Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
336 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός κοιμώμενου θύματος

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Σ. του Π., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Τριπόλεως, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, περί αναιρέσεως της 21/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 412/2010.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν.1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή αμέσου κα, σπουδαίου κίνδυνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία πάνω στο ίδιο το θύμα, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς την θέλησή του, συνουσία ή να επιχειρήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός, επομένως, του παθόντος μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, η δε απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου πρέπει να στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος. Για την στοιχειοθέτηση, πάντως, του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος, χωρίς, όμως, να αποκλείεται η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Για την κατάφαση δε του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκην το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούληση του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σ' αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στην βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλο στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος (δόλος) περιλαμβάνει, ακόμη, την γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στην τέλεση αυτών.

Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ως άνω αιτιολογία απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Αν ο ισχυρισμός απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδρύεται ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 21/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η εγκαλούσα Μ. χήρα Ι. Α., ηλικίας σήμερα 67 ετών και μητέρα τεσσάρων (4) ενηλίκων τέκνων, κατοικεί μονίμως στη ... και διαβιοί μόνη της σε ιδιόκτητη ισόγεια οικία, που βρίσκεται σε αραιοκατοικημένη περιοχή, στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Νεαπόλεως. Την 18η Ιουλίου 1995 και περί ώρα 23.00 η ανωτέρω, είχε επιστρέψει στην οικία της από το Κέντρο Υγείας Νεαπόλεως όπου εργαζόταν ως καθαρίστρια, και αφού περάτωσε τρέχουσες οικιακές της εργασίες, αποσύρθηκε στο υπνοδωμάτιο της και ξάπλωσε στο κρεβάτι της για να κοιμηθεί, αφήνοντας ανοικτό το παράθυρο του δωματίου, προς αερισμό του, λόγω της μεγάλης ζέστης που επικρατούσε. Προ της κατακλίσεως της ήπιε δύο χάπια, ένα υπνωτικό και ένα παυσίπονο, διότι προ τριμήνου περίπου είχε υποβληθεί σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση (αφαίρεση μήτρας) και η υγεία της δεν είχε πλήρως αποκατασταθεί, αλλά αισθανόταν ενοχλήσεις. Περί ώρα 03.30 περίπου (της 19ης Ιουλίου 1995), ο κατηγορούμενος Φ. Σ. του Π., γεννηθείς το έτος 1960, κάτοικος ..., εισήλθε από το ανοικτό παράθυρο στο υπνοδωμάτιο της Μ. Α., η οποία δεν τον αντιλήφθηκε, αφού είχε ήδη αποκοιμηθεί, και εν συνεχεία έπεσε επάνω της φιλώντας και θωπεύοντας αυτήν σε διάφορα σημεία του σώματός της. Τη στιγμή εκείνη, η παθούσα ξύπνησε σε κατάσταση τρόμου και πανικού και προσπάθησε να αντιδράσει φωνάζοντας και απωθώντας το επ' αυτής σώμα του κατηγορουμένου, τον οποίο λόγω του επικρατούντος σκότους δεν ανεγνώρισε. Ο κατηγορούμενος όμως της έκλεισε το στόμα και αφού της είπε τη φράση " κάτσε μωρή πουτάνα να σε γαμήσω", της κατέφερε αλλεπάλληλα κτυπήματα στο πρόσωπο, στους βραχίονες