Έτος
2000
Νόμος / διάταξη που αφορά
344 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Αιμομιξία

 

     Η εγκαλούσα, κόρη του κατηγορουμένου με την από 24.3.2000 δήλωσή της που απηύθηνε προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πρέβεζας ανακάλεσε την από 17.9.1999 έγκλησή της ενώπιον του Α. Τ. Πλ. Δ. Θεσσαλονίκης κατά του κατηγορουμένου με βάση την οποία ασκήθηκε κατ` αυτού ποινική δίωξη για το έγκλημα της αποπλάνησης παιδιού μη συμπληρώσαντος το 13ο έτος της ηλικίας του (άρ. 344 ΠΚ) το οποίο διώκεται κατ` έγκλησης. Ο κατηγορούμενος Μ.Φ. αποδέχθηκε την ανάκληση όπως φαίνεται από την  από 26.5.2000 δήλωση-αποδοχή που κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πρέβεζας. Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν την ανακαλούσα τα οποία όμως πρέπει να επιβληθούν μειωμένα (άρ. 587 ΚΠΔ), λόγω της ανυπαρξίας οικονομικών πόρων εκ μέρους αυτής. Πρέπει επομένως να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα πράξη. Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρ. 345 ΠΚ "Η συνουσία μεταξύ συγγενών εξ αίματος ανιούσας και κατιούσας γραμμής τιμωρείται ως προς τους ανιόντες με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ως προς τους κατιόντες με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Το προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή έγκλημα της αιμομιξίας διώκεται αυτεπάγγελτα, έχει δε ως βάση την ηθική οικογενειακή τάξη και τη βιολογική υγιεινή προάσπιση της γονής. Το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η οικογένεια (Βλ. Μανωