Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
336 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός κατ΄εξακολούθηση

 

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη - Εισηγητής, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Γ. Δ. του Δ., κάτοικο ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.839/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως αυτό διορθώθηκε με το 1225/2009 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ν. Κ. του Αριστείδη, κάτοικο ....

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1145/2009.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 384/24.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 957/2008 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Γ. Δ. για βιασμό κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τέλεσε από Μάρτιο 2006 έως μέσα [αρχές] του μηνός Απριλίου 2007 σε βάρος της Ν. Κ., που γεννήθηκε στις 10-7-1990. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις τόσο η άνω φερόμενη παθούσα όσο και οι γονείς αυτής Α. Κ. και Μ. Τ. και δη τις υπ' αριθμ. 184,185 και 186/2008 εφέσεις, το δε συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμ. 839/22-5-2009 βούλευμά του - που διορθώθηκε με το 1225/2009 βούλευμα του αυτού συμβουλίου - αφού απέρριψε ως απαράδεκτες τις δύο τελευταίες εφέσεις - διότι ασκήθησαν, από πρόσωπα που δεν νομιμοποιούνται στην άσκησή τους ως έμμεσα ζημιωθέντες - έκανε [με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην πρόταση του εισαγγελέα Εφετών] τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση της πρώτης και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για να δικαστεί για την παραπάνω πράξη. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε, στον κατηγορούμενο στις 21-7-2009 και κατ' αυτού άσκησε στις 15-7-2009 - ήτοι προς της ως άνω επιδόσεώς του - ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 147/2009 αναίρεση δια του δικηγόρου Αθηνών Κων/νου Αγγελόπουλου ως ειδικού πληρεξουσίου με βάση την από 15-7-2009 εξουσιοδότησή του, στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο Αθηνών, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: Υπέρβαση εξουσίας, διότι η εκκαλούσα ήταν ανήλικη κατά το άρθρο 127 ΑΚ και δεν είχε δικαίωμα εφέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας α) σε σχέση με την μη αναγραφή στην οικεία έκθεση εφέσεως συγκεκριμένους λόγους εφέσεως. β) σε σχέση με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις ενδείξεις ενοχής του - δεδομένου ότι οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και είναι ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας, της απολογίας του και των υπομνημάτων του, αντίκεινται δε [οι παραδοχές] στη κοινή πείρα και λογική τέλος διότι δεν αξιολογεί τα υπομνήματά του και τα αναφερόμενα σ' αυτά έγγραφα και την 199/2007 παιδοψυχιατρική έκθεση. ΙΙ) Επειδή προ πάσης έρευνας της βασιμότητας των λόγων ένδικου τινός μέσου πρέπει να έχει ερευνηθεί και κριθεί καταφατικά ότι τούτο ασκήθηκε από πρόσωπο που έχει δικαίωμα ασκήσεώς του, δεδομένου ότι, στην αντίθετη περίπτωση, δηλ. της ασκήσεώς του από πρόσωπο που δεν δικαιούται σ' αυτήν είναι και πρέπει να κηρυχθεί τούτο απαράδεκτο, διότι άλλως υπάρχει υπέρβαση εξουσίας - βλ. άρθρα 476§1, 484§1 περ. ζ, Κ.Ποιν.Δ. Ειδικώτερα, όταν το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά βουλεύματος ασκεί ο πολιτικώς ενάγων ερευνάται, για το τυπικά θεμητόν αυτού για την άσκησή του με την άνω ιδιότητα, "αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτήν και δεν έχει αποβληθεί (άρθ.82-88)-" Επομένως πρέπει να καταφαθεί η άνω προϋπόθεση η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως [βλ. ΑΠ 48/2007, ΑΠ] αφού πρόκειται διαδικαστική προϋπόθεση. Έτσι αυτός που δικαιούται να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής πρέπει να το δηλώσει νομότυπα [βλ. ΑΠ 532/2001, ΑΠ 1236/98 κ.α.]. Έστω και αν δεν απεβλήθη της ποινικής διαδικασίας ως τέτοιος [βλ. ΑΠ 5/94 ολ. κ.α]. Ειδικώτερα δε κατά το άρθρο 82§2 Κ.Ποιν.Δ. "οι ανήλικοι [και όσοι άλλοι ανίκανοι] παρίστανται με τους νομίμως αντιπροσώπους τους σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του αστικού κώδικα". Από την διάταξη αυτή σε - συνδυασμό με το άρθρο 68§2 Κ.Ποιν.Δ. - σαφώς προκύπτει ότι ο ανήλικος δεν μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ως πολιτικώς ενάγων στην προδικασία για έγκλημα που τελέστηκε σε βάρος του [βλ. ΑΠ 1409/80, ΑΠ 36/65 Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. Α σελ.132 κειμ. και σημ. 2 πρ. βλ. ΑΠ 366/68, ΑΠ 433/2003, ΑΠ1142/98, ΑΠ 1864/84 Καρρά - Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (2007) σελ. 440] αλλά μόνο διά του νομίμου αντιπροσώπου του. Να σημειωθεί εδώ ότι η διάταξη του άρθρου 68§2 ΚΠΔ αναφέρεται στο ακροατήριο [βλ. απ 784/2007 απ 1409/80 κ.α.]. Η ανηλικότητα εδώ λαμβάνεται υπόψη με την έννοια του ΑΚ [άρθρο 128 ΑΚ] - βλ. και Μαργαρίτη ΚΠΔ (2008) σελ. 172 ΝΟ 7 ΙΙΙ) Επειδή για την έρευνα του άνω πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αναγκαία η προσφυγή σε έγγραφα που συνάπτονται με τον λόγον αυτόν. Συγκεκριμένα :Από το σκεπτικό αλλά και το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος σαφώς προκύπτει ότι η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από Μαρτίου 2006 έως Απριλίου 2007 σε βάρος της Ν. Κ. που γεννήθηκε την 10-7-1990, ήτοι κατά το χρόνο τελέσεως ήταν 15 ετών και 3 μηνών έως 16 ετών και 2 μηνών, ήτοι ανήλικη κατά το άρθρο 127 ΑΚ• Η ίδια άσκησε την υπό κρίση έφεση στις 17-4-2008 δια πληρεξουσίου με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας [βλ. την 184/17-4-2008 έκθεση εφέσεως], ήτοι 17 ετών 8 μηνών περίπου. Ναι μεν η ίδια η εκκαλούσα δεν προκύπτει ότι προ της εκδόσεως του εφετειακού βουλεύματος είχε προβεί καν σε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής αφενός [πράγμα που δε θα ήταν το νόμιμο, όπως ελέχθη] και αφετέρου κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως ήταν ανήλικη κατά το άρθρο 127 ΑΚ• Το πρώτον γίνεται σχετική δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής της αμέσως παθούσης στο από 8-5-2008 υπόμνημα αυτής [που εγχειρίστηκε στις 13-5-2008] και προς υποστήριξη της άνω εφέσεως ήτοι μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου με την έφεση βουλεύματος, όμως οι γονείς αυτής Α. Κ. και Μ. Τ. προέβησαν έκαστος στις από 26-4-2007 κατάθεσής τους - αντίστοιχα - ενώπιον της ανακρίτριας του 21ου τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς σε νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους. Έτσι αυτή [και όχι οι δηλώσαντες] είχε αποκτήσει νομότυπα την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας στη προδικασία. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 465§1 Κ.Ποιν.Δ. "Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1". Από αυτή τη διάταξη σαφώς συνάγεται ότι δεν κάνει καμιά διάκριση του διαδίκου. Ήτοι αν είναι ανήλικος κλπ. Επομένως, εκτός των εξαιρέσεων της §2 του αυτού άρθρου [που δεν πρόκειται εδώ] ο διάδικος μόνος του ή με αντιπρόσωπο μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο, έστω και αν είναι ανήλικος [βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 135, Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ (1977) σελ 120, Δέδε Ποινική Δικονομία (1983) 566 σημ. 4, Στάϊκο υπό 465 σελ. 181]. Ενόψει των ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. IV Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 474§2 ΚΠΔ - που αποτελεί γενική αρχή και ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα συνεπώς και επί αναιρέσεως και εφέσεως - "στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, και δη κατά τρόπον σαφή και ορισμένο. - βλ. ΑΠ 266/96 κ.α. - πράγμα άλλωστε, που δικαιολογεί και τον σκοπό ασκήσεως του ένδικου μέσου. Έτσι προκειμένου περί εφέσεως κατά βουλεύματος και δεδομένου ότι το Εφετείο επιλαμβάνεται της ουσίας της υπόθεσης ο λόγος εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο συμβούλιο είναι σαφής και ορισμένος χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και ειδική αναφορά στα στοιχεία που εκτιμήθησαν σαν λαθεμένα [βλ. και ΑΠ 88/2003, ΑΠ 1912/84, ΑΠ 15/87 Ολ., ΑΠ 1806/2001, ΑΠ 1085/2007, ΑΠ 154/2006, ΑΠ 1499/2005 κ.α.]. Έτσι και κατά τον Κ.Πολ.Δ. βλ. ΑΠ 411/2007 ΝΟΒ 2007.2119. ʼλλως όμως επί αναιρέσεως ως εκ της φύσεως αυτής. Μάλιστα δε ο άνω λόγος εφέσεως για "κακή εκτίμηση των αποδείξεων" συνεπάγεται καθολική κρίση της υποθέσεως από το εφετείο - βλ. και ΑΠ 509/71, ΑΠ 1511/2005, ΑΠ 1617/2007, ΑΠ 2165/2007 κ.α.,Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 247 ΝΟ 4. Επειδή από το κείμενο της υπό κρίση εφέσεως προκύπτει ότι ο λόγος αυτής συνίσταται στο ότι "δεν εκτιμήθησαν ορθώς οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και το Συμβούλιο Πλημ/κών αποφάσισε να μην γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου...". Ενόψει των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή ο ʼρειος Πάγος - με την αναίρεση - ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος και δεν μπορεί να εισέλθει σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, περί των οποίων κρίνει ανέλεγκτα το συμβούλιο της ουσίας, αφού δεν είναι τρίτου βαθμού συμβούλιο ουσίας, γι' αυτό δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η κακή εκτίμηση των αποδείξεων - βλ. ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.α. Δεν ελέγχεται με άλλες λέξεις η περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του συμβουλίου - βλ. ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 298/2004, ΑΠ 455/2003 Ορ. ούτε εάν εκ της αναιρέσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε το συμβούλιο βλ. ΑΠ 86/82 κ.α. Έτσι η υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας υποκρύπτεται πολλάκις η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων [πρ. βλ. ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 533, ΑΠ 1580/2002 κ.α.]. Έτσι και η κατά τον αναιρεσείοντα αναφορά ότι τα δεκτά γενόμενα δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό - βλ. ΑΠ 1542/2006, ΑΠ 380/2006 - και δη από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο - βλ. ΑΠ 2217/2007, η διαφορετική από αυτόν αποδεικτική εκτίμηση των καταθέσεων κλπ. [βλ. ΑΠ 735/2007, ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 425/2008 κ.α. Γι' αυτό και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία επί υπερασπιστικών των ισχυρισμών.[βλ. ΠΧ ΑΠ 1281/85, ΑΠ 1617/85, ΑΠ 1187/88 κ.α. αφού αυτοί απορρίπτονται εκ του πράγματος από τα δεκτά γενόμενα. Ενόψει των ανωτέρω ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος αλλά και αβάσιμος, αφού σε σχέση με την αναφορά των πραγματικών περιστατικών σημασία έχει εάν αυτά εμπίπτουν στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ήτοι εδώ του άρθρου 336 Ποιν. Κ., [βλ. ΑΠ 660/2007], πράγμα που και όντως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.[ βλ. σκεπτικό - αιτιολογικό], το οποίο δεν επαναλαμβάνουμε εδώ ενόψει και των λόγων αναίρεσης, το δε σκεπτικό καθόλου δεν αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου. Από το σκεπτικό σαφώς προκύπτει ότι εκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, μεταξύ των οποίων και την ρητώς αναφερόμενη παιδοψυχιατρική έκθεση - που αποτελεί έγγραφο - και "τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν" [βλ. μόνο ΑΠ 2/2003 Ολ.]. Να υπενθυμίσουμε ότι το συμβούλιο Εφετών επιλήφθη μετά από έφεση της πολιτικώς ενάγουσας. Έτσι δεν υπήρξε στάδιο προσκομίσεως εγγράφων από τον κατηγορούμενο, ούτε γίνεται τέτοιος ισχυρισμός. Τέλος, σε σχέση με τους κανόνες της κοινής πείρας - λογικής - που δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων [πρ. βλ. ΑΠ 561§1 Κ.