και την ωμοπλάτη. Έτσι με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και τη χρήση σωματικής βίας, εξουδετέρωσε την αντίσταση της παθούσης και αφού έσκισε το εσώρουχό της, ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της, εισάγοντας το εν στήσει πέος του στο αιδοίο αυτής, χωρίς όμως να επακολουθήσει και εκσπερμάτιση εκ μέρους του, διότι η παθούσα που συνέχισε να αμύνεται και να τον απωθεί, με όσες δυνάμεις διέθετε, επέτυχε, εκμεταλλευόμενη στιγμιαία χαλάρωση της επ' αυτής ασκούμενης βίας του, να διαφύγει και να αναζητήσει καταφύγιο στο σαλόνι της οικίας της, ασφαλίζοντας τη θύρα για να αποκλείσει την είσοδο του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος όμως την κατεδίωξε, υβρίζοντας και απειλώντας αυτήν με τις φράσεις: "πουτάνα θα σε σκοτώσω", "κλείσε το στόμα σου γιατί θα σε σφάξω" κ.λ.π. και αφού έσπασε το τζάμι της προαναφερομένης εσωτερικής θύρας εισήλθε στο σαλόνι της οικίας για να την συλλάβει. Η παθούσα όμως πρόφθασε να διαφύγει και αφού φόρεσε βιαστικά μια ρόμπα που βρήκε μπροστά της εξήλθε της οικία της σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζοντας και καλώντας σε βοήθεια τους γείτονές της, ενώ ο κατηγορούμενος, φοβούμενος πλέον την αναγνώριση και τη σύλληψή του έπαυσε την καταδίωξη της και έσπευσε να εξαφανισθεί από την πίσω πλευρά της οικίας, όπου υπήρχε περιφραγμένος κήπος, και ακολουθώντας αγροτικό χωματόδρομο που οδηγεί στη θάλασσα και στο λιμανάκι της Νεαπόλεως. Κάποιος από τους γείτονες που άκουσαν τις κραυγές και τις εκκλήσεις για βοήθεια της παθούσης ειδοποίησαν το αρμόδιο Α.Τ. Νεαπόλεως, το οποίο και επελήφθη άμεσα της υποθέσεως. Οι αστυνομικοί του ως άνω Τμήματος που κατέφθασαν στον τόπο του αδικήματος, συνάντησαν την παθούσα έξω από την οικία της περιστοιχιζόμενη από κάποιους εκ των γειτόνων της που είχαν σπεύσει σε βοήθειά της. Ήταν έντρομη και ταραγμένη, έφερε εκδορές και μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματής της και γενικά βρισκόταν σε αθλία κατάσταση, που εξεδήλωνε, κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, την προηγηθείσα περιπέτεια της, την οποία και περιέγραψε με λεπτομέρεια και έκδηλη πειστικότητα στους αστυνομικούς, σύμφωνα με την κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, του τότε διοικητού του Α.Τ. Νεαπόλεως και μάρτυρος στην παρούσα δίκη Γ. Μ.. Εν συνεχεία οι αστυνομικοί εισερχόμενοι στην οικία της παθούσης, είδαν τα τζάμια που είχαν σκορπισθεί και στα δύο δωμάτια από το σπασμένο κρύσταλλο της εσωτερικής θύρας και την όλη ακαταστασία που επικρατούσε στο υπνοδωμάτιο και ιδιαίτερα στο κρεβάτι, από το οποίο μάλιστα είχαν αποσπασθεί σανίδες και είχαν πέσει στο δάπεδο, στοιχεία εναρμονιζόμενα πλήρως προς τις διηγήσεις και τις περιγραφές της παθούσης αναφορικά προς την τελεσθείσα σε βάρος της αξιόποινη πράξη του βιασμού. Ακολούθως η παθούσα οδηγήθηκε από τους αστυνομικούς στο Κέντρο Υγείας Νεαπόλεως και υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση από τους ιατρούς Ι. Π. και Σ. Α., οι οποίοι στη συνταχθείσα υπ' αριθμ.πρωτ. Φ/Γ/3/382/19-7-1995 ιατρική τους έκθεση αναφέρουν ότι η παθούσα έφερε κακώσεις περί το αιδοίο, υπεραιμικό κόλπο και κολπικές εκκρίσεις, και ότι στο σώμα της παρατηρήθηκαν σημεία βιαίας επιθέσεως και πάλης, όπως: εκδορές στον αριστερό βραχίονα και στην ωμοπλάτη, εκδορές και μώλωπες στην αριστερή πλευρά του τραχήλου και στους βραχίονες, μεγάλη εκχύμωση στον αριστερό μαστό και οίδημα αριστερού άνω βλεφάρου με σύστοιχο υπόσφαγμα.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά τον εντοπισμό του κατηγορουμένου πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα εξής: Η παθούσα, ως προελέχθη, δεν είδε, λόγω του επικρατούντος σκότους, το πρόσωπο του και δεν μπόρεσε, ως εκ τούτου, να αναγνωρίσει το δράστη της εις βάρος της τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως, ωστόσο περιέγραψε αυτόν ως άνδρα, αθλητικού τύπου, ύψους 1,80 - 1,85 μ., με μακρυά μαλλιά, που φορούσε λευκό αθλητικό μπλουζάκι. Επί πλέον δε στην οικία της παθούσης αλλά και στη διαδρομή που ο κατηγορούμενος ακολούθησε μέχρι τη θάλασσα εντοπίσθηκαν κηλίδες αίματος, προερχομένου προφανώς από τον τραυματισμό του κατά τη θραύση του κρυστάλλου της εσωτερικής θύρας. Τέλος διαπιστώθηκε ότι κατηγορούμενος φορούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, λευκό αθλητικό μπλουζάκι, ενώ την επομένη ημέρα είχε μώλωπες και το χέρι του ήταν δεμένο λόγω τραυματισμού. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω στοιχείων, οι αστυνομικοί οδηγήθηκαν στον κατηγορούμενο, το συμπέρασμά τους δε τούτο επιβεβαιώθηκε και από την επακολουθήσασα έρευνα των δακτυλικών αποτυπωμάτων, από την οποία προέκυψε ότι τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος που βρέθηκε στην εσωτερική ξύλινη επιφάνεια του παραστάτου παραθύρου του υπνοδωματίου της οικίας της παθούσης ταυτίζεται δακτυλοσκοπικώς με το αποτύπωμα του αριστερού παραμέσου δακτύλου του κατηγορουμένου (βλ. υπ' αριθμ. 1048/2/210587-Α/22-7-1995 σήμα της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Ερευνών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως). Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη συνομολογεί την κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο παρουσία του στην οικία της παθούσης, αμέσως μετά την πράξη του εξαφανίσθηκε από την περιοχή και παρά τις συνεχείς αναζητήσεις των αρμοδίων διωκτικών αρχών, επέτυχε να διαφύγει την σύλληψη για χρονικό διάστημα δέκα τριών (13) περίπου ετών και συγκεκριμένα μέχρι την 25-6-2008, οπότε και συνελήφθη στο Κερατσίνι Αττικής σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. 5/11-8-1995 εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτού Γυθείου.

Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν αναλυτικώς ανωτέρω και προέκυψαν με σαφήνεια και πέρα από κάθε αμφιβολία από την αποδεικτική διαδικασία, στοιχειοθετείται πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη του βιασμού και επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω πράξεως, όπως περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό. Κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε, ως προελέχθη, την, κατά τον επίμαχο χρόνο, παρουσία του στην οικία της παθούσης, αρνήθηκε όμως την ενοχή του για την πράξη του βιασμού, ισχυριζόμενος ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την παθούσα και για το λόγο αυτό την επισκεπτόταν στην οικία του 2-3 φορές την εβδομάδα και έμενε μαζί της μέχρι αργά το βράδυ. Στα πλαίσια δε αυτών των συναντήσεών τους εντασσόταν και η επίμαχη επίσκεψή του, κατά την οποία ανακοίνωσε στην παθούσα την πρόθεση του να διακόψουν τις σχέσεις τους, αυτή όμως αντέδρασε και όταν παρά τις προκλήσεις της δεν επέτυχε την μετ' αυτού συνουσία τον έσπρωξε και αυτός έπεσε στην πόρτα, σπάζοντας το τζάμι. Από το θόρυβο που προκλήθηκε άναψαν τα φώτα στο διπλανό σπίτι και τότε αυτή, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί και εκτεθεί στους γείτονες της, τον προέτρεψε να φύγει από το πίσω μέρος της οικίας της. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι παντελώς αβάσιμος και απορριπτέος, αφού αναιρείται από τα γεγονότα που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και παρατέθηκαν ανωτέρω και επί πλέον αντιτίθεται, με βάση τα γεγονότα αυτά αλλά και τις παραδοχές του ιδίου, στα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας. Ειδικότερα δεν συμβιβάζεται με τις αρχές της λογικής και της κοινής πείρας ο ισχυρισμός του ότι η παθούσα του υπέδειξε τον τρόπο διαφυγής για να μη γίνει αντιληπτός και εκτεθεί στη γειτονιά της και την ίδια στιγμή η τελευταία να εξέρχεται σε έξαλλη κατάσταση της οικίας της και να δημοσιοποιεί το πάθημά της στους γείτονές της, ζητώντας βοήθειας. Συγχρόνως δε αυτή ενώ, με την ψευδή καταγγελία της περί βιασμού της, επιδιώκει, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, την ενοχοποίηση τούτου από λόγους εκδικήσεως που δεν έστερξε στην ικανοποίηση των ερωτικών της επιθυμιών και στην εξακολούθηση του ερωτικού τους δεσμού, δεν αποκαλύπτει στις διωκτικές αρχές την ταυτότητα του, ώστε να επιτευχθεί αμέσως η σύλληψή του, αλλά ομιλεί για άγνωστο δράστη, με τα χαρακτηριστικά που προεκτέθηκαν και οδήγησαν τελικώς σε συνδυασμό με τα λοιπά ως άνω στοιχεία στον προσδιορισμό της ταυτότητός του. Επίσης οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν συμβιβάζονται με την άμεση αναχώρησή του από την περιοχή της Νεαπόλεως και την μη επάνοδό του σ' αυτήν, κατά εμφανή τουλάχιστον τρόπο, για το χρονικό διάστημα των δέκα τριών περί ετών που μεσολάβησε μέχρι τη σύλληψή του. Εξάλλου ο ίδιος ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του στην πρωτόδικη δίκη, δεν επικαλέσθηκε ερωτικό του δεσμό με την παθούσα, αλλ' ισχυρίσθηκε ότι την επισκέφθηκε στην οικία της προκειμένου να εισπράξει παρ' αυτής το οφειλόμενο τίμημα ψαριών που της είχε πωλήσει στο παρελθόν, διότι είχε ανάγκη των χρημάτων, αφού τις ημέρες εκείνες θα γεννούσε η σύζυγό του και ότι κατά την παραμονή του στην οικία της η ποθούσα τον προκάλεσε να έλθει σε σαρκική συνάφεια μαζί της, αλλ' αυτός αντέδρασε και έφυγε.

Αξιομνημόνευτη τέλος, ως αναιρετική των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, είναι και η κατάθεση του προειρημένου μάρτυρος κατηγορίας Γ. Μ., Διοικητού τότε του Α,Τ. Νεαπόλεως, ο οποίος έφθασε αμέσως στον τόπο του αδικήματος, και από την εμφάνιση της παθούσης, την επικοινωνία που είχε μαζί της και από την εικόνα που αντίκρυσε εισερχόμενος στην οικία αυτής, σχημάτισε, με βάση και την πολυετή εμπειρία του ως αστυνομικού, την πεποίθηση ότι οι καταγγελίες της παθούσης ανταποκρίνονται στην αλήθεια και απέκλεισε το ενδεχόμενο οποιασδήποτε σκηνοθεσίας εκ μέρους της σε βάρος του κατηγορουμένου. Η κατάθεση δε τούτου, αλλά και της παθούσης ενισχύονται και από τα ευρήματα των ιατρών, κατά την εξέταση της παθούσης και ειδικότερα από τις αμυχές και λοιπές σωματικές της κακώσεις, που προκλήθηκαν εξαιτίας της επιθέσεως που υπέστη και μνημονεύονται στην προδιαληφθείσα ιατρική έκθεση. Περαιτέρω δε η μη αναφορά στην εν λόγω έκθεση ότι ανευρέθη ανδρικό σπέρμα στον κόλπο της παθούσης, συνάδει πλήρως προς το γεγονός, που ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, ότι δηλαδή η παθούσα κατόρθωσε να διαφύγει πριν ο κατηγορούμενος εκσπερματίσει στον κόλπο αυτής, όπου βιαίως είχε εισαγάγει το εν στήσει πέος του. Επίσης η μνεία στην ιδία έκθεση ως ευρημάτων της ιατρικής εξετάσεως υπεραιμικού κόλπου και κολπικών εκκρίσεων, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση ενισχυτικό στοιχείο των απόψεων του κατηγορουμένου ότι δηλαδή η παθούσα επεδίωξε την μετ' αυτού συνουσία, την οποία ο ίδιος αρνήθηκε και δεν προέβη σε οποιαδήποτε βιαία ενέργεια σε βάρος της. Τούτο δε διότι τα αίτια του υπεραιμικού κόλπου και των κολπικών εκκρίσεων ποικίλλουν και δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκην με την