Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
336 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Ομαδικός βιασμός

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 66/5.5.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Β. του Ε., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Τριπόλεως, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σαραντόπουλο, περί αναιρέσεως της 607-608 και 614-615/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Μ. του Θ., κάτοικο ... που δεν παρέστη.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1414/1984, "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο χωρίς την θέληση του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς την θέληση του εξώγαμη συνουσία ή να υποστεί ή επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με δύο τρόπους , δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, διακρινόμενη από την συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος εγκείμενος στην θέληση του δράστου, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει την γνώση ότι ο "'άλλος" δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 336 του ΠΚ, "αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Με την τελευταία αυτή διάταξη, διά της οποίας ρυθμίζεται ειδική παραλλαγμένη μορφή βιασμού, θεσπίζεται ο αυστηρότερος κολασμός του λεγομένου ομαδικού βιασμού, που αντιδιαστέλλεται από τον κοινό βιασμό και την σ' αυτόν συμμετοχή με την νομική μορφή της συναυτουργίας ή συνέργειας, κατά την έννοια των άρθρων 45 και 47 πκ, και ο οποίος (ομαδικός βιασμός) υφίσταται όταν δύο ή πλείονες τελούν εις βάρος του θύματος την γενετήσια πράξη, δηλαδή την συνουσία ή ασέλγεια, ταυτοχρόνως ή διαδοχικώς, αλλά σε συνεχόμενο χρόνο, έκαστος των οποίων ενεργεί για τον εαυτό του για τους ιδικούς του σεξουαλικούς ηδονιστικούς σκοπούς, ανεξαρτήτως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του άλλου υπαιτίου, ο οποίος ενεργεί και αυτός ατομικώς για τους ίδιους σκοπούς, προσβάλλοντας αυτοτελώς την γενετήσια ελευθερία του θύματος, χωρίς να απαιτείται και η από όλους, από κοινού, άσκηση της παρανόμου βίας , αρκούσης της από ένα εξ αυτών ασκήσεως αυτής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης δικαστηρίου, από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή γιατί κατά την έκθεση των περιστατικών αυτών υφίσταται αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της ίδιας της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήσσεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό και προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία σε αυτή μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η πολιτικώς ενάγουσα είχε γνωρίσει τον κατηγορούμενο δυο (2) περίπου χρόνια πριν από την 10ην Ιανουαρίου 2005, ότε φέρεται ότι έλαβε χώραν η δικαζομένη πράξη, μέσω δε εκείνου είχε γνωρίσει και τον φίλο του Ν. Ζ.. Μεταξύ των τριών είχε αναπτυχθεί σχέση φιλίας, περισσότερο όμως μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και του κατηγορουμένου, με τον οποίον, κατά την πολιτικώς ενάγουσαν, "έβγαιναν δυο φορές περίπου την εβδομάδα για καφέ", ενώ με τον Ζ. "είχαν βγει δυο-τρεις φορές για καφέ". Τόσον ο κατηγορούμενος, όσον και ο Ν. Ζ.ς είχαν εκφράσει στην πολιτικώς ενάγουσα την επιθυμία να συνάψουν μαζί της ερωτική σχέση, αυτή όμως είχε αποκρούσει τις προτάσεις των και τους είχε απαντήσει ότι επιθυμούσε να παραμείνουν απλώς φίλοι. Όλοι κατοικούσαν στην περιοχή της Μεταμορφώσεως Αττικής, στην ιδίαν δε περιοχήν και επί της οδού ... ήτο εγκατεστημένη βιοτεχνία καλλυντικών, ανήκουσα στην γιαγιά του κατηγορουμένου, στην οποίαν (βιοτεχνίαν) ηργάζετο ο κατηγορούμενος. Πολλές φορές ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα, κατά τις συναντήσεις των, μετέβαιναν και στην βιοτεχνίαν καλλυντικών, από όπου ο κατηγορούμενος εδώριζε καλλυντικά στην πολιτικώς ενάγουσαν. Την 10ην Ιανουαρίου 2005 και περί ώραν : 9.15 βραδυνήν η πολιτικώς ενάγουσα ετηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, προφανώς μέσω του κινητού τηλεφώνου του και του επρότεινε να συναντηθούν για καφέ. Αυτός όμως, ευρισκόμενος στην ως άνω βιοτεχνία με τον Ν. Ζ., απέρριψε την πρόταση, ειπών στην πολιτικώς ενάγουσα ότι ήτο στην εργασία του και ότι ήτο κουρασμένος χωρίς να της αναφέρει για την παρουσία του Ν. Ζ.. Φαίνεται όμως, ότι η άρνηση της πολιτικώς εναγούσης να συνάψει ερωτικήν σχέση με τον κατηγορούμενο και τον Ζ. δεν είχε σιγάσει τις ερωτικές επιθυμίες των τελευταίων. Έτσι, μετά από το πέρας της τηλεφωνικής αυτής συνομιλίας, οι δυο άνδρες θεώρησαν, ότι ήτο κατάλληλη η στιγμή να ικανοποιήσουν τις ερωτικές επιθυμίες των και από κοινού έλαβαν την απόφαση να παρασύρουν την πολιτικώς ενάγουσαν στην ως άνω βιοτεχνία, για να την βιάσουν εκείνο το βράδυ, υπό τις συνθήκες οι οποίες εξιστορούνται κατωτέρω. Σε εκτέλεση του σχεδίου των, ο κατηγορούμενος, μετά πάροδον 15 περίπου λεπτών από την πρώτην τηλεφωνικήν επαφήν, ετηλεφώνησε ο ίδιος στην πολιτικώς ενάγουσαν και της επρότεινε να μεταβεί στην οικίαν της, να την παραλάβει με το αυτοκίνητό του και να έλθουν στην βιοτεχνία για να της δώσει και πάλι καλλυντικά. Η πολιτικώς ενάγουσα απεδέχθη την πρόταση αυτήν και αφού ο Ν.ς Ζ.ς εκρύβη σε χώρον παραπλεύρως του γραφείου της βιοτεχνίας έχων εφοδιασθεί με κουκούλα και μαχαίρι τα οποία του έδωσε ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος μετέβη στην οικείαν εκείνης με το αυτοκίνητό του, την παρέλαβε και επέστρεψαν στην βιοτεχνία. Όταν μπήκαν στον χώρο της βιοτεχνίας, ο κατηγορούμενος εκλείδωσε την εξωτερική πόρτα, ενέργεια την οποίαν ουδέποτε είχε κάνει στο παρελθόν, όταν δε η πολιτικώς ενάγουσα εξέφρασε την απορία της ειπούσα "γιατί κλειδώνεις;" εκείνος, για να δικαιολογήσει την ενέργειά του και όσα επρόκειτο, σύμφωνα με το σχέδιο των δυο ανδρών να συμβούν, της απάντησε "με κυνηγάει ένας κινέζος". Ακολούθως εισήλθαν στο γραφείο και μετά πάροδον ολίγων λεπτών "εισέβαλε" στον χώρο του γραφείου ο παραπλεύρως έως τότε κρυμμένος Ν.ς Ζ.