Έτος
2000
Νόμος / διάταξη που αφορά
322 παρ. 1, 327 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ

 

Δικαστές: Χ. Πρατικάκης (πρόεδρος) Ι. Γερωνυμάκης, Κ. Κοντογιάννης Εισαγγελέας: Σ. Αθανασάκης

Κατά των κατηγορουμένων: 1) Ε.Μ., 2) Π.Μ., 3) Μ.Γ. και 4) Γ.Χ., ασκήθηκε ποινική δίωξη και εν συνεχεία απαγγέλθηκε κατηγορία για: 1) αρπαγή από κοινού (αρθρ. 45, 322 παρ. 1 ΠΚ) σε βαθμό κακουργήματος, 2) ακούσια απαγωγή με σκοπό την ακολασία σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 327 παρ. 1 ΠΚ), 3) βιασμό κατ` εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (άρθρα 98 και 336 παρ. 1 ΠΚ), 4) κατοχή εκρηκτικών υλών και βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για πρόκληση κινδύνου σε άνθρωπο, σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 272 παρ. 1 ΠΚ), 5) σύσταση και συμμορία, 6) παράνομη οπλοφορία χημικού όπλου (SPRAY), 7) παράνομη κατοχή χημικού όπλου (SPRAY), 8) παράνομη οπλοχρησία χημικού όπλου (SPRAY), 9) παράνομη οπλοφορία πιστολιών κατ` εξακολούθηση, 10) παράνομη κατοχή πιστολιών, 11) εξύβριση, 12) κακόβουλη βλασφημία, 13) απειλή κατ` εξακολούθηση (άρθρα 94 παρ. 1,98,187 παρ. 1,361 παρ. 1, 198 παρ. 2, 333 παρ. 1 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. Ια, ε, 2α, 7 παρ. 1, 2α, 8α, 10 παρ. 1, 3, 13αβ και 14 Ν. 2168/93) σε βάρος του πρώτου, για 1) αρπαγή από κοινού σε βαθμό κακουργήματος, 2) άμεση συνεργεία σε ακούσια απαγωγή με σκοπό την ακολασία σε βαθμό κακουργήματος και 3) σύσταση και συμμορία (άρθρα 45, 46 παρ. 1β, 94 παρ. 1, 322 παρ. 1, 327 παρ. 1, 187 παρ. 1 ΠΚ) σε βάρος του δεύτερου, για: 1) άμεση συνεργεία σε αρπαγή από κοινού σε βαθμό κακουργήματος και 2) σύσταση και συμμορία (άρθρα 45, 46 παρ. 16, 322 παρ. 1, 187 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ) σε βάρος του τρίτου και τέλος για: 1) σύσταση και συμμορία, 2) παράνομη οπλοφορία πιστολιού και 3) παράνομη κατοχή πιστολιού (άρθρα 94 παρ. 1, 187 παρ. 1 ΠΚ και 1 παρ. Ια, 7 παρ. 1, 2α, 8α, 10 παρ. 1, 3, 13α Ν. 2168/93) σε βάρος του τέταρτου. Ακολούθως παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης και για τα μεν πλημμελήματα 1) της σύστασης και συμμορίας που αποδίδεται σε όλους τους κατηγορουμένους, 2) της παράνομης οπλοφορίας χημικού όπλου (SPRAY) που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, 3) της παράνομης κατοχής χημικού όπλου (SPRAY) που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου, 4) της παράνομης οπλοχρησίας χημικού όπλου (SPRAY) που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου, 5) της παράνομης οπλοφορίας πιστολιών κατ` εξακολούθηση που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου, 6) της παράνομης κατοχής πιστολιών που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου, 7) της εξύβρισης που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου, 8) της κακόβουλης βλασφημίας που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου, 9) της παράνομης οπλοφορίας πιστολιού που αποδίδεται επίσης σε βάρος του τέταρτου και 10) της παράνομης κατοχής πιστολιού που αποδίδεται επίσης σε βάρος του τέταρτου κατηγορούμενου Γ.Χ., η κύρια ανάκριση ολοκληρώθηκε, αφού σχηματίσθηκε άλλη δικογραφία από φωτοαντίγραφα της προκειμένης, με απ` ευθείας κλήση των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου με διαταγή του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου κατ` άρθρο 308 § 3 ΚΠΔ λόγω κινδύνου παραγραφής των ως άνω πλημμελημάτων. Για τα δε κακουργήματα η ανάκριση επίσης περαιώθηκε νομότυπα, επομένως νόμιμα φέρεται, με πρόταση του Εισαγγελέα, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού η παρούσα υπόθεση.