ερωτική προδιάθεση και διέγερση της παθούσης, πολύ δε περισσότερο που η τελευταία, ως προελέχθη, είχε προσφάτως υποβληθεί σε ολική αφαίρεση μήτρας και τελούσε υπό θεραπευτική αγωγή. Αλλά και υπό την εκδοχή ακόμη ότι συνέτρεξε και ερωτική διέγερση της παθούσης , δεν αναιρείται η πράξη του βιασμού , αφού δεν προκύπτει ότι αυτή ήταν προϊόν ελευθέρας θελήσεως και επιλογής της, αλλά προκλήθηκε από τη βιαία εισαγωγή στον κόλπο της του εν στήσει πέους του κατηγορουμένου. Επομένως το αίτημα του τελευταίου να κληθεί γυναικολόγος από Δημόσιο Νοσοκομείο για να διευκρινίσει τις πιθανές αιτίες του υπεραιμικού κόλπου και των κολπικών εκκρίσεων της παθούσης, τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο, δεδομένου ότι το επίμαχο ζήτημα δεν κρίνεται, ενόψει των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, καθοριστικό για την πληρεστέρα διαφώτιση και διάγνωση της υποθέσεως, διότι ανεξαρτήτως της αιτίας των ως άνω ευρημάτων η πράξη του βιασμού είναι δεδομένη, αφού θεμελιώνεται με πληρότητα και ασφάλεια στα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν αναλυτικώς ανωτέρω και προέκυψαν με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή της παρούσης. Επίσης, με βάση τα στοιχεία αυτά ελέγχεται ως αβάσιμος και ο περί υπαναχωρήσεως ισχυρισμός του κατηγορουμένου (άρθρο 44 του Κ.Π.), αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί απόπειρας, η οποία μάλιστα δεν ολοκληρώθηκε με τη βούληση του κατηγορουμένου, αλλά περί τετελεσμένου εγκλήματος βιασμού, όπως ιστορείται και περιγράφεται λεπτομερώς ανωτέρω. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πράξη του δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του βιασμού αλλά της καταχρήσεως σε ασέλγεια, διότι, με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η παθούσα κοιμόταν μεν κατά την είσοδο του κατηγορουμένου στην οικία της, όταν όμως αυτός έπεσε επάνω της στο κρεβάτι και άρχισε να την θωπεύει ξύπνησε και προέβαλε σθεναρά αντίσταση. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν επέτυχε την μετ' αυτής συνουσία, εκμεταλλευόμενος την ανικανότητά της να αντισταθεί, λόγω του ύπνου και της επήρειας των υπνωτικών φαρμάκων, όπως αβασίμως ο ίδιος διατείνεται, αλλά κάμπτοντας με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και τα πλήγματα που της κατέφερε την προβληθείσα εκ μέρους της σθεναρά αντίσταση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί καταχρήσεως σε ασέλγεια.

Εξάλλου στον κατηγορούμενο πρέπει, κατά το βάσιμο σχετικό του αίτημά του, να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του το γεγονός ότι κατά το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τη σύλληψή του δεν αποδείχθηκε η διάπραξη εκ μέρους του οποιασδήποτε άλλης αξιοποίνου πράξεως, αλλ' αντιθέτως προέκυψε ότι εργαζόταν συστηματικά και φρόντιζε την οικογένειά του και η εν γένει συμπεριφορά του ήταν σύννομη και κοινωνική. Αντιθέτως το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί επί πλέον και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' του Π.Κ. τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο κηρύσσεται ένοχος, ο ατομικός, οικογενειακός, επαγγελματικός και κοινωνικός εν γένει βίος του υπήρξε έντιμος. Αντιθέτως μάλιστα από το αντίγραφο ποινικού μητρώου αυτού, αποδεικνύεται, ότι αυτός τουλάχιστον μέχρι το έτος 1993 είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά και είχε καταδικασθεί επανειλημμένως σε ποινές φυλακίσεως για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και βιασμός, τον οποίον όμως ετέλεσε ενώ ήταν ανήλικος". Μετά από αυτά, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών.

Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 336 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, κατέλαβε την παθούσα κοιμώμενη και αφενός χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και αφετέρου ασκώντας σωματική βία με χτυπήματα και απειλές, έκαμψε την αντίσταση της παθούσης και ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Η προβολή αντιστάσεως από μέρους της παθούσης προκύπτει από την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος την χτύπησε επανειλημμένα στο πρόσωπο, στους βραχίονες και στην ωμοπλάτη, όπως διαπιστώθηκε και από την ιατροδικαστική εξέταση, στα ίδια δε ως άνω περιστατικά στηρίζει και το Δικαστήριο την κρίση του ότι η συνουσία δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής της παθούσης, αλλά εξαναγκασμού από μέρους του κατηγορουμένου. Περαιτέρω το Δικαστήριο αξιολογεί και την ανεύρεση στον κόλπο της παθούσης υπεραιμίας και κολπικών εκκρίσεων, δεχόμενο ότι τα ευρήματα αυτά δεν μαρτυρούν αναγκαίως και συναίνεση αυτής για τη συνουσία, η οποία συναίνεση δεν υπήρξε αφού η παθούσα, κατά τις άνω παραδοχές, συνέχισε να αντιστέκεται και τελικώς ξέφυγε από τον κατηγορούμενο πριν αυτός εκσπερματώσει και κλειδώθηκε στο σαλόνι, όταν δε αυτός έσπασε το τζάμι της διαχωριστικής πόρτας, η παθούσα βγήκε από το σπίτι σε έξαλλη κατάσταση, καλώντας σε βοήθεια τους γείτονες. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο απέρριψε: α) το αίτημα των συνηγόρων του κατηγορουμένου να κληθεί γιατρός γυναικολόγος για να εξηγήσει αν συμβαδίζει η υπεραιμία του κόλπου και οι κολπικές εκκρίσεις με έλλειψη συναινέσεως της παθούσης για τη συνουσία και συνεπώς με βιασμό, β) τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί υπαναχωρήσεως αυτού από την πράξη η οποία δεν ολοκληρώθηκε αλλά παρέμεινε σε απόπειρα και γ) τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η παθούσα, επειδή κοιμόταν, ήταν ανίκανη για αντίσταση στη συνουσία και ότι έτσι δεν στοιχειοθετείται βιασμός, αλλά κατάχρηση σε ασέλγεια. Η αιτιολογία της απόρριψης του ανωτέρω αιτήματος και των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, η οποία αναφέρθηκε συνοπτικά ανωτέρω και αναφέρεται αναλυτικά στο προεκτεθέν αιτιολογικό της απόφασης, είναι η απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη.

Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί ελλιπούς αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς τη στοιχειοθέτηση του βιασμού, είναι αβάσιμες και επίσης είναι αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Τέλος, από το προαναφερθέν αιτιολογικό της αποφάσεώς του, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου μόνο για την απόρριψη του ισχυρισμού του για συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2α του ΠΚ και όχι για την κρίση περί ενοχής αυτού, την οποία είχε δεχτεί και αιτιολογήσει πριν ασχοληθεί με το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμη η αντίθετη αιτίαση του κατηγορουμένου για απόλυτη ακυρότητα, επειδή λήφθηκε υπόψη το ποινικό μητρώο του για την κρίση περί ενοχής του (άρθρ. 171 §1δ του ΚΠΔ) και επίσης είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, που στηρίζεται στην αιτίαση αυτή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της (αίτηση και πρόσθετοι λόγοι) και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2009 αίτηση και τους από 16-4-2010 πρόσθετους λόγους του Φ. Σ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