Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
336 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός κατ΄εξακολούθηση

 

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Γ. Α. του Κ. και 2. Π. Φ. του Σ., κατοίκων..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον Ε. Π. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2010 δυο ξεχωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1239/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 5/14.1.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες τις νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου, ασκηθείσες υπ' αριθμ. 2 και 3/10-9-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Γ. Α. του Κ. και 2) Π. Φ. του Σ., κατοίκων..., κατά του υπ' αριθμ. 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, δια του οποίου παρεπέμφθησαν στο αρμοδίως ορισθησόμενο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Περιφερείας του, για να δικαστούν για ομαδικό βιασμό κατ', εξακολούθηση ( άρθρα 98, 336 παρ. 1, 2 Π.Κ.), εκθέτομεν τα εξής: "Κατά το άρ. 336 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται αντικειμενικά μεν εξαναγκασμός άλλου με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, υποκειμενικά δε δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία και γι' αυτό το λόγο αντιστέκεται, όπως και τη θέληση να εξαναγκάσει τον άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και που κάμπτει την αντίσταση που προβάλλεται, και συνουσία είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων του άντρα και της γυναίκας.

Κατά δεν την παρ. 2 του άρ. 336 ΠΚ, αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Εξάλλου, η κατά τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι, από τα περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1 /2005 ). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που έκρινε κατόπιν εφέσεων των αναιρεσειόντων, δι' ιδίων σκέψεων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-7-2008 και περί ώρα 21:15, η εγκαλούσα M. (επ) E.-V. (ον) του V., ευρισκόμενη εντός της οικίας του επίσης κατηγορουμένου αλλά μη μετέχοντος στην παρούσα διαδικασία ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου Ε. Π. του Α., μετά του οποίου διατηρούσε ερωτικές σχέσεις για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών και εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρακτορείο στοιχημάτων του ΟΠΑΠ, που διατηρούσε ο τελευταίος στο..., δέχθηκε επίθεση από αυτόν, καθώς της επέφερε σφοδρά χτυπήματα με τα χέρια και πόδια του και την ζώνη του, σε διάφορα σημεία του σώματος και της κεφαλής της, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές βλάβες, ενώ επιπροσθέτως επέφερε με τα δάκτυλα της χειρός του κακώσεις στον λαιμό της, κατόπιν περίσφυξης αυτού.

Ακολούθως, ο Π. Ε. επικοινώνησε με τον Γ. Α. του Κ., ο οποίος κατέφθασε στην οικία του και αφού ο κατηγορούμενος Ε. Π. την γύμνωσε παρά τη θέληση της, αφαιρώντας με τα χέρια του τα ρούχα της, παρότρυνε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Γ. Α. να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί της. Καίτοι είχαν καταλάβει αμφότεροι, ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί τους, καθώς τηρούσε αρνητική εν γένει στάση, την εξανάγκασαν να προβεί σε πεολειχία αρκετές φορές και στους δύο και εν συνεχεία ήλθαν αμφότεροι, παρά την θέληση της, σε συνουσία μαζί της. Μάλιστα, τέσσερις μέρες νωρίτερα από το ανωτέρω συμβάν και δη στις 18-7-2008 ο κατηγορούμενος Ε. Π. της είχε επιφέρει χτυπήματα με τα χέρια του και τα πόδια του, προκαλώντας σε αυτήν διάφορες σωματικές βλάβες σε όλο της το σώμα, ενώ την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 19-7-2008 και περί ώρα 15.00, ο ίδιος κατηγορούμενος την εξανάγκασε να προβεί σε πεολειχία παρά τη θέληση της, απειλώντας την ότι σε περίπτωση που αρνηθεί θα χειροδικήσει εις βάρος της. Ο τελευταίος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, Π. Φ., ο οποίος και μετέβη στην οικία του και κατόπιν προτροπής του κατηγορουμένου και χωρίς την θέληση της εγκαλούσας, εξανάγκασε αυτήν να προβεί σε πεολειχία, περαιτέρω δε και με την χρήση προφυλακτικού ήρθε σε ερωτική συνεύρεση μαζί της, ενώ ο κατηγορούμενος Ε. Π. προέβη σε βάρος της σε κατά φύση συνουσία προκειμένου να ικανοποιήσουν αμφότεροι τη γενετήσια επιθυμία τους και σε όλη τη διάρκεια εξαναγκαζόταν να προβαίνει σε πεολειχία σε αμφότερους, πολλές φορές. Επίσης στις 18.7.2008, ο κατηγορούμενος Ε. Π. της αφαίρεσε από το δάχτυλο της ένα χρυσό δαχτυλίδι, που της είχε χαρίσει ο πατέρας της και το οποίο έφερε τα μονογράμματα "ΒΜ" και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Τα παραπάνω, τα οποία καταγγέλθηκαν από την εγκαλούσα M. (επ) E. - V. (ον) του V., με την από 24.7.2008 έγκληση της στο αστυνομικό τμήμα..., επιβεβαιώνονται τόσο από την από 24.7.2008 ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας V. M. T. του T. στο αστυνομικό τμήμα..., η οποία καταθέτει μεταξύ άλλων ότι αφενός μεν είχε δει την εγκαλούσα - κόρη της να είναι χτυπημένη κατά το κρίσιμο ανωτέρω χρονικό διάστημα, αφετέρου δε ότι η τελευταία παραδέχθηκε ενώπιον της την ανωτέρω αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων σε βάρος της, όσο και από την από 7.1.2009 μετέπειτα ένορκη κατάθεση της κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση.

Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι η μητέρα της εγκαλούσας, όχι μόνο επιβεβαιώνει απόλυτα την πρώτη κατάθεση της στο αστυνομικό τμήμα..., αλλά επιπλέον αφενός μεν η ίδια για πρώτη φορά προσκομίζει στην κυρία ανάκριση, φωτογραφικό υλικό, που ανάγεται χρονικά στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, στο οποίο απεικονίζεται η παθούσα κόρη της χτυπημένη σε όλο της το σώμα, για το οποίο και συνετάγη η σχετική από 7.1.2009 έκθεση εγχείρισης, αφετέρου δε δηλώνει απερίφραστα ότι η κόρη της-εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π.. Περαιτέρω από την από 24.7.2008 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού - χειρουργού Σ. Τ., προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ανωτέρω εγκαλούσα έφερε κατά την εξέταση της α) πολλαπλούς τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος της, υπό τη μορφή εκχυμώσεων, αμυχών, εκτεταμένων υποδόριων αιματωμάτων στη ράχη και τους γλουτούς, β) αμφοτερόπλευρα αιματώματα περιοφθαλμικά με συνοδό οίδημα βλεφάρων και υπεροφρύων, γ) έντονα και επώδυνα οιδήματα στο πρόσθιο μέρος της τραχήλου με ιδιόμορφες εκχυμώσεις (δαχτυλιές). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω ιατροδικαστική έκθεση, ανευρέθη γενετικό υλικό (σπέρμα) στον κόλπο της, ενώ ο ανωτέρω ιατρός παρατηρεί ότι όλα τα ανωτέρω ευρήματα προέρχονται από πρόσφατη, βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα και απόπειρα περισφύξεως του τραχήλου. Μολονότι δε δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κακώσεων στα γεννητικά όργανα της εγκαλούσας που να υποδηλώνουν όποια βιαιότητα, εντούτοις επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην ίδια ιατροδικαστική έκθεση ότι "οι περιγραφόμενες κακώσεις κατέστησαν την ανωτέρω (παθούσα) πρόσκαιρα σε ανικανότητα όποιας αντιστάσεως.... η βία που υπέστη η νεαρή γυναίκα έχει επιφέρει σε αυτήν μετατραυματικό σοκ και πιθανότατα μόνιμη ψυχαναγκαστική βλάβη". Από την πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση και με βάση τα αντικειμενικά αυτής ευρήματα, συνάγεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εκάμφθη προηγουμένως ανυπέρβλητα η όποια προσπάθεια αντίστασης της εγκαλούσας, με την άσκηση σωματικής βίας αλλά και την απειλή άσκησης σωματικής βίας σε βάρος της, ώστε να δικαιολογείται επαρκώς η μη διαπίστωση κακώσεων εν συνεχεία στα γεννητικά της όργανα κατά τη διάρκεια της συνουσίας, λόγω των σωματικών βλαβών που προηγουμένως είχε υποστεί. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος Π. Φ., στην ανακριτική απολογία του, καθώς και στο επισυναπτόμενο σε αυτήν απολογητικό υπόμνημα, αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία καθ' ολοκληρίαν και ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε τέλεσε την πράξη η οποία περιγράφεται ανωτέρω και για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του και ότι η εν λόγω έγκληση αποτελεί προϊόν εκδίκησης, αγανάκτησης και οργής της ως άνω εγκαλούσας σε βάρος του κατηγορουμένου Ε. Π., για τις σωματικές κακώσεις τις οποίες της είχε επιφέρει, αναφέροντας περαιτέρω ότι στις 19-7-2008, ημέρα Σάββατο, μετά το πέρας της εργασίας του (υπάλληλος της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης του Δήμου...) ναι μεν επισκέφθηκε την οικία του άνω συγκατηγορουμένου, κατόπιν τηλεφωνήματος του, πλην όμως μόνο για φιλική επίσκεψη, αλλά και για να ενημερώσει αυτόν, ότι είχε καθυστερήσει την πληρωμή του λογαριασμού του νερού για μεγάλο χρονικό διάστημα και επρόκειτο να διακοπεί η σύνδεση του, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και τα σχετικά έγγραφα με την ανάλυση της οφειλής. Ο κατηγορούμενος Α. Γ., αναφέρει στην ανακριτική απολογία του, ότι ουδέποτε προέβη στην πράξη για την οποία κατηγορείται και ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι στις 22-7-2008, του είχε τηλεφωνήσει ο κατηγορούμενος Ε. Π. και του είχε ζητήσει να τον επισκεφθεί στην οικία του. Ότι πράγματι μετέβη στην οικία του περί τις 23:45, όπου ο Π. του εκμυστηρεύτηκε ότι η μηνύτρια πρόδωσε την εμπιστοσύνη του, καθώς του είχε πει ψέματα ότι, όσο έλειπε, βρισκόταν στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είδε τη μηνύτρια εντός της οικίας, ντυμένη, πλην όμως διαπίστωσε ότι ήταν χτυπημένη και αφού συνέστησε στον Π. να τη μεταφέρει στο Κέντρο Υγείας..., αποχώρησε. Τέλος ο κατηγορούμενος Ε. Π. αποδέχεται ότι χτύπησε την εγκαλούσα δύο φορές, ήτοι στις 19 και 22-7-2008 και ότι της επέφερε διάφορες σωματικές κακώσεις, καθώς του είχε πει ψέματα ότι βρισκόταν, όσο έλειπε, στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα, πλην όμως αρνείται ότι τέλεσε τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, τις οποίες αποδίδει σε λόγους οργής και εκδίκησης της εγκαλούσας σε βάρος του. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι τέσσερις μέρες αργότερα και δη στις 23-7-2008, της επέφερε εκ νέου χτυπήματα, ισχυρίζεται δε, ότι στο ενδιάμεσο διάστημα των τεσσάρων ημερών, είχαν έρθει τουλάχιστον τρεις φορές σε συνουσία, χωρίς την χρήση προφυλακτικού και πάντα με τη συναίνεση της εγκαλούσας. Προσκομίζει μάλιστα κατά την ανακριτική απολογία του, προς επίρρωση των ισχυρισμών όχι μόνο του ιδίου αλλά και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, και την από 28.7.2008 δήλωση της εγκαλούσας, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται χαρακτηριστικά "οι ανωτέρω (κατηγορούμενοι) δεν προέβησαν σε καμία από τις πράξεις που περιγράφονται στην από 24.7.2008 έγκληση μου πλην των σωματικών βλαβών που υπέστην από τον Ε. Π. κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σε αυτήν, και ένεκα της οργής μου και της αγανάκτησης μου για τη χειροδικία εναντίον μου προσπάθησα να τον εκδικηθώ. Δηλώνω δε ότι τρέφω αισθήματα έρωτα και αγάπης προς τον Ε. Αλ. Π. με τον οποίον διατηρώ μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό και σκοπεύουμε να παντρευτούμε". Ωστόσο η ανωτέρω δήλωση της εγκαλούσας, μη ούσα πειστική, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις λοιπές αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις, πλην δηλαδή αυτής της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση, και δη για τους εξής λόγους: α) φέρει εντελώς διάφορη και συνοπτική, μισής σελίδας, τυποποιημένη διατύπωση και φρασεολογία, σε σχέση με την από 24.7.2008 έγκληση της έξι σελίδων στο αστυνομικό τμήμα..., στην οποία με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει τις σε βάρος της τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις, β) με τη δήλωσή της παραδέχεται εμμέσως την προσδοκία γάμου της με τον κατηγορούμενο Ε. Π., που σημαίνει ότι λόγω του ανωτέρω κινήτρου της, μειώνεται ουσιωδώς η πιθανότητα η δήλωση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού προφανώς η παθούσα δεν επιθυμεί την ματαίωση αυτής της προσδοκίας της, δοθέντος ότι η ίδια είναι υπήκοος Βουλγαρίας και επιθυμεί μόνιμη και οριστική εγκατάσταση - αποκατάσταση της στην Ελλάδα, γ) όπως ανωτέρω έχει ήδη αναφερθεί από την μητέρα της σε σχετική ένορκη κατάθεση της, η εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π., και δ) η δήλωση αυτή δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την ανάκριση κατά το κρίσιμο αμέσως μετά τα καταγγελθέντα περιστατικά χρονικό διάστημα, ώστε αφού η εγκαλούσα υποβληθεί στη βάσανο των ερωταπαντήσεων και της δια ζώσης ανακριτικής διαδικασίας, να δύνανται να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα περί της ειλικρίνειας ή μη της ανωτέρω προσκομιζόμενης, και μάλιστα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Ε. Π. προς υπεράσπιση του, δήλωσης της. Η δε από 22.1.2009, μετέπειτα, ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, στην οποία σχεδόν επαναλαμβάνει την ανωτέρω δήλωση της, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα, αφού, αφενός μεν, αυτή έχει δοθεί μετά την παρέλευση σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από το κρίσιμο χρονικό διάστημα των καταγγελθέντων περιστατικών, αφετέρου δε έρχεται σε αντίθεση με την από 7.1.2009, ήτοι σχεδόν ταυτόχρονη, ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, με την οποία όπως ήδη έχει αναπτυχθεί παραπάνω και εμμένει η τελευταία (μητέρα της εγκαλούσας ) στην αρχική από 24.7.2008, προανακριτική της κατάθεση. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο τρόπος με τον οποίο επέφερε ο κατηγορούμενος Ε. Π. χτυπήματα στην ως άνω εγκαλούσα, ήτοι βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα, η σφοδρότητα και βιαιότητα, καθώς και συχνότητα των χτυπημάτων, σε συνδυασμό με τα πληγέντα σημεία του σώματος (και δη πρόσωπο και περίσφυξη με σφοδρότητα του λαιμού της), θα μπορούσε να προκαλέσει σε αυτήν κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη, γεγονός που τελούσε σε γνώση του κατηγορουμένου αυτού.".

