Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
336 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Συρροή εγκλημάτων

 

Στη προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξ΄ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ` αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ` είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ε. - Ι. Μ., υπήκοος Ρουμανίας, τον Οκτώβριο του έτους 2000 ήλθε από την πατρίδα της Ρουμανία στην Ελλάδα, με την βοήθεια ενός συμπατριώτη της ονόματι Μ. αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι έχει την δυνατότητα να την μεταφέρει στην Ελλάδα μέσω Σκοπίων και ότι θα της έβρισκε εργασία στην Αθήνα ως εσωτερική οικιακή βοηθός, την δε πληρωμή του (500.000 δρχ) για την μεταφορά της και την εύρεση εργασίας συμφώνησαν να του καταβληθεί από τον μισθό της αφού έπιανε δουλειά. Όταν έφτασαν στην Αθήνα ο Μ. την παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Π. Τ., λέγοντάς της συγκεκριμένα ότι "κύριος Π. θα είναι το αφεντικό σου" και έφυγε. Ο ως άνω εκκαλών την οδήγησε στην οικία του στην οδό ... στο Μεταξουργείο. Εκεί βρίσκονταν άλλες δύο κοπέλες επίσης Ρουμάνες, οι οποίες λέγονταν η μία M. C. και η άλλη N. R.. Εκεί η εγκαλούσα ρώτησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, μέσω των ομοεθνών της, δεδομένου ότι αυτή δεν γνώριζε ακόμη ελληνικά, πότε θα ξεκινούσε δουλειά και που θα εργαζόταν διότι μέχρι τότε πίστευε ότι θα εργαζόταν σαν καθαρίστρια και αυτός της αποκάλυψε μέσω των ανωτέρω υπηκόων Ρουμανίας, ότι η δουλειά που θα έκανε είναι να "πηγαίνει με άνδρες" επ` αμοιβή. Αυτή αντέδρασε αμέσως και του είπε ότι έγινε παρεξήγηση ότι δεν ήρθε στην Ελλάδα να κάνει τέτοια δουλειά, ότι ήρθε να δουλέψει σαν καθαρίστρια πλην όμως ο παραπάνω κατηγορούμενος εξοργισμένος από την αντίδρασή της, φώναζε και ωρυόταν και μέσω των άλλων δύο Ρουμάνων που της μετέφραζαν, της είπε ότι δεν μπορεί να πάει πουθενά γιατί κρατάει εκείνος το διαβατήριό της και την απείλησε ότι αν τολμήσει και κάνει καμιά τρέλα και προσπαθήσει να φύγει, θα την έβρισκε, διότι "τα έχει καλά με την αστυνομία" και όπου και να πάει θα την φέρουν πίσω σε αυτόν και θα την σκότωνε για να παραδειγματιστούν και οι άλλες κοπέλες. Όλα τα παραπάνω τα έλεγε σε πολύ έντονο ύφος, σχεδόν ούρλιαζε. Της είπε ακόμη ότι την "αγόρασε" από τον Ρουμάνο που την έφερε αντί 500.000 δρχ. και ότι έπρεπε και χωρίς τη θέλησή της να δουλέψει σε οίκο ανοχής προκειμένου να αποσβέσει τα χρήματα που έδωσε για να την αγοράσει. Στην συνέχεια αφού την άφησε κλειδωμένη στο σπίτι αυτό για μια εβδομάδα, όπου τον έβλεπε καθημερινά να πηγαινοφέρνει τις ανωτέρω Ρουμάνες από τον οίκο ανοχής που δούλευαν, την πήγε σ` ένα κατάστημα και της αγόρασε ρούχα και εσώρουχα και μετά την οδήγησε στον οίκο ανοχής στην οδό ..., όπου θα εκδιδόταν όπως και έγινε. Η εγκαλούσα λάμβανε από κάθε πελάτη το ποσό των 5.000 δρχ. και παρέδιδε όσα χρήματα αποκτούσε με αυτόν τον τρόπο στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δραστηριότητα που διήρκεσε από 25-10-2000 μέχρι 10-10-2006 μέχρι δηλαδή που η εγκαλούσα ήταν τριών μηνών έγκυος. Στις 25-10-2000 ο εκκαλών κατηγορούμενος οδήγησε την εγκαλούσα σε ένα ξενοδοχείο, όπου εκεί με την απειλή πιστολιού την εξανάγκασε να έλθει μαζί του σε πλήρη κατά φύση εξώγαμη συνουσία παρά την θέλησή της, ικανοποιώντας την γενετήσια επιθυμία του. Από τότε κάθε ημέρα την πήγαιναν στον ως άνω οίκο ανοχής είτε ο εκκαλών κατηγορούμενος είτε ο γυιός του και συγκατηγορούμενός του Α. Τ., δεν την άφηναν να κινηθεί μόνη της, όπως και καμιά από τις άλλες δύο Ρουμάνες γιατί φοβόνταν μήπως πάνε στην αστυνομία και τους καταγγείλουν. Ο εκκαλών κατηγορούμενος συνέχισε να τις υβρίζει, φώναζε και τις απειλούσε με όπλο, όντας τις περισσότερες φορές μεθυσμένος ότι θα τις σκοτώσει αν έκαναν καμιά τρέλα και πήγαιναν στην αστυνομία, κόμπαζε ότι η αστυνομία τον προστατεύει και ότι όπου να μεταβούν θα τις έφερναν πίσω σ` εκείνον. Η εγκαλούσα μετά από αυτή την συμπεριφορά τον φοβόταν πάρα πολύ, εξακολουθούσε να κρατάει το διαβατήριό της και απελπισμένη αναγκάσθηκε να δεχθεί την μοίρα της. Ακολούθως η ως άνω συνδέθηκε συναισθηματικά με τον κατηγορούμενο Α. Τ. και τον Φεβρουάριο του 2001 εγκατεστάθηκαν με την συναίνεση του εκκαλούντα στην οδό .... Οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι εξακολουθούσαν να αναγκάζουν την εγκαλούσα να εκδίδεται, όπως προεκτέθηκε, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της.

