε τι ακριβώς εννοούσε, της είπε "με κατούρησε και τα κατάπια και μου έδωσε ένα σοκολατάκι και νερό να πιω". Τα ίδια είπε ο ανήλικος ακολούθως στη λογοθεραπεύτρια Ν. Κ., που τον παρακολουθούσε, καθώς και στην ψυχολόγο Κ. Μ., ενώ τα ίδια επανέλαβε εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου αναπαρέστησε μάλιστα και την κίνηση του κατηγορουμένου να του δίνει χτυπήματα στον αυχένα για να επιτύχει να εισαγάγει το εν στύσει πέος του στο στόμα του (δηλαδή του ανήλικου) και ανέφερε και πάλι τη φράση του κατηγορουμένου "λίγο ακόμα . λίγο ακόμα", την οποία είχε πει και στις ανωτέρω λογοθεραπεύτρια και ψυχολόγο. Δεδομένου ότι ο ανήλικος Α. -ο οποίος, όπως ήδη ελέχθη, πάσχει από διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, με σημαντικές δυσκολίες στο περιεχόμενο και στη δομή του λόγου- αδυνατεί, όπως κατηγορηματικά αποφαίνονται στην κοινή έκθεσή τους οι πραγματογνώμονες Ζ. και Π. , να πλάσει ιστορίες με τη φαντασία του, ενώ όσα απέδωσε στον κατηγορούμενο δεν ήταν δυνατόν να είναι υποβολιμαία, αφού, για να τα επαναλάβει σε τρίτους, θα χρειαζόταν τη διαρκή παρέμβαση του υποβολέα, δεν θα περιέγραφε δε την εκσπερμάτιση ως ούρηση αλλά ως έκχυση κάποιου άσπρου υγρού.

Συνεπώς, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 20 Μαρτίου του 2006, τις πρωϊνές ώρες, στο βοηθητικό δωμάτιο του κτηνιατρείου του, όπου οδήγησε τον ανήλικο Α. Π.-Γ. , του ζήτησε ν' ανοίξει το στόμα του και να κλείσει τα μάτια του για να παίξουν ένα παιχνίδι και, ακολούθως, αφού κατέβασε το παντελόνι του, υποχρέωσε τον ανήλικο, κτυπώντας τον επανειλημμένα στον αυχένα, να δεχθεί, παρά τη θέλησή του, την εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο στόμα του και να ενεργήσει πεολειχία, λέγοντάς του δε τη φράση "λίγο ακόμα .. λίγο ακόμα", εκσπερμάτισε μέσα σ' αυτό, ενώ ακολούθως, έδωσε στον ανήλικο ένα ποτήρι νερό και ένα σοκολατάκι". Μετά τις παραδοχές αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α'και ε' ΠΚ, για τις πράξεις του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκου νεότερου των 10 ετών, ήτοι του ότι: στην Αθήνα, στις 20-3-2006: Α) από πρόθεση, με σωματική βία, εξανάγκασε άλλον σε επιχείρηση παρά τη θέλησή του ασελγούς πράξεως. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εντός του επί της οδού ... κτηνιατρείου που διατηρούσε, από πρόθεση, με άσκηση σωματικής βίας, κτύπησε με τα χέρια του στον λαιμό (αυχένα) τον πάσχοντα από διάχυτη εξελικτική διαταραχή, ανήλικο παθόντα (γεννηθέντα 11-11-1998) Α. P.-Γ. του A. και της Σ. , την επιμέλεια του οποίου ασκεί μόνη της η μηνύτρια μητέρα του, Σ. Γ. του Χ. -η οποία στο ως άνω χρονικό διάστημα είχε εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο προσωρινά την φύλαξη του ανηλίκου τέκνου της- και με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, εξανάγκασε παρά την θέλησή του τον παθόντα, να επιχειρήσει αναγόμενη στην γενετήσια σφαίρα, αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, τείνουσα υποκειμενικά να ικανοποιήσει την γενετήσια ορμή και επιθυμία του, ασελγή πράξη της πεολειχίας, εισάγοντας δια της βίας το εν στύσει πέος του στο στόμα του παθόντος, όπου και εκσπερμάτωσε. Β) Στον ως άνω τόπο και χρόνο, από πρόθεση και χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 351Α ΠΚ, παραπλάνησε πρόσωπο νεότερο από 15 ετών, το οποίο δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με αποτέλεσμα να ενεργήσει αναγόμενη στην γενετήσια σφαίρα, αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, τείνουσα υποκειμενικά να ικανοποιήσει την γενετήσια ορμή και επιθυμία του κατηγορουμένου, ασελγή πράξη. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 351Α ΠΚ, παραπλάνησε το νεότερο της ηλικίας των 15 ετών, που δεν είχε συμπληρώσει τα 10 έτη, πρόσωπο του πάσχοντος από διάχυτη εξελικτική διαταραχή, ανηλίκου παθόντος (γεν 11-11-1998) Α. P. Γ. του A. και της Σ. , την επιμέλεια του οποίου ασκεί μόνη της η μηνύτρια μητέρα του, Σ. Γ. του Χ. -η οποία στο ως άνω χρονικό διάστημα είχε εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο προσωρινά την φύλαξη του ανηλίκου τέκνου της- με το πρόσχημα δήθεν παιχνιδιού που θα έπαιζαν μεταξύ τους και έτσι αυτός (κατηγορούμενος) γδύθηκε από την μέση και κάτω και στην συνέχεια ο παθών επιχείρησε πεολειχία, ο δε κατηγορούμενος εισήγαγε το εν στύσει πέος του στο στόμα του παθόντος, ο οποίος και ενήργησε την αναγόμενη στην γενετήσια σφαίρα, αντικειμενικά προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, τείνουσα υποκειμενικά να ικανοποιήσει την γενετήσια ορμή και επιθυμία του κατηγορουμένου, ασελγή πράξη της πεολειχίας" και επέβαλε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για κάθε πράξη και συνολικά ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκου με ηλικία κατώτερη των δέκα ετών για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, έτσι ώστε δεν παραβίασε αυτούς εκ πλαγίου. Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο προσάπτονται στην απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αναίρεσης αποδίδει στο δικαστήριο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς αναφέρεται ανελέγκτως μεν σε πραγματικά περιστατικά την ορθότητα των οποίων αμφισβητεί ο αναιρεσείων ως ένα συνονθύλευμα στοιχείων και ως αποτέλεσμα επαγωγικών συλλογισμών μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα όχι μόνο γιατί έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα αυτός υποστηρίζει, αλλά κυρίως με όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία με αποτέλεσμα να οδηγείται σε συμπεράσματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν λογικοί ακροβατισμοί". Η αιτίαση αυτή όμως αναφέρεται σε εσφαλμένη κατά την κρίση του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττεται δηλαδή με αυτή η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, και κατ' ακολουθίαν είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση του Γ. Π. του Κ. και της Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση των 363, 400α, 400β, 401, 402 και 403/2011 αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.