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε τις εφέσεις των δύο αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ανεξαρτήτως αν στο διατακτικό του εσφαλμένως αναγράφει "δέχεται τυπικά και ουσιαστικά τις... εφέσεις..." και "ακυρώνει ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα", καθόσον απλώς διαφοροποιήθηκε από το πρωτόδικο βούλευμα ως προς την ακρίβεια των πραγματικών γεγονότων, με αποτέλεσμα να προβεί και στην αναδιατύπωση του κατηγορητηρίου. Δηλαδή, όπως και το πρωτοβάθμιο βούλευμα, έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως, για να παραπεμφθούν οι εκκαλούντες (νυν αναιρεσείοντες) στο ακροατήριο. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν και από τα οποία συνήγαγε την ανωτέρω κρίση του, τα αποδεικτικά μέσα παραθέτοντας αυτά κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κλπ), αξιολογώντας ιδιαιτέρως μερικά από αυτά κατά την εξιστόρηση των συμβάντων, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 336 παρ. 1, 2 Π.Κ.. Επομένως, το βούλευμα αυτό περιέχει την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων υπό τον σχετικό και μοναδικό λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι από 24-7-2008 (δύο) εκθέσεις αναγνωρίσεως, οι οποίες συνετάγησαν από τον Αστυνόμο Α' Β. Σ. με συμπράττοντες δευτέρους ανακριτικούς υπαλλήλους τον Ανθυπαστυνόμο Φ. Μ. και τον αστυφύλακα Β. Φ., αντιστοίχως, είναι αβάσιμος, διότι η μνεία στο βούλευμα ότι το Συμβούλιο Εφετών, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, μεταξύ των άλλων αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", σημαίνει ότι έλαβε υπόψη του και τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα, χωρίς για την πληρότητα της αιτιολογίας να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτών.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι οι σχετικές αιτιάσεις περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης σε πράγματα κρίσης του Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών, προβαίνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα στις αναγκαίες σκέψεις, για να καταρρίψει τον μεταγενέστερο με έγγραφη δήλωση και ένορκη κατάθεση διατυπωθέντα ισχυρισμό της εγκαλούσης M. V., με τον οποίο επεχείρησε να ανασκευάσει την αρχική από 24-7-2008 για βιασμό καταγγελία της, δοθείσα στο Α.Τ..... Για την κατάρριψη του ισχυρισμού αυτού το Συμβούλιο προβαίνει εις ιδιαίτερη μνεία των δύο καταθέσεων της μητέρας της εγκαλούσης, η οποία σε αντίθεση με αυτή, ενέμεινε στην αρχική για βιασμό της θυγατέρας της επιμαρτύρηση. Η επισήμανση από το Συμβούλιο, με σκοπό την κατάρριψη του άνω υψιγενούς ισχυρισμού της εγκαλούσης, ότι η μεταγενέστερη δήλωση και μαρτυρία της, απείχε χρονικώς από την αρχική καταγγελία της, έχει την έννοια, ότι εφόσον η ανασκευή της αρχικής καταγγελίας της, δεν έγινε τις αμέσως επόμενες ημέρες, που τα γεγονότα του βιασμού της ήσαν νωπά, καθίστατο αναξιόπιστη, πολλώ δε μάλλον που τα περί μη βιασμού της, δεν επιβεβαιώνονταν από τη μητέρα της. Επομένως, ο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ) και κατά τα δύο σκέλη του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν Α) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 2 και 3/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Γ. Α. του Κ. και 2) Π. Φ. του Σ., κατοίκων..., κατά του υπ' αριθμ. 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, και Β) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, οι δύο υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, με αριθ. Εκθ. 2/10-9-2010 του Γ. Α. και με αριθ. εκθ. 3/10-9-2010 του Π. Φ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1,2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 3500/2006. "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείτο: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και δι' αμφοτέρων. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και η οποία επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει αυτόν να υποστεί παρά τη θέλησή του σαρκική μείξη ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη, ενώ απειλή βίας είναι κάθε απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του υφισταμένου την απειλή βίας και που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικείμενου κινδύνου κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυνάμενη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί, ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος τελέσεως, χωρίς, όμως, να αποκλείεται η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούληση του, που εξωτερικεύτηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα. λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σε αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Στην έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτει η χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό, η παρά φύση ασέλγεια, η πεολειχία κλπ, εφόσον γίνονται με εξαναγκασμό, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω. Το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος (δόλος) περιλαμβάνει, ακόμη, την γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στην τέλεση αυτών.

Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το προσβαλλόμενο 98/2010 βούλευμα του, το οποίο, δέχθηκε μεν κατ' ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων και ακύρωσε το παραπεμπτικό βούλευμα του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, πλην, με επαναδιατύπωση των πραγματικών περιστατικών, παρέπεμψε και πάλι τους κατηγορουμένους στο αρμόδιο ΜΟΔ Ναυπλίου για να δικαστούν για βιασμό κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, με ίδιες σκέψεις στο αιτιολογικό του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Από το σύνολο του συλλεγέντος κατά την προδικασία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των κατηγορουμένων και το από 26.3.2010 υπόμνημα του κατηγορουμένου-εκκαλούντος Π. Φ. προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 22-7-2008 και περί ώρα 21:15, η εγκαλούσα M. (επ) E.-V. (ον) του V., ευρισκόμενη εντός της οικίας του επίσης κατηγορουμένου αλλά μη μετέχοντος στην παρούσα διαδικασία ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου Ε. Π. του Α., μετά του οποίου διατηρούσε ερωτικές σχέσεις για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών και εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρακτορείο στοιχημάτων του ΟΠΑΠ, που διατηρούσε ο τελευταίος στο..., δέχθηκε επίθεση από αυτόν, καθώς της επέφερε σφοδρά χτυπήματα με τα χέρια και πόδια του και την ζώνη του, σε διάφορα σημεία του σώματος και της κεφαλής της, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές βλάβες, ενώ επιπροσθέτως επέφερε με τα δάκτυλα της χειρός του κακώσεις στον λαιμό της. κατόπιν περίσφυξης αυτού. Ακολούθως, ο Π. Ε. επικοινώνησε με τον Γ. Α. του Κ., ο οποίος κατέφθασε στην οικία του και αφού ο κατηγορούμενος Ε. Π. την γύμνωσε παρά τη θέληση της, αφαιρώντας με τα χέρια του τα ρούχα της, παρότρυνε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Γ. Α. να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί της. Καίτοι είχαν καταλάβει αμφότεροι, ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί τους, καθώς τηρούσε αρνητική εν γένει στάση, την εξανάγκασαν να προβεί σε πεολειχία αρκετές φορές και στους δύο και εν συνεχεία ήλθαν αμφότεροι, παρά την θέληση της, σε συνουσία μαζί της. Μάλιστα, τέσσερις μέρες νωρίτερα από το ανωτέρω συμβάν και δη στις 18-7-2008 ο κατηγορούμενος Ε. Π. της είχε επιφέρει χτυπήματα με τα χέρια του και τα πόδια του, προκαλώντας σε αυτήν διάφορες σωματικές βλάβες σε όλο της τα σώμα, ενώ την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 19- 7-2008 και περί ώρα 15.00, ο ίδιος κατηγορούμενος την εξανάγκασε να προβεί σε πεολειχία παρά τη θέληση της, απειλώντας την ότι σε περίπτωση που αρνηθεί θα χειροδικήσει εις βάρος της. Ο τελευταίος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, Π. Φ., ο οποίος και μετέβη στην οικία του και κατόπιν προτροπής του κατηγορουμένου και χωρίς την θέληση της εγκαλούσας, εξανάγκασε αυτήν να προβεί σε πεολειχία, περαιτέρω δε και με την χρήση προφυλακτικούς ήρθε σε ερωτική συνεύρεση μαζί της, ενώ ο κατηγορούμενος Ε. Π. προέβη σε βάρος της σε κατά φύση συνουσία προκειμένου να ικανοποιήσουν αμφότεροι τη γενετήσια επιθυμία τους και σε όλη τη διάρκεια εξαναγκαζόταν να προβαίνει σε πεολειχία σε αμφότερους, πολλές φορές. Επίσης στις 18.7.2008, ο κατηγορούμενος Ε. Π. της αφαίρεσε από το δάχτυλο της ένα χρυσό δαχτυλίδι, που της είχε χαρίσει ο πατέρας της και το οποίο έφερε τα μονογράμματα "ΒΜ" και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Τα παραπάνω, τα οποία καταγγέλθηκαν από την εγκαλούσα M. (επ) E.-V. (ον) του V. με την από 24.7.2008 έγκληση της στο αστυνομικό τμήμα..., επιβεβαιώνονται τόσο από την από 24.7.2008 ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας V. Μ. του T. στο αστυνομικό τμήμα..., η οποία καταθέτει μεταξύ άλλων ότι αφενός μεν είχε δει την εγκαλούσα - κόρη της να είναι χτυπημένη κατά το κρίσιμο ανωτέρω χρονικό διάστημα, αφετέρου δε ότι η τελευταία παραδέχθηκε ενώπιον της την ανωτέρου αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων σε βάρος της, όσο και από την από 7.1.2009 μετέπειτα ένορκη κατάθεση της κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι η μητέρα της εγκαλούσας, όχι μόνο επιβεβαιώνει απόλυτα την πρώτη κατάθεση της στο αστυνομικό τμήμα..., αλλά επιπλέον αφενός μεν η ίδια για πρώτη φορά προσκομίζει στην κυρία ανάκριση, φωτογραφικό υλικό, που ανάγεται χρονικά στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, στο οποίο απεικονίζεται η παθούσα κόρη της χτυπημένη σε όλο της το σώμα, για το οποίο και συνετάγη η σχετική από 7.1.2009 έκθεση εγχείρισης, αφετέρου δε δηλώνει απερίφραστα ότι η κόρη της - εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π.. Περαιτέρω από την από 24.7.2008 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού - χειρουργού Σ. Τ., προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ανωτέρω εγκαλούσα έφερε κατά την εξέταση της α) πολλαπλούς τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος της, υπό τη μορφή εκχυμώσεων, αμυχών, εκτεταμένων υποδόριων αιματωμάτων στη ράχη και τους γλουτούς, β) αμφοτερόπλευρα αιματώματα περιοφθαλμικά με συνοδό οίδημα βλεφάρων και υπεροφρύων, γ) έντονα και επώδυνα οιδήματα στο πρόσθιο μέρος της τραχήλου με ιδιόμορφες εκχυμώσεις (δαχτυλιές). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια άνω ιατροδικαστική έκθεση, ανευρέθη γενετικό υλικό (σπέρμα) στον κόλπο της ενώ ο ανωτέρω ιατρός παρατηρεί ότι όλα τα ανωτέρω ευρήματα προέρχονται από πρόσφατη, βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα και απόπειρα περισφύξεως του τραχήλου. Μολονότι δε δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κακώσεων στα γεννητικά όργανα της εγκαλούσας που να υποδηλώνουν όποια βιαιότητα, εντούτοις επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην ίδια ιατροδικαστική έκθεση ότι "οι περιγραφόμενες κακώσεις κατέστησαν την ανωτέρω (παθούσα) πρόσκαιρα σε ανικανότητα όποιας αντιστάσεως... η βία που υπέστη η νεαρή γυναίκα έχει επιφέρει σε αυτήν μετατραυματικό σοκ και πιθανότατα μόνιμη ψυχαναγκαστική βλάβη". Από την πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση και με βάση τα αντικειμενικά αυτής ευρήματα, συνάγεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εκάμφθη προηγουμένως ανυπέρβλητα η όποια προσπάθεια αντίστασης της εγκαλούσας, με την άσκηση σωματικής βίας αλλά και την απειλή άσκησης σωματικής βίας σε βάρος της, ώστε να δικαιολογείται επαρκώς η μη διαπίστωση κακώσεων εν συνεχεία στα γεννητικά της όργανα κατά τη διάρκεια της συνουσίας, λόγω των σωματικών βλαβών που προηγουμένως είχε υποστεί.