Πολ.Δ. και ΑΠ 1829/2006 τμ. Δ ΑΠ 956/2007 τμ. Β2, ΑΠ 86/54 Π.Χρ. Δ324, Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ Τομ. β σελ. 196 σημ.3] - πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο έχει να κάνει με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει. Να σημειωθεί εδώ, για την ολοκλήρωση του θέματος ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αποτέλεσμα συνδυασμού σκεπτικού - διατακτικού. Και ναι μεν εμφανίζεται εδώ κατ' αρχήν το σκεπτικό να περιορίζεται στην έκθεση των εκατέρωθεν απόψεων, δηλ. του κατηγορουμένου και της παθούσης, σε συνδυασμό με τις εκδοχές του πρωτόδικου βουλεύματος, πλην όμως στη συνέχεια λαμβάνει σαφή θέση και δη με την έννοια των επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή υπέρ των απόψεων της παθούσης και όπως αυτή περιγράφει τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στις καταθέσεις - σε συνδυασμό με την κριτική που ασκείται στις παραδοχές του πρωτόδικου βουλεύματος - και δέχεται ότι "η ορθή των πραγμάτων αξιολόγηση μάλλον άγει στην αντιστροφή των ρόλων δράστη και παθούσης" σε σχέση με την παραδοχή του πρωτόδικου βουλεύματος και εξηγεί, στη συνέχεια, γιατί έτσι έχουν τα πράγματα, και οι λεπτομέρειες περιέχονται στο διατακτικό. Το διατακτικό συνεπώς αποτελεί το αποτέλεσμα των σκέψεων και παραδοχών του σκεπτικού. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 147/2009 αναίρεση του Γ. Δ. κατά του υπ' αριθμ. 839/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14-10-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 480 ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο κατά το άρθρο 63 του ιδίου Κώδικος νομιμοποιούμενος να παραστεί στην ποινική διαδικασία ως πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, εφόσον πριν από την έκδοση του βουλεύματος αυτού δήλωσε νομότυπα, τηρώντας τις διατυπώσεις των άρθρων 83 και 84 του ΚΠΔ, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και δεν έχει αποβληθεί. Το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο ερευνά αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της εφέσεως, ερευνά, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 87 ΚΠΔ, τα στοιχεία νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος (εκκαλούντος) και την κατά τρόπο νομότυπο γενομένη εκ μέρους του δήλωση πολιτικής αγωγής. Σε σχέση με τις διατυπώσεις και το περιεχόμενο της δηλώσεως πολιτικής αγωγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η δήλωση πολιτικής αγωγής, η οποία, επί ποινή απαραδέκτου, πρέπει να περιέχει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία γίνεται η παράσταση πολιτικής αγωγής, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, καθώς και τον διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου αν αυτός που κάνει την δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί, γίνεται είτε με την έγκληση, είτε με άλλο έγγραφο, έως την περάτωση της ανακρίσεως, προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα αυτοπροσώπως, είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδάφ. β' και γ' ΚΠΔ. Η δήλωση αυτή μπορεί να γίνει και σ' αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, ακόμη και κατά τον χρόνο που εξετάζεται ως μάρτυρας αυτός που δικαιούται να προβεί σε αυτήν. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι από την έκθεση που συντάχθηκε για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να προκύπτει η ιδιότητα, η οποία νομιμοποιεί τον εκκαλούντα για την άσκησή του. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 παρ. 2 και 82 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι ανήλικοι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες στην προδικασία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από αδικοπραξία, με βάση το άρθρο 932 ΑΚ, εκπροσωπούμενοι από τους νομίμους αντιπροσώπους τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του αστικού δικαίου. Κατά δε το άρθρο 1510 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του ν. 1329/1983 "Κύρωση ως Κώδικα του Σχεδίου Νόμου". Εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητος ανδρών και γυναικών στον Αστικό Κώδικα, τον Εισαγωγικό νόμο, την Εμπορική Νομοθεσία και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και μερικός εκσυγχρονισμός των διατάξεων του Αστικού κώδικα που αφορούν το Οικογενειακό Δίκαιο, οι ανήλικοι εκπροσωπούνται στη διοίκηση της περιουσίας των και σε κάθε δίκη που τους αφορά από κοινού από τους γονείς τους , οι οποίοι ασκούν την γονική μέριμνα. Μόνον σε περίπτωση θανάτου, κηρύξεως σε αφάνεια, εκπτώσεως, πραγματικής αδυναμίας ή ανικανότητας ολικής ή μερικής του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠΔ, ορίζουσα ότι "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1", συνάγεται ότι ο διάδικος αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου μπορεί να ασκήσει το παρεχόμενο σ' αυτόν από τον νόμο ένδικο μέσο, έστω και αν είναι ανήλικος. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, θεσπίζουσα γενική αρχή διέπουσα την άσκηση όλων των ενδίκων μέσων, ορίζουσα ότι "στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, και δη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο", συνάγεται ότι επί εφέσεως κατά βουλεύματος, διά της οποίας προβάλλεται η πλημμελής εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός της εφέσεως, δεν είναι αναγκαία και η περαιτέρω εξειδίκευση του ουσιαστικού σφάλματος υπό την έννοια της αναλύσεως του αποδεικτικού υλικού και της ειδικής αναφοράς στα στοιχεία που εκτιμήθηκαν ως εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι διά του υπ' αρίθμ. 