ς, ο οποίος, έχων καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με την κουκούλα, ώστε να μην αναγνωρισθεί από την πολιτικώς ενάγουσαν και έχων ανά χείρας το μαχαίρι, εστράφη κατά πρώτο, δήθεν απειλητικώς, προς τον κατηγορούμενον και του είπε "γιατί με κάρφωσες στην αστυνομία;", απευθυνθείς δε προς την πολιτικώς ενάγουσαν της είπε "σκάσε εσύ", ενώ ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το σχέδιο, τον ρώτησε "τι θέλεις, πόσα θέλεις να φύγεις;", αποβλέποντας να προκαλέσουν σύγχυση στην παθούσα, προκειμένου αυτή να μην αναγνωρίσει το τρίτο πρόσωπο, δηλαδή τον φίλο του κατηγορουμένου και γνωστόν της Ν. Ζ. και να πιστεύσει ότι επρόκειτο περί ατόμου εχθρικώς διακειμένου προς τον κατηγορούμενον, το οποίον ο τελευταίος είχε αναφέρει προηγουμένως ως κινέζον. Ακολούθως και χωρίς να υπάρξει εκ μέρους του κατηγορουμένου καμμία άλλη αντίδραση, ο Ν.ς Ζ.ς διέταξε τον κατηγορούμενον και την πολιτικώς ενάγουσαν να κάνουν την ερωτική πράξη, δεν εκάμφθη δε στις παρακλήσεις εκείνης, αλλά την διέταξε να γδυθεί και έδωσε στον κατηγορούμενο προφυλακτικό για την ερωτική πράξη. Η παθούσα, λόγω του μαχαιριού το οποίο κρατούσε ο "άγνωστος" και της κουκούλας την οποίαν φορούσε ο ίδιος, είχε περιέλθει σε κατάσταση φόβου για την ζωή της, με συνέπειαν, μετά τις παρακλήσεις της προς τον "άγνωστο" τρίτον και την άκαμπτη στάση του, να καμφθεί κάθε αντίστασή της, να γδυθεί και να υποστεί παρά τη θέλησή της τον βιασμόν της από τον κατηγορούμενον, ο οποίος δήθεν κατ' ανάγκην εισήγαγε το γεννητικό μόριό του στο γεννητικό όργανα της παθούσης, ελθών σε εξώγαμη συνουσίαν με αυτήν. Αφού ο κατηγορούμενος ετελείωσε την ερωτική πράξη, "διετάχθη" από τον "άγνωστον" να σηκωθεί από το σώμα της παθούσης και ακολούθως ο "άγνωστος", δηλαδή ο Ν. Ζ., υπό την απειλή του μαχαιριού το οποίο έβαλε στον λαιμό της τρομοκρατημένης παθούσης, της οποίες είχε καμφθεί κάθε αντίσταση, την εβίασε και αυτός θέσας το γεννητικό μόριό του στο γεννητικό όργανο της παθούσης και ελθών σε εξώγαμη συνουσίαν με αυτήν. Αφού ετελείωσε και αυτός την ερωτική πράξη, απεχώρησε από τον χώρον της βιοτεχνίας συνοδευόμενος μέχρι την έξοδο από τον κατηγορούμενο. Μετά την αποχώρηση του "άγνωστου" η παθούσα, η οποία μέχρι εκείνην την στιγμήν δεν είχε αντιληφθεί το σχέδιο των ανδρών, εζήτησε από τον κατηγορούμενο να καταγγείλουν το γεγονός στην Αστυνομία, αυτός όμως την απέτρεψε, ειπών "δεν άκουσες; Όχι γιατί θα μας σκοτώσει". Κατά την αναχώρηση της παθούσης και του κατηγορουμένου από την βιοτεχνίαν, κατόπιν προτάσεως του τελευταίου, εκάλεσαν τον Ν. Ζ., του οποίου η κατοικία ευρίσκετο απέναντι από την βιοτεχνίαν και όταν αυτός προσήλθε και επιβιβάσθη στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και "ενημερώθηκε" για τα συμβάντα, προσποιήθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε και είπε στον κατηγορούμενο "γιατί δεν με έπαιρνες τηλέφωνο" και ακολούθως οι δυο άνδρες μετέφεραν την παθούσαν, με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, στην οικίαν της. Η παθούσα απεκάλυψε τα συμβάντα την ιδίαν νύκτα στην μητέρα της και την επομένην ημέραν στον πατέρα της, με τον οποίον μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα και κατήγγειλε το γεγονός, η Αστυνομία δε, εκτιμήσασα την αφήγηση της παθούσης και καταλήξασα στο συμπέρασμα ότι δράστες του βιασμού της ήσαν ο κατηγορούμενος και ο Ν.ς Ζ.ς, προέβη αμέσως στην σύλληψή των.