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 336 ΠΚ όπως το εν λόγω άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 1419/1984 ορίζεται ότι "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο βιασμός είναι πολύπρακτο έγκλημα του οποίου η αντικειμενική υπόσταση πραγματώνεται με περισσότερες από μια πράξεις και συγκεκριμένα με την παράνομη βία και την εξώγαμη στη συνέχεια συνουσία ή τις ασελγείς πράξεις (ΑΠ 295/1994 ΠΧ ΜΔ` 479, ΑΠ 1056/1991 ΠΧ ΜΔ` 26). Ακόμα ο βιασμός είναι έγκλημα με υλικό αντικείμενο, ουσιαστικό, αφού επιφέρει μεταβολή στον εξωτερικό υλικό κόσμο, που έγκειται στη βλάβη ή στη διακινδύνευση εννόμου αγαθού και κατά συνέπεια είναι έγκλημα βλάβης {Ι. Μανωλεδάκης, Γεν. Θεωρία Ποιν. Δικ., Τόμος Β`, σελ. 99 επ.). Εχουν διαφοροποιηθεί αισθητά οι κοινωνικές αξίες που καθόριζαν την μορφή του προστατευόμενου έννομου αγαθού, την κλιμάκωση της ποινικής απειλής και την έκταση προστασίας ανάλογα με το φύλο του θύματος. Εχει γίνει κοινωνικά αποδεκτό σε μεγάλη έκταση, ότι δεν είναι τα ήθη που προσβάλλονται από το σεξουαλικό έγκλημα αλλά η προσωπική ελευθερία στην ειδική έκφραση της που αποδίδεται με τον όρο γενετήσια ελευθερία. Η γενετήσια ελευθερία αναλύεται σε τρία θεμελιώδη δικαιώματα: α) το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του ερωτικού συντρόφου, β) το δικαίωμα επιλογής της χρονικής στιγμής που θέλει κάποιος να έχει με τον ερωτικό του σύντροφο ερωτικό διάλογο και γ) το δικαίωμα επιλογής στον τρόπο διενέργειας της ανωτέρω πράξης. Η έννοια της συνουσίας είναι επαρκώς καθορισμένη στην επιστημονική, δικαστική και κοινωνική αντίληψη. Κατά την κρατούσα στην επιστημονική διδασκαλία και νομολογία άποψη, η συνουσία συντελείται όταν ολόκληρο ή μέρος του γεννητικού μορίου του άντρα εισέρχεται στον κόλπο της γυναίκας χωρίς να απαιτείται και ικανοποίηση της ορμής (ΑΠ 1666/1983). Η συνουσία όπως ρητώς αναφέρεται πρέπει να είναι εξώγαμος. Ο νόμος δηλαδή προβλέπει ως βιασμό, μόνο τον εξαναγκασμό σε εξώγαμο συνουσία. Λαμβάνει ως βάση την σκέψη ότι η ύπαρξη γενετήσιας ομιλίας μεταξύ των συζύγων περιλαμβάνεται κανονικά στο περιεχόμενο του γάμου. Κατά συνέπεια ο εξαναγκασμός της συζύγου προς συνουσία δεν αποτελεί βιασμό, διότι αποκλείεται το άδικο από το δικαίωμα και καθήκον που απορρέει από το γάμο. Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση, όταν έχει επέλθει χωρισμός από τραπέζης και κοίτης μεταξύ των συζύγων, οπότε σε περίπτωση εξαναγκασμού σε συνουσία της συζύγου από τον σε διάσταση σύζυγο, τελείται βιασμός (βλ. Κονταξή, Ποιν. Κωδ., εκδ. 1991, σελ. 2133). Ειδικότερα όταν η διάσταση είναι διαρκής, με μόνιμη διαλυτική επίδραση στην έγγαμη σχέση, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συζύγων ατονούν μέχρι σημείου εξαφανίσεως. Ακόμα περισσότερο όταν έχει ασκηθεί αγωγή διαζυγίου, ο γάμος πλέον τίθεται υπό προθεσμία, η διάσταση γίνεται εντονότερη και παράγει παρόμοια αποτελέσματα με αυτά του διαζυγίου. Τα δικαιώματα που είχαν απαλλοτριώσει οι σύζυγοι με το γάμο, μεταξύ των οποίων και η επιλογή ερωτικού συντρόφου -συστατικό δικαίωμα της γενετήσιας ελευθερίας- αναβιώνουν, με συνέπεια ο εξαναγκασμός της συζύγου σε κατά φύση συνουσία να θίγει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας της. Επιπρόσθετα όταν προηγείται χρονικά πράξη που συνιστά το έγκλημα της αρπαγής 322 ΠΚ, έγκλημα κακουργηματικού χαρακτήρα που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε "πράγμα" και θίγει στο πρόσωπο του θύματος την ίδια την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας, τότε ο μεταγενέστερος εξαναγκασμός της σε διάσταση συζύγου, από τον σύζυγο, σε κατά φύση συνουσία είναι φανερό ότι δε μπορεί να υπαχθεί στα πλαίσια της γενετήσιας ομιλίας μεταξύ των συζύγων, η οποία περιλαμβάνεται στο περιεχόμενο του διεπομένου από σύγχρονες και ανθρωπιστικές αντιλήψεις γάμου.