957/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εκρίθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση εις βάρος της ανηλίκου Ν. Κ., γεννηθείσης στις 10/7/1990. Διαρκούσης της ανακρίσεως, οι νομίμως εκπροσωπούντες την εν λόγω παθούσα γονείς της Α. Κ. και Μ. Τ., με νομότυπη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, στην οποία προέβησαν επ' ονόματι και για λογαριασμό της άνω ανηλίκου θυγατέρας των, περιεχομένη στις από 26/4/2007 καταθέσεις των ενώπιον της ανακρίτριας του 21ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, εδήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για την παθούσα προς επιδίκαση σ'αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που της προξενήθηκε από την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Επομένως, η παθούσα διά της εν λόγω δηλώσεως των γονέων της, κατά το στάδιο της προδικασίας, που νομίμως την εκπροσωπούσαν, προσέλαβε την ιδιότητα του διαδίκου ως πολιτικώς ενάγουσα, δικαιουμένη εντεύθεν στην άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά του ανωτέρω βουλεύματος . Η τελευταία άσκησε την υπ' αριθμ. 184/2008 έφεση κατά του βουλεύματος αυτού, στην οποία ως λόγος εφέσεως αναφέρεται, όπως προκύπτει από την οικεία έκθεση περί της ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, συνισταμένη στο ότι "δεν εκτιμήθηκαν ορθώς οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανάκριση και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάσισε να μην γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου...". Υπό τα άνω περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το να μην απορρίψει την ανωτέρω έφεση ως απαράδεκτη γιατί α) η εκκαλούσα δεν έλαβε νομίμως κατά το στάδιο της προδικασίας την ιδιότητα της πολιτικώς εναγούσης και επομένως δεν εδικαιούτο στην άσκηση της εφέσεως κατά του άνω απαλλακτικού βουλεύματος και β) γιατί στην έκθεση της εφέσεως δεν αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι αυτής και ότι εκ του λόγου τούτου ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, αφού η εκκαλούσα διά της νομοτύπως γενομένης δηλώσεως των κατά νόμο νομίμων αντιπροσώπων γονέων της περί παραστάσεως πολιτικής αγωγής επ' ονόματί της, προσέλαβε την ιδιότητα της διαδίκου κατά το στάδιο της προδικασίας, η ίδια δε, και ως ανήλικη, εδικαιούτο αυτοπροσώπως να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά του ανωτέρω απαλλακτικού βουλεύματος, στην δε έκθεση της εφέσεως επαρκώς διατυπώθηκε ο λόγος αυτής, αναγόμενος στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, οι περί του αντιθέτου για υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ζ' του ΚΠΔ διαλαμβανόμενες αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

ΙΙ. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 336 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1414/1984, "'Οποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε με δύο ή με περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο χωρίς την θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς την θέλησή του εξώγαμη συνουσία ή να υποστεί ή επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με δύο τρόπους , δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνομένη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετησίας επιθυμίας, διακρινομένη από την συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος εγκείμενος στην θέληση του δράστου, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει την γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Τέλος, έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, θεμελιούντα αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία τούτο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με τις οποίες τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική, κατά το είδος, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται τι προέκυψε κεχωρισμένως από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από το βούλευμα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά. Κατά δε το άρθρο 484 παρ.1 εδ.β' ΚΠΔ, συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα, κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα περιστατικά που εδέχθη, ως προκύψαντα εκ των αποδείξεων, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ʼρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήσσεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 839/2009 παραπεμπτικό βούλευμα, που διορθώθηκε με το 1225/2009 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, με επιτρεπτή αναφορά στη πρόταση του εισαγγελέως, εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από την εκτίμησή των, κατά το είδος αναφερομένων στην πρόταση αυτή, αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η παθούσα Ν. Κ., μαθήτρια Β' Τάξης του Λυκείου, όταν προσήλθε την 17.04.2007, στο Τμήμα Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΔΑΑ/ΥΔΟΕΕΑΗ/5ο Τμήμα, ανήλικος ούσα, αφού γεννήθηκε την 10.07.1990, καταχωρεί λεπτομερώς, στην με ίδια ημερομηνία, χωρίς όρκο κατάθεσή της την αναπτυχθείσα ερωτική σχέση της με τον κατηγορούμενο Γ. Δ. Δ., παντρεμένο με την Φ. Σ., πατέρα ενός ανηλίκου τέκνου γεννηθέντα την 16.5.1961, όπως προκύπτει από την 24.4.2007 απολογία του, αν και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι "από το 2000 είναι ουσιαστικά χώρια με την σύζυγο του, αλλά για χάρη του παιδιού του μέχρι και το 2005 παρέμενε στην οικία του". Περιγράφει την αρχή της γνωριμίας τους από το έτος 2000, εξαιτίας του ότι ο αδελφός της ήταν συνομήλικος με τον γιό του κατηγορουμένου και πήγαιναν στο ίδιο νηπιαγωγείο με συνέπεια να αναπτυχθούν μεταξύ των δύο οικογενειών σχέσεις με ανταλλαγή επισκέψεων. Το έτος 2005 και συγκεκριμένα την 3.12.2005, η παθούσα, η οποία τότε διένυε το 16° έτος της ηλικίας της- ήταν δεκαπέντε ετών και πέντε μηνών- μετέβη στο σπίτι του κατηγορουμένου για να παραλάβει τον αδελφό της, οπότε αυτός συζητώντας μαζί της, πρότεινε βόλτα στα Εξάρχεια την ερχόμενη Παρασκευή 9.12.2005 και αντάλλαξε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του με τον δικό της. Η