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος Π. Φ., στην ανακριτική απολογία του,^ καθώς και στο επισυναπτόμενο σε αυτήν απολογητικό υπόμνημα, αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία καθ' ολοκληρίαν και ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε τέλεσε την πράξη η οποία περιγράφεται ανωτέρω και για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του και ότι η εν λόγω έγκληση αποτελεί προϊόν εκδίκησης, αγανάκτησης και οργής της ως άνω εγκαλούσας σε βάρος του κατηγορουμένου Ε. Π., για τις σωματικές κακώσεις τις οποίες της είχε επιφέρει, αναφέροντας περαιτέρω ότι στις 19-7-2008, ημέρα Σάββατο, μετά το πέρας της εργασίας του (υπάλληλος της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης του Δήμου...) ναι μεν επισκέφθηκε την οικία του άνω συγκατηγορουμένου, κατόπιν τηλεφωνήματος του, πλην όμως μόνο για φιλική επίσκεψη, αλλά και για να ενημερώσει αυτόν, ότι είχε καθυστερήσει την πληρωμή του λογαριασμού του νερού για μεγάλο χρονικό διάστημα και επρόκειτο να διακοπεί η σύνδεση του, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και τα σχετικά έγγραφα με την ανάλυση της οφειλής. Ο κατηγορούμενος Α. Γ., αναφέρει στην ανακριτική απολογία του, ότι ουδέποτε προέβη στην πράξη για την οποία κατηγορείται και ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι στις 22-7-2008, του είχε τηλεφωνήσει ο κατηγορούμενος Ε. Π. και του είχε ζητήσει να τον επισκεφθεί στην οικία του. Ότι πράγματι μετέβη στην οικία του περί τις 23:45, όπου ο Π. του εκμυστηρεύτηκε ότι η μηνύτρια πρόδωσε την εμπιστοσύνη του, καθώς του είχε πει ψέματα ότι, όσο έλειπε, βρισκόταν στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είδε τη μηνύτρια εντός της οικίας, ντυμένη, πλην όμως διαπίστωσε ότι ήταν χτυπημένη και αφού συνέστησε στον Π. να τη μεταφέρει στο Κέντρο Υγείας..., αποχώρησε. Τέλος ο κατηγορούμενος Ε. Π. αποδέχεται ότι χτύπησε την εγκαλούσα δύο φορές, ήτοι στις 19 και 22-7-2008 και ότι της επέφερε διάφορες σωματικές κακώσεις, καθώς του είχε πει ψέματα ότι βρισκόταν όσο έλειπε στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα, πλην όμως αρνείται ότι τέλεσε τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, τις οποίες αποδίδει σε λόγους οργής και εκδίκησης της εγκαλούσας σε βάρος του. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι τέσσερις μέρες αργότερα και δη στις 23-7-2008, της επέφερε εκ νέου χτυπήματα, ισχυρίζεται δε, ότι στο ενδιάμεσο διάστημα των τεσσάρων ημερών, είχαν έρθει τουλάχιστον τρεις φορές σε συνουσία χωρίς την χρήση προφυλακτικού και πάντα με τη συναίνεση της εγκαλούσας. Προσκομίζει μάλιστα κατά την ανακριτική απολογία του, προς επίρρωση των ισχυρισμών όχι μόνο του ιδίου αλλά και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, και την από 28.7.2008 δήλωση της εγκαλούσας, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται χαρακτηριστικά "οι ανωτέρω (κατηγορούμενοι) δεν προέβησαν σε καμία από τις πράξεις που περιγράφονται στην από 24.7.2008 έγκληση μου πλην των σωματικών βλαβών που υπέστην από τον Ε. Π. κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σε αυτήν, και ένεκα της οργής μου και της αγανάκτησης μου για τη χειροδικία εναντίον μου προσπάθησα να τον εκδικηθώ. Δηλώνω δε ότι τρέφω αισθήματα έρωτα και αγάπης προς τον Ε. Α. Π. με τον οποίον διατηρώ μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό και σκοπεύουμε να παντρευτούμε". Ωστόσο, η ανωτέρω δήλωση της εγκαλούσας, μη ούσα πειστική, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις λοιπές αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις, πλην δηλαδή αυτής της επικίνδυνης σωματική βλάβης κατ' εξακολούθηση, και δη για τους εξής λόγους: α) φέρει εντελώς διάφορη και συνοπτική, μισής σελίδας, τυποποιημένη διατύπωση και φρασεολογία, σε σχέση με την από 24.7.2008 έγκληση της έξι σελίδων στο αστυνομικό τμήμα..., στην οποία με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει τις σε βάρος της τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις, β) με τη δήλωση της παραδέχεται εμμέσως την προσδοκία γάμου της με τον κατηγορούμενο Ε. Π., που σημαίνει ότι λόγω του ανωτέρω κινήτρου της, μειώνεται ουσιωδώς η πιθανότητα η δήλωση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού προφανώς η παθούσα δεν επιθυμεί την ματαίωση αυτής της προσδοκίας της, δοθέντος ότι η ίδια είναι υπήκοος Βουλγαρίας και επιθυμεί μόνιμη και οριστική εγκατάσταση - αποκατάσταση της στην