Τέλος, στο επιχείρημα ότι παρά ταύτα δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 336 ΠΚ, μπορεί ως αντίλογος να λεχθεί ότι το στοιχείο της εξώγαμης συνουσίας δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, παρά στοιχείο του άδικου χαρακτήρα της πράξης, η οποία υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις είναι καταφανώς άδικη. Οσο δε για την άποψη, ότι με αυτό τον τρόπο επιχειρείται contra legem ερμηνεία, μπορεί να υποστηριχθεί αντίθετα ότι δεν είναι contra legem η διασταλτική ερμηνεία που γίνεται μέσα στα πλαίσια του γράμματος και του σκοπού του νόμου.

Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση, καθώς και την αυτεπάγγελτη προανάκριση που προηγήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τις σχετικές εκθέσεις που έχουν συνταχθεί νομότυπα κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, καθώς και τα έγγραφα που περιέχονται στην εν λόγω ανακριτική δικογραφία, προέκυψαν και κατά την κρίση του Συμβουλίου σοβαρές ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν κατηγορία σε βάρος των τριών πρώτων κατηγορουμένων για τις κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις που τους αποδίδονται, πλην της τέταρτης πράξης, δηλαδή της κατοχής εκρηκτικών υλών και βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για πρόκληση κινδύνου σε άνθρωπο, σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 272 ΠΚ), που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, σύμφωνα άλλωστε και με όσα βάσιμα και νόμιμα αναπτύσσονται και αναλύονται στην Εισαγγελική πρόταση, στο περιεχόμενο της οποίας το συμβούλιο παραδεκτά εξ ολοκλήρου αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων (Ολ. ΑΠ 1227/1979 Π.Χρ. Λ` 253, ΑΠ 1607/1985 ΝοΒ 34, 450). Οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 § Ια, 27 § 1,45, 46 § 16, 51,52, 60, 63, 79, 94 §§ 1-2, 98, 322 § 1,327 § 1, 336 § 1 ΠΚ όπως το άρθρο 336 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 Ν. 1419/1984.

Επομένως πρέπει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν για να δικαστούν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, το οποίο είναι καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για την πράξη του βιασμού κατ` εξακολούθηση και το οποίο ως ανώτερο Δικαστήριο είναι αρμόδιο Δικαστήριο και του συναφούς κακουργήματος της αρπαγής από κοινού, καθώς και των συναφών κακουργημάτων της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία, της άμεσης συνέργειας σε ακούσια απαγωγή με σκοπό την ακολασία και της άμεσης συνέργειας σε αρπαγή από κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1δ, 109α, 119 § 1, 122 § 1, 128 §1, 129α ΚΠΔ, άρθρο 4 § 1ΘΝ. 1756/1988, άρθρα 96 § 1 και 97 § 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω πρέπει κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 315 § 1 ΚΠΔ, να διαταχθεί η διατήρηση της ισχύος των υπ` αριθ. 25/95 και 10/98 διατάξεων του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου, με τις οποίες επιβλήθηκαν στον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο οι περιοριστικοί όροι α) της εγγυοδοσίας των 450.000 και 500.000 δρχ. αντίστοιχα στον καθένα, 6) της απαγόρευσης εξόδου τους από την χώρα και γ) της εμφανίσεως τους την πρώτη κάθε μήνα στον Διευθυντή του Αστυνομικού τμήματος της Αγίας Βαρβάρας Αιγάλεω Αττικής, μέχρι την οριστική εκδίκαση των εναντίον τους ως άνω κατηγοριών, ώστε να εξασφαλιστεί η παρουσία τους στο ακροατήριο (296 ΚΠΔ).