παθούσα δεν αρνείται ότι ο κατηγορούμενος "της άρεσε ως άντρας", είχε κάποιες επιφυλάξεις επειδή ήταν παντρεμένος αλλά μετά την ανακοίνωση του ότι ο γάμος του δεν πάει καλά πείστηκε να δημιουργήσει σχέση μαζί του. Στη συνέχεια της κατάθεσης της η παθούσα εκθέτει ότι τους δύο πρώτους μήνες ο κατηγορούμενος ήταν τρυφερός μαζί της, ότι υπήρχαν συναντήσεις τους στο ξενοδοχείο ʼλφα, κοντά στο Αιγάλεω, στο σπίτι του κατηγορουμένου όταν έλειπε η γυναίκα του, ο γιος του και η πεθερά του και στο σπίτι της παθούσης, όταν έλειπαν οι δικοί της, πλην όμως από τον Μάρτιο του έτους 2006, άλλαξε η συμπεριφορά του, γινόταν βίαιος απέναντι, με τον καιρό ακόμη περισσότερο, ενώ μία από τις φορές που πήγαν στο ξενοδοχείο, είχε φέρει μαζί του φωτογραφική μηχανή "όπου με τον τρόπο του κατάφερε να την φωτογραφήσει γυμνή, επειδή ήξερε ότι τον φοβόταν όταν άρχιζε να της φωνάζει γνωρίζοντας ότι με αυτή την συμπεριφορά του θα την καθήλωνε". Επίσης, συνεχίζει η παθούσα, "αφού είχε βρει τον τρόπο να την εξουσιάζει, γνωρίζοντας πλέον ότι έχει τις γυμνές φωτογραφίες της, δύο άλλες φορές στο ξενοδοχείο Άλφα την βιντεοσκόπησε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε μαζί του τοποθετώντας την κάμερα πάνω σ' ένα έπιπλο του δωματίου ενώ της έκανε έρωτα, όπως έγινε και στη δεύτερη φορά". Το υλικό αυτό είναι καταχωρημένο στον ψηφιακό δίσκο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν αρκέστηκε στην καταγραφή των ερωτικών στιγμών του με την ανήλικη παθούσα αλλά προχώρησε στην ψηφιακή αναπαραγωγή αυτού του υλικού, καταχωρώντας το σε υλικό φορέα ήχου και εικόνας. Όπως δε προκύπτει η βιντεοσκόπηση αυτή έγινε την 23.9.2006, πάντως όχι σε αδιευκρίνιστο χρονικό σημείο, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο Βούλευμα, καθ' όν χρόνο ο κατηγορούμενος είχε και την ιδιότητα του Προέδρου του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 19ου Δημοτικού Σχολείου Περιστερίου (από 18.12.2002 μέχρι και 21.12.2006, όπως προκύπτει και από την σχετική βεβαίωση της Διευθύντριας Ε. Κ), ενώ η παθούσα διένυε το 16° έτος της ηλικίας της. Η διαφοροποίηση της ερωτικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, όπως περιγράφεται στην ανωτέρω χωρίς όρκο κατάθεση της παθούσας άρχισε όταν "της έκανε έρωτα κάθε άλλο παρά φυσιολογικά τις περισσότερες φορές". Όταν έσφιγγε την ζώνη της στο λαιμό της τόσο, δηλαδή ίσα που να ανασαίνει και της έκανε έρωτα πότε κανονικά πότε πρωκτικά. Ενδεικτική δε είναι η περικοπή της καταθέσεως της παθούσης, όπου εκθέτει "κάθε φορά και όσο εγώ του έλεγα ότι δεν θέλω να μου κάνει πρωκτικό έρωτα αυτός νευρίαζε πέταγε αντικείμενα, μετά καθόταν για λίγο ήρεμος και στη συνέχεια ξανά ερχόταν πάλι μου έπιανε με βία τα πόδια μου καθώς με είχε ανάσκελα μου τα άνοιγε με δύναμη και επειδή εγώ τον έσπρωχνα εκείνος μου τα πίεζε περισσότερο και μου έβαζε το μόριο του στον πισινό μου σαν να μην έτρεχε τίποτε". Η παθούσα υπέστη κολπίτιδα από μυκητίαση, όπως προκύπτει από την ιατρική βεβαίωση του ιατρού ..., ο οποίος την 18.7.2006 εξέτασε την παθούσα και χορήγησε θεραπευτική αγωγή. Τέλος η παθούσα περιγράφει πως ο κατηγορούμενος μέσα στο αυτοκίνητο του " της είπε να καθίσει με τον κόλπο της πάνω στον λεβιέ των ταχυτήτων του αυτοκινήτου και επειδή αυτή αμέσως αντέδρασε, την έπιασε βίαια από τους ώμους και άρχισε να την κατεβάζει προς το λεβιέ και επειδή φοβήθηκε πως με αυτό τον τρόπο θα της έκανε μεγάλη γυναικολογική ζημιά του είπε εντάξει ότι θα το έκανε μόνη της, όπως και το έκανε αφού την ανάγκασε με τον τρόπο του". "Μια άλλη φορά της είχε βάλει το κινητό του τηλέφωνο στον κόλπο της και μάλιστα το είχε βάλει στην δόνηση και έπαιρνε τηλέφωνο σ* αυτό το κινητό από το δικό της τηλέφωνο ώστε αυτό το κινητό που ήταν στον κόλπο της να δονείται", ενώ "μια άλλη φορά που ήταν σπίτι του, όπως κάθονταν, χαμογελώντας άρχισε να την τυλίγει με μια ζελατίνα διάφανη από τους αστραγάλους μέχρι το κεφάλι της χωρίς αυτή να μπορεί να πάρει ανάσα και αφού την είδε σ1 αυτή την κατάσταση τότε μόνο άνοιξε μια τρύπα στο ύψος του στόματος της ώστε να μπορεί να ανασάνει, έπειτα την πέταξε στο κρεβάτι μπρούμυτα και αφού άνοιξε μια τρύπα στο επίμαχο σημείο { στο σημείο που ήταν ο κόλπος της άρχισε να της κάνει σεξ με πολύ βία, δηλαδή της έκλεινε το στόμα και τη μύτη χωρίς αυτή να μπορεί να αντιδράσει". Ο κατηγορούμενος αρνείται την απολογία και αναφέρεται στο απολογητικό του υπόμνημα, στο οποίο κατ' αρχήν παραδέχεται τις σεξουαλικές του σχέσεις με την παθούσα για ενάμιση έτος, "οι οποίες είχαν ως έναυσμα το δικό της πάθος προς το πρόσωπο του, καθόσον η πρώτη τους επαφή έγινε όπως περιγράφεται από αυτήν, με τη διαφορά ότι αυτή έκανε την πρώτη κίνηση, τον φίλησε στο στόμα και έκανα έρωτα με δική της προτροπή και επιμονή". Ισχυρίζεται ότι όλα όσα στην πρώτη τους σεξουαλική επαφή έκανε καταδείκνυαν μεγάλη σεξουαλική εμπειρία για την ηλικία της, ότι τα σεξουαλικά παιγνίδια και οι προτροπές της ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι αυτόν, ότι του έστελνε εικονομηνύματα και γραπτά μηνύματα προκλητικότατα με βάση το σεξ που έκαναν η που επρόκειτο να κάνουν τονίζοντας ότι " οποιοδήποτε ερωτικό παιγνίδι έγινε μεταξύ μας διότι η το είχε προκαλέσει η το είχε διακαώς ζητήσει καθόσον του υπαγόρευε τι θα κάνουν και μάλιστα με 5Πΐ5 του ανέφερε τις πράξεις που ήθελε να ακολουθήσουν", ότι " την είχε τραβήξει κάποιες γυμνές φωτογραφίες που η ίδια του είχε ζητήσει, προκειμένου να την έχει κοντά του και να την βλέπει ακόμα και όταν δεν ήταν μαζί και στις οποίες ξεκάθαρα η εικονιζόμενη μηνύτρια, η οποία δείχνει να το απολαμβάνει, αποδεικνύεται η συναίνεση της και η ευχαρίστηση της για τη λήψη τους". Συνεχίζοντας ο κατηγορούμενος εκθέτει ότι η παθούσα στα εικονομηνύματα "στα οποία σε διάφορα μέρη του σπιτιού της αποφάσιζε πότε και πώς θα φωτογραφηθεί και του τα απέστειλε στο κινητό του, ο3 αυτά παρουσιάζεται