Ελλάδα, γ) όπως ανωτέρω έχει ήδη αναφερθεί από την μητέρα της σε σχετική ένορκη κατάθεση της, η εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π., και δ) η δήλωση αυτή δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την ανάκριση κατά το κρίσιμο αμέσως μετά τα καταγγελθέντα περιστατικά χρονικό διάστημα, ώστε αφού η εγκαλούσα υποβληθεί στη βάσανο των ερωταπαντήσεων και της δια ζώσης ανακριτικής διαδικασίας, να δύνανται να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα περί της ειλικρίνειας ή μη της ανωτέρω προσκομιζόμενης, και μάλιστα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Ε. Π. προς υπεράσπιση του, δήλωσης της. Η δε από 22.1.2009, μετέπειτα, ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, στην οποία σχεδόν επαναλαμβάνει την ανωτέρω δήλωση της, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα, αφού, αφενός μεν, αυτή έχει δοθεί μετά την παρέλευση σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από το κρίσιμο χρονικό διάστημα των καταγγελθέντων περιστατικών, αφετέρου δε έρχεται σε αντίθεση με την από 7.1.2009, ήτοι σχεδόν ταυτόχρονη, ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, με την οποία όπως ήδη, έχει αναπτυχθεί παραπάνω και εμμένει η τελευταία (μητέρα της εγκαλούσας ) στην αρχική από 24.7.2008, προανακριτική της κατάθεση. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο τρόπος με τον οποίο επέφερε ο κατηγορούμενος Ε. Π. χτυπήματα στην ως άνω εγκαλούσα, ήτοι βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα, η σφοδρότητα και βιαιότητα, καθώς και συχνότητα των χτυπημάτων, σε συνδυασμό με τα πληγέντα σημεία του σώματος (και δη πρόσωπο και περίσφυξη με σφοδρότητα του λαιμού της), θα μπορούσε να προκαλέσει σε αυτήν κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη, γεγονός που τελούσε σε γνώση του κατηγορουμένου αυτού. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων σαφώς συνάγεται ότι υπάρχουν, κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες είναι ικανές να στηρίξουν κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη του ομαδικού βιασμού κατ' εξακολούθηση, πράξη η οποία φέρεται ότι τελέστηκε στο... κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 19-7-2008 έως 22-7-2008 και προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18α, 19, 26 παρ. 1α, 27, 45, 51, 52, 56, 79, 98 και 336 παρ.2-1 ΠΚ. Πρέπει συνακόλουθα αυτοί να παραπεμφθούν για να δικασθούν ως υπαίτιοι των παραπάνω πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου...".

Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο 98/2010 βούλευμα του, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτά, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως του βιασμού από κοινού και κατ' εξακολούθηση, για την οποία οι εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του αρμοδίου ΜΟΔ, τα αποδεικτικά μέσα. από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 2, 45, 98, 336 παρ. 1, 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του ομαδικού βιασμού και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον τους κατηγορία, για την παραπάνω πράξη κατ' εξακολούθηση. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) με τη γενική αναφορά στο αιτιολογικό ότι "συνεκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι από 24-7-2008 δύο αστυνομικές εκθέσεις αναγνωρίσεως των κατηγορουμένων από την παθούσα, που συνιστούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, χωρίς για την πληρότητα της αιτιολογίας να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτών, από δε το σύνολο των παραδοχών προκύπτει βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν και οι εκθέσεις αυτές, β) το Συμβούλιο αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδία την ένορκη κατάθεση της μητέρας της παθούσας, που αναφέρεται στα αίτια μεταστροφής της καταθέσεως της εγκαλούσας, επαρκώς αιτιολογεί γιατί δεν αποδέχεται, ως ειλικρινή και προϊόν ελεύθερης βουλήσεως, την από 28-7-2008 και από 22-1-2009 δήλωση της παθούσας ότι δεν υπέστη βιασμό, σε αντίθεση με την από 24-7-2008 έγκληση αυτής, που περιγράφει με λεπτομέρειες την τέλεση κατ' εξακολούθηση βιασμού σε βάρος της εκ μέρους των κατηγορουμένων.

Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. 2/10-9-2010 και 3/10-9-2010 αιτήσεις των κατηγορουμένων Γ. Α. του Κ. και Π. Φ. του Σ. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του με αριθμό 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