Μάλιστα ο κατηγορούμενος Α. Τ. όταν η εγκαλούσα σταμάτησε να εκδίδεται λόγω εγκυμοσύνης πολύ συχνά βιαιοπραγούσε εναντίον της και την χτυπούσε στα χέρια, στο κεφάλι, στον τοίχο. Η εγκαλούσα στις 27-11-2001 γέννησε την κόρη της  και μετά από δύο μήνες συνέχισε να εκδίδεται υπό τις απειλές των κατηγορουμένων. Η βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου Α. Τ. διήρκεσε μέχρι 11-10-2006, οπότε η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την έως τότε κοινή τους οικία που βρισκόταν στην Αθήνα στην οδό ... , μαζί με την κόρη της, γεγονός που γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο Α. Τ. με την ιδία ημερομηνία εξώδικη γνωστοποίηση και δήλωσή της. Μάλιστα λόγοι προστασίας της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας υπαγόρευαν να μην αποκαλύψει την διεύθυνση της νέας της κατοικίας στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, διορίζοντας αντίκλητο για την κοινοποίηση σ` αυτήν κάθε δικογράφου του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το 12-9-2008 αποφυλακιστήριο του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, έχει καταδικασθεί με την υπ` αριθ. 3818/11-09-2008 απόφαση του Α` Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων σε κάθειρξη δέκα τεσσάρων (14) ετών συνολικά και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για συμμορία (κατ` επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας), αρπαγή και σωματεμπορία. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις: α) του βιασμού β) της σωματεμπορίας κατ` εξακολούθηση τελεσθείσας κατ` επάγγελμα γ) της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ` εξακολούθηση. Επίσης με βάση τα προεκτεθέντα η επί μέρους πράξη της μαστροπείας από κοινού κατ` εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 23-4-2004 έως 10-10- 2006 από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη για τα πλημμελήματα πενταετή παραγραφή, αφού από τον ως άνω φερόμενο ως χρόνο τελέσεώς της 23-4-2004 μέχρι σήμερα (31-12-2009) συμπληρώθηκε η πενταετής προθεσμία παραγραφής της. Πρέπει επομένως για την πράξη αυτή να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 318, 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1β ΚΠΔ, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης και κατ` ουσίαν την υπ` αριθ. 292/12-6-2009 εφέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου Π. Τ. ενώ ως προς τον έτερο ως άνω παραπεμπόμενο με το εκκαλούμενο βούλευμα κατηγορούμενο Α. Τ. για το αυτό αδίκημα το ίδιο ως άνω αποτέλεσμα επέρχεται λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του πρώτου κατ` άρθρο 469 ΚΠΔ ενόψει και της ευνοϊκής κρίσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ήδη με το εκκαλούμενο βούλευμα έχει παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τον ίδιο λόγο κατά των ως άνω κατηγορουμένων για την πράξη αυτή που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτούς στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-2000 έως 28-4-2004. Κατ` ακολουθία τούτων, εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου με αριθ. 292/12-6-2009, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα ν` απορριφθεί κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα ως προς όλες τι υπόλοιπες διατάξεις του και να διαταχθεί η εκτέλεσή του. IV. Από τ` ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά τα εγκλήματα για τα οποία κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία ανήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε στη προκειμένη περίπτωση χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως αλλ` ούτε και εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ο οποίος υποστηρίζει τ` αντίθετα, δηλαδή ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις είναι αβάσιμες κατ` ουσίαν και απορριπτέες. Περαιτέρω αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ` επάγγελμα τέλεσης της πράξεως της σωματεμπορίας αφού τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν περιέχονται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση.

V. Κατ` ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.