να εισάγει αντικείμενα στον κόλπο της (μπανάνα, την οποία προκλητικά την τρώει γυμνή) κάτι που την ευχαριστούσε, όπως αυτή συνέχεια του δήλωνε και όπως ζητούσε συνέχεια να υπάρχει κάποια διείσδυση διαφορετική, τόσο λοιπόν στις φωτογραφίες που της τράβηξε, επειδή αυτή του το ζήτησε, όσο και στα εικονομηνύματα η μηνύτρια δείχνει κάθε άλλο παρά βιαζόμενη η εξαναγκαζόμενη να πράξει το οτιδήποτε, η απόλαυση και το γέλιο της είναι εμφανή, το στυλ και το στήσιμο της καταδεικνύουν πεπειραμένη γυναίκα στο θέμα του σεξ, περισσότερο από μένα που ήμουν ωριμότερος ηλικιακά". Ότι "με την βιντεοσκόπηση, που έγινε με δική της πρόταση και επιθυμία και όχι με δική του πίεση και απειλή, στο οποίο φαίνεται η μηνύτρια να το απολαμβάνει και μάλιστα να αναφέρει ότι ακολουθούν και άλλα επεισόδια, αναφερόμενη στους πρωταγωνιστές (δηλαδή σ' αυτή κι αυτόν). Στο εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο η μηνύτρια δεν δείχνει πουθενά πιεζόμενη η εξαναγκαζόμενη, η δε απόλαυση της είναι καταφανής", ότι "ακράδαντα στοιχεία της αθωότητος του, των ψευδών της μηνύτριας περί δήθεν βιασμού της είναι τα γραπτά μηνύματα τα οποία του είχε αποστείλει από την αρχή της σχέσης τους μέχρι λίγες μέρες προ της μηνύσεως της για καλή του τύχη τα έχει περισώσει όλα σε CD με μεταφορά τους από το κινητό του τηλέφωνα σ' αυτά περιχαρακώνεται η σεξουαλική της εμπειρία, η συνεχής δίψα της για σεξ, το προχωρημένο της σεξουαλικότητας της η απόλαυση των όσων έκαναν η διακαής αναζήτηση μεγαλύτερης ηδονής με οποιοδήποτε μέσο και η πίεση της προς αυτόν να κάνουν όλο και διαφορετικά και πιο καινούργια πράγματα και όχι το αντίθετο όπως ισχυρίζεται, ο μεγαλύτερος συγγραφέας πορνογραφικών συγγραμμάτων δεν συγκρίνεται με το σεξουαλικό λεξιλόγιο που γνώριζε η μηνύτρια και χρησιμοποιούσε στα μηνύματα της προκειμένου να τον διεγείρει". Η εγκαλούσα και ο κατηγορούμενος με αυτό τον τρόπο παρουσιάζουν την μεταξύ τους αναπτυχθείσα σεξουαλική σχέση, η μεν ανήλικος ότι, μετά την εκφρασθείσα επιθυμία της να μην γίνονται ορισμένα πράγματα, συνέχισε την σχέση μαζί του από φόβο, επειδή νευρίαζε και όταν νευρίαζε της έριχνε αντικείμενα και βλαστημούσε και της έριχνε ευθύνες ότι δεν ήθελε και ότι τα νεύρα του αυτά την έκαναν να φοβάται πολύ και ένοιωθε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και ότι δεχόταν να συναντιέται μαζί του διότι ήξερε ότι είχε μαγνητοσκοπήσει ερωτικές μεταξύ τους στιγμές, ενώ κάποια στιγμή της είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου "τι λεφτά που θα βγάλω εγώ με αυτές τις φωτογραφίες", ο δε κατηγορούμενος ότι τα πάντα έγιναν με την συναίνεση την προτροπή και την επιθυμία της ανηλίκου παθούσης. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αξιολόγησε το ανακριτικό υλικό, πλην όμως έσφαλλε πολλαπλώς. Εξαρχής και για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας θεώρησε επιτακτική την αξιολογική συσχέτιση και την συνδυαστική αξιοποίηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά την ανακριτική διαδικασία: α) Προφανώς με την δυναμική του ισοζυγίου των προσκομισθέντων από τον κατηγορούμενο αποδεικτικών της αθωότητος του στοιχείων και της καταθέσεως της παθούσης ανηλίκου με εμφανή, ωστόσο, την αποδυνάμωση, χωρίς επαρκή κριτήρια της καταθέσεως αυτής. β) Με την χρησιμοποίηση ενός μόνο μέρους της υπ αριθμόν 199/7.5.2007 παιδοψυχιατρικής έκθεσης, που υπογράφουν οι Δ.Μ., παιδοψυχίατρος, Γ.Κ. και Α.Δ., ψυχολόγοι και Α.Φ., κοινωνική λειτουργός, που αναφέρεται στην ψυχολογική και συναισθηματική αστάθεια, οφειλομένη στην έλλειψη σταθερών και ουσιαστικών σχέσεων με τους γονείς της και ότι χρήζει μακράς ατομικής ψυχικοθεραπευτικής υποστήριξης καθώς και συνεχούς κλινικής επαναξιολόγησης, προκειμένου να δυνηθεί να αντιμετωπίσει τα θέματα της εφηβείας της και να επανασυνδεθεί με τους γονείς της, αγνοώντας την καίρια και ουσιαστική περικοπή, συνάμα δε και αποδεικτικά ενδιαφέρουσα, της εκθέσεως, δηλαδή την γνώμη των συνταξάντων "για την τελευταία σχέση της με τον ενήλικα ότι λόγω της ανωριμότητας και των συναισθηματικών δυσκολιών της έφηβης, πιθανόν δεν υπήρξε συναίνεση και αποδοχή (εκ μέρους της) της ερωτικής συμπεριφοράς του ενήλικα συντρόφου της αλλά ψυχολογικός εξαναγκασμός με συνοδό σωματική κακοποίηση (που υπέστη η ίδια) και που άγγιζε επίσης τα όρια της "σεξουαλικής εκμετάλλευσης" γ) Με την λανθασμένη καταχώρηση του αδιευκρίνιστου χρονικού σημείου της βιντεοσκόπησης όταν είναι εμφανές ότι έγινε την 23.9.2006, εννέα μήνες δηλαδή μετά την έναρξη της σεξουαλικής σχέσης και πάντως μετά την εκδηλωθείσα μεταστροφή της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα. Δ) Με την αξιολόγηση του περιεχομένου των μηνυμάτων και το εξ αυτής συμπέρασμα ότι η παρά φύση συνουσία επιδιώχθηκε από την παθούσα καθώς και ότι συναινούσε σε όλες τις ερωτικές πράξεις και την συλλήβδην απόρριψη του ισχυρισμού της παθούσης με το γενικό και ανίσχυρο επιχείρημα ότι δηλαδή "δεν αντέχει στην βάσανο της κοινής λογικής" ο ισχυρισμός της παθούσης ότι τις φωτογραφίες τις έστελνε για να απαλλαγή από τις φορτικές πιέσεις του κατηγορουμένου και τα μηνύματα επειδή ο κατηγορούμενος την εκβίαζε να τα συντάσσει καθ' υπαγόρευσή του από απόσταση για να τα λαμβάνει ακολούθως στο χώρο της εργασίας του. ε) Με την αποδοχή ότι "τα μηνύματα αυτά με παρόμοιο περιεχόμενο στο οποίο η εγκαλούσα εμφανίζεται να προκαλεί τον κατηγορούμενο επιζητώντας σεξουαλικές πράξεις ως εκείνες στις οποίες φέρεται κατά το κατηγορητήριο να εξαναγκάστηκε" χωρίς από τα στοιχεία της δικογραφίας να προκύπτει ότι οι πράξεις του κατηγορητηρίου συνδέονται η είναι συναφείς με των μηνυμάτων και των φωτογραφιών, αφού πρόκειται για διαφορετικές. Στη βάση της λανθασμένης των πραγμάτων αντίληψης καταλήγει το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "η εκδοχή που επικαλείται ο κατηγορούμενος εμφανίζεται ως η πλέον ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα". Ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος υπήρξε υποχείριος μιας ανήλικης μαθήτριας Λυκείου, υποταγμένος στις διαστροφικές σεξουαλικές ορέξεις της, τις οποίες θεώρησε καθήκον του να ικανοποιήσει, με κάθε τρόπο, επισημαίνοντας ότι η ανήλικη σύντροφός του είχε τόσο προχωρημένη σεξουαλική συμπεριφορά, ώστε και αυτός ο ώριμος σεξουαλικά άντρας να είναι άθυρμα στα χέρια της. Το ύστερο σφάλμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είναι ότι εκκινεί από το ζητούμενο χωρίς να διέλθει την διαδρομή προς αυτό θεωρώντας δεδομένη την συναίνεση της παθούσης, συναίνεση που αποκλείει αυτήν ταύτην την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ίσως και την απόλαυση της κάθε συνουσίας ως έλλειψη εξαναγκασμού, παραβλέποντας το γεγονός ότι η παθούσα, πριν επιτευχθεί η εκάστοτε παρά φύσει συνουσία ισχυρίζεται ότι αντιστάθηκε, η αντίσταση της όμως κάμφθηκε, από την χρήση των υπέρτερων δυνάμεων του κατηγορουμένου, άλλοτε δε θεώρησε μάταιη κάθε περαιτέρω αντίσταση. Η εκμετάλλευση του κλίματος απειλής από την δημοσιοποίηση των γυμνών φωτογραφιών η της ερωτικής συνεύρεσης μιας ανηλίκου και ενός παντρεμένου ενήλικα δεν κατέστη αντικείμενο αξιολόγησης από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Τότε καταδεικνύεται ότι το μέσο εξαναγκασμού που χρησιμοποιήθηκε εξυπηρετούσε την επίτευξη της συνουσίας παρά φύση και κατά φύση, αφού δημιουργούσε στην παθούσα μια ψυχικά δυσάρεστη κατάσταση, για την άρση της οποίας ενέδιδε. Η ορθή των πραγμάτων αξιολόγηση μάλλον άγει στην αντιστροφή των ρόλων δράστη και παθούσης. Ο κατηγορούμενος, αφού πήρε την παθούσα για μια βόλτα στα Εξάρχεια, την οδήγησε στο Λυκαβηττό, συνευρέθηκε ερωτικά με αυτήν στην πρώτη κιόλας έξοδό τους, στη διάρκεια δε της σχέσης τους - είναι αμφίβολο αν πρόκειται για τέτοια ενόψει της χαώδους ηλικιακής διαφοράς τους - την φωτογράφισε γυμνή, αποθήκευσε τις φωτογραφίες, την βιντεοσκόπησε κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξεως, μετέφερε από την ψηφιακή κάμερα σε υλικό φορέα εικόνας και ήχου τα γεγονότα, μετέφερε τα μηνύματα από το κινητό του τηλέφωνο σε cd,κατέστησε, εν τέλει, την ανήλικο ερωτικό αντικείμενο, χωρίς να δίδει καμία εξήγηση για την συμπεριφορά του αυτή, εννοείται ως προς την κατοχή πορνογραφικού υλικού, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 348 Α Π.Κ. δηλονότι την καταγραφή η αποτύπωση σε οποιονδήποτε υλικό φορέα πραγματικής προσποιητής η εικονικής ασελγούς πράξεως, που αποσκοπεί στη γενετήσια διέγερση, από η με ανήλικο και την διατήρηση του στην κατοικία του. Ας σημειωθεί ότι από το υπ' αριθμόν πρωτ. 7519/3/995-β/20.4.2007 διαβιβαστικό της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, Αρχαιοκαπηλίας και Ηθών προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προκύπτει ότι, κατά την διάρκεια νομότυπης έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου, από την επιτόπια ψηφιακή ανάλυση, εντός του Η/Υ περιέχονταν τουλάχιστον 20 αρχεία βίντεο με υλικό παιδικής πορνογραφίας, εκ του γεγονότος δε αυτού συνάγεται ότι άλλος είναι ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος μετέφερε σε υλικό φορέα τα εικονομηνύματα της ανηλίκου και όχι η καλή του τύχη που επικαλείται, καθώς επίσης δι' αυτού αποδεικνύεται ότι η βιντεοσκόπηση των ερωτικών στιγμών έγινε για να εμπλουτίσει ο κατηγορούμενος το Αρχείο του και, πάντως, αυτή δεν οφείλεται σε προτροπή της ανηλίκου, την οποία ευχερώς μπορούσε να αποκρούσει. Περαιτέρω στο σκεπτικό του ανωτέρω προσβαλλόμενου βουλεύματος καταχωρείται και αξιολογείται, από τις περισσότερες επίμονες ερωτήσεις της Ανακρίτριας, μόνο εκείνη που αφορούσε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες της παθούσης στις οποίες κάνει επανειλημμένως μνεία της επικείμενης απουσίας των γονέων της από την οικία τους, παρότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος θα την επισκεφτεί, θεωρώντας όχι πειστικές τις εξηγήσεις της ότι δηλαδή "ο φόβος που ένοιωθε την έκανε να λέει ότι δεν είχε σχέση μαζί του αλλά ότι ήταν ο εξουσιαστής της". Η ανήλικη τότε κατέθεσε δύο φορές κατά την διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως την 23.5.2007 και την 26.4.2007, η ανάγνωση δε των καταθέσεων αυτών απαντά σε όλα τα κρίσιμα από πλευράς εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, ζητήματα. Ότι απομένει από τις καταθέσεις αυτές αφορά και σχετίζεται με την δημιουργία ενός κλίματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης με την απόκτηση της πρακτικής δυνατότητος από τον κατηγορούμενο να πραγματοποιήσει τις απειλές του και με την καλλιέργεια μιας κατάστασης φόβου, που τελικά έφερε την παθούσα σε απόγνωση, ώστε να καταφύγει σε ψυχολόγο, η πραγματωθείσα δε εξέταση της να έχει τα αποτελέσματα που καταγράφονται στην προαναφερθείσα έκθεση. Δεν έχει συνεπώς αξία η συμπερασματική εκδοχή ότι η μεταστροφή της ανηλίκου και η καταγγελία της οφείλεται σε αισθήματα ζήλιας - τι άραγε θα μπορούσε να προσδοκά η ανήλικη από την σχέση της με τον κατά τριάντα χρόνια νεώτερο κατηγορούμενο- αλλά ο ψυχολογικός εξαναγκασμός της με συνοδό σωματική κακοποίηση που αγγίζει τα όρια της σεξουαλικής εκμετάλλευσης λόγω της διαπιστωθείσης ανωριμότητας και των συναισθηματικών δυσκολιών της, όπως καταγράφεται στην υπ' αριθμόν πρωτ. 199/7.5.2007 παιδοψυχιατρική έκθεση. Επομένως τα πραγματικά περιστατικά έτσι όπως εκτίθενται στην παρούσα και αποτέλεσαν την βάση της κατηγορίας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού (άρθρο 336 παρ.1 Π.