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος τόσον προανακριτικώς όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου ομολόγησε ότι ήλθε σε συνουσία με την παθούσα, ισχυρίζεται, ότι ετέλεσε την πράξη του βιασμού κατά συναυτουργίαν σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 336§1 Π.Κ. και όχι την προβλεπομένην από την διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, καθόσον 1) "τέλεσα μόνον την πράξη της συνουσίας, ενώ δεν μεταχειρίσθηκα καθόλου σωματική βία ή εξαναγκασμό" και 2) "ήλθα πρώτος σε συνουσία μαζί της και δεν γνώριζα εάν ο έτερος συγκατηγορούμενός μου Ν. Ζ. θα τελούσε και αυτός την πράξη μετά από εμένα". Από την αναφερθείσαν όμως στην αρχή νομική σκέψη, σε συνδυασμό προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι μεταξύ των δραστών υπήρξε κοινός δόλος να εξαναγκασθεί η παθούσα σε εξώγαμη συνουσίαν με αμφοτέρους, με απειλήν σπουδαίου και αμέσου κινδύνου κατά της ζωής της και ότι πράγματι η παθούσα εν όψει της απειλής την οποίαν ήσκησε κατ' αυτής ο Ν.ς Ζ.ς με κουκούλα και μαχαίρι, τα οποία του είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος και του κινδύνου τον οποίον διέτρεχε η ζωή της και τον οποίον δεν μπορούσε να αποτρέψει, εξηναγκάσθη να υποστεί δυο φορές την σαρκική συνάφεια από αμφότερους τους δράστες, προκύπτει, ότι ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος".

Ακολούθως το Εφετείο εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως του ομαδικού βιασμού και του κατέγνωσε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Με αυτά που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχτηκε το Εφετείο, το μεν ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 336 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ,το δε παρέθεσε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπό την έννοια που προαναφέρθηκε γι' αυτό οι περί του αντιθέτου στον πρώτο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενε αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Ειδικότερα αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιούντα αντικειμενικώς και υποκειμενικούς το αδίκημα του ομαδικού βιασμού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, β) οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και γ) οι σκέψεις και οι συλλογισμοί υπαγωγής των στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 336 ΠΚ, αφού το Εφετείο εδέχθη ότι ο αναιρεσείων από κοινού με τον Ν. Ζ. δι' απειλών εξανάγκασαν την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία και ότι η γενετήσια αυτή πράξη επετεύχθη διαδοχικώς, σε συνεχόμενο χρόνο, και από τους δύο, προς ικανοποίηση της σεξουαλικής των ηδονής. Δεν υφίσταται δε ελλειπτική αιτιολογία στην προσβαλλομένη απόφαση από το ότι δεν γίνεται ειδική αναφορά, συσχέτιση και ανάλυση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων, αφού από το σύνολο των αιτιολογιών ,χωρίς αμφιβολία, προκύπτει ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περί της ενοχής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα, χωρίς εξαίρεση, τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά, κατά το είδος τους, μνημονεύονται στην απόφαση.

II. Επειδή , κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντεκατεστάθη με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 2173/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ή ο εισαγγελέας εζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει. Τέτοιο δικαίωμα είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ και εκείνο του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να ζητήσουν από το δικαστήριο την ανάγνωση κάποιου εγγράφου. Η υποβολή όμως του αιτήματος ή κάποιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να προκύπτει μόνον από τα κατά το άρθρο 141 συντασσόμενα πρακτικά της δίκης , μη επιτρεπομένης της αμφισβητήσεως της αληθείας αυτών χωρίς την προσβολή για πλαστότητα ή την διόρθωση αυτών κατά την υπό του άρθρου 145 παρ. 3 ΚΠΔ διαγραφόμενη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, καίτοι υπεβλήθη σχετικό αίτημα, δεν ανέγνωσε έγγραφο και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 131/2008 απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, διά της οποίας στον ανήλικο αυτουργό της προδιαληφθείσης αξιοποίνου πράξεως Ν. Ζ. επεβλήθη ως σωφρονιστικό μέτρο η θέση του υπό την επιμέλεια υπηρεσίας επιμελητών. Από τα οικεία όμως πρακτικά της δίκης, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλε αίτημα προς το δικαστήριο προς ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου. Επομένως, ο άνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.2.2010 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Β. κατά της υπ' αριθμ. 607- 608 & 614-615/9-10/11/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