Κ) τελεσθέν όχι μόνο με σωματική βία αλλά και με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου. Συγκεκριμένα ο βιασμός είναι έγκλημα α) πολύπρακτο διότι η αντικειμενική του υπόσταση συγκροτείται από δύο μερικότερες πράξεις ήτοι, αφενός της πράξεως του εξαναγκασμού δια της χρήσεως σωματικής βίας η απειλής και αφετέρου της πράξεως της συνουσίας και β) υπαλλακτικώς μεικτό αφού μπορεί να πραγματωθεί κατά δύο τρόπους β1) με την χρήση σωματικής βίας και β2) με την χρήση απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου. Αν χρησιμοποιηθούν αμφότεροι οι τρόποι, που δεν συνιστούν αυτοτελείς εγκληματικές πράξεις αλλά αποτελούν απλώς εκφάνσεις μιας και της αυτής εγκληματικής δράσεως κρίνεται ως ένα μόνο έγκλημα. Ως άσκηση σωματικής βίας νοείται η χρήση δυνάμεως που επενεργεί σωματικά για να κατανικήσει την ήδη εκδηλωθείσα αντίσταση η την απλώς αναμενόμενη, διακρίνεται δε ως ακαταμάχητη σωματική βία, όταν επιτυγχάνει αμέσως τον σκοπό της με την πρακτική εξουδετέρωση της βουλήσεως του εξαναγκαζομένου , από την σωματική βία που ασκείται μέσω της βουλήσεως του εξαναγκαζομένου όταν δηλαδή το εξαναγκαζόμενο πρόσωπο για να αποφύγει την συνέχιση της ασκήσεως σωματικής βίας ενδίδει τελικά στις ορέξεις του εξαναγκάζοντος. Ο δεύτερος τρόπος πραγματώσεως του εγκλήματος του βιασμού συνίσταται στον δι απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκασμό σε συνουσία. Απειλή είναι η προαναγγελία κακού δηλαδή υλικής η ηθικής βλάβης, που μέλλει να επέλθει σε βάρος του εξαναγκαζομένου στην περίπτωση κατά την οποία δεν ενδώσει στις απαιτήσεις του εξαναγκάζοντος. Για την ύπαρξη της απειλής αρκεί να εμφανίζεται ο απειλών και να πείθει τον απειλούμενο ότι αυτός εξουσιάζει την επέλευση η μη του κακού. Το αντικείμενο της απειλής δηλαδή το απειλούμενο κακό προσδιορίζεται στο νόμο ως κίνδυνος ήτοι μια κατάσταση που, υπό δεδομένες συνθήκες, ενέχει όχι απλώς την δυνατότητα αλλά την πιθανότητα επελεύσεως βλάβης. Ο απειλούμενος κίνδυνος δύναται να αφορά σε οποιοδήποτε αγαθό διότι ουδείς σχετικός περιορισμός τίθεται στο νόμο αρκεί να είναι σπουδαίος και άμεσος. Σπουδαίος είναι ο κίνδυνος όταν το απειλούμενο κακό διακρίνει η σοβαρότητα, ενέχει δε ικανή βαρύτητα ώστε να αναγκάσει το πρόσωπο να ενδώσει, ενώ άμεσος είναι όταν το απειλούμενο κακό μπορεί να επέλθει σε τόσο σύντομο χρόνο ώστε να επιβάλλεται μέριμνα για την αποτροπή του. Για να υπάρξει η απειλή δεν είναι να υπάρχει η πρόθεση ή η πρακτική δυνατότητα του απειλούντος να πραγματοποιήσει την απειλή. Αρκεί ότι ο απειλών είχε την πρόθεση απειλής και ο απειληθείς πίστευε ότι αυτός είχε και την πρόθεση και την πρακτική δυνατότητα να πραγματοποιήσει την απειλή του. Τέλος δια της σωματικής βίας η της απειλής πρέπει να επέρχεται ο εξαναγκασμός σε συνουσία, που υπάρχει όταν καταλύεται το δικαίωμα της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης και η δυνατότητα επιλογής στο χώρο της σεξουαλικής ζωής. Για να υπάρχει εξαναγκασμός απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ασκηθείσης βίας ή απειλής και της συνουσίας που τελέστηκε, δεν απαιτείται δε η ενεργός αντίσταση στην τέλεση της συνουσίας αλλά αρκεί αυτή να γίνεται παρά την αντίθετη βούληση του θύματος και ότι ο δράστης άσκησε βία η χρησιμοποίησε απειλή που εξουδετέρωσαν την βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι υπάρχει βιασμός και όταν η αντίσταση έπαυσε κατά την διάρκεια της συνουσίας συνεπεία του ακουσίως προκληθέντος γενετήσιου ερεθισμού, διότι και στην περίπτωση αυτή η συνουσία τελέστηκε παρά την αντίθετη βούληση του θύματος. Επειδή με αυτά τα πραγματικά και νομικά δεδομένα εσφαλμένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών απεφάνθη, δια του υπ' αριθμόν 958/2008 Βουλεύματος του ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Γ. Δ. του Δ. για την πράξη του βιασμού, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν σε βάρος της εγκαλούσης Ν. Κ., κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 2006 μέχρι τα μέσα Απριλίου του έτους 2007, το Συμβούλιο Σας, πρέπει να μεταρρυθμίσει το προσβαλλόμενο Βούλευμα και αφού υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία να παραπέμψει τον κατηγορούμενο στο Ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως του βιασμού κατ' εξακολούθηση, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 παρ.1 και 336 παρ.1 Π.Κ., όπως το η παρ. 1 του άρθρου 336 αντικαταστάθηκε με την παρ. του άρθρου 8 Ν.3500/2006". Με βάση τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε, διά της παραδεκτώς γενομένης αναφοράς του στην ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη εισαγγελική πρόταση, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως της παθούσης και εξαφανίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής προς παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα του βιασμού κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχτηκε το Εφετείο, το μεν ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε παρέθεσε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπό την έννοια που προαναφέρθηκε γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το Εφετείο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα: α) τα περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το αδίκημα του βιασμού κατ' εξακολούθηση για το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, ήτοι οι ποικίλης μορφής πράξεις σεξουαλικότητος, τις οποίες υποχρεώθηκε να υποστεί η παθούσα ή να ενεργήσει, προς ικανοποίηση των γενετησίων επιθυμιών του αναιρεσείοντος, β) τα χρησιμοποιηθέντα μέσα καταναγκασμού της για να ανεχθεί ή να ενεργήσει τις πράξεις αυτές, γ) τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη, και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή του στο αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να δικασθεί για την προαναφερομένη αξιόποινη πράξη. Οι στον ίδιο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος και εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/7/2009 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. του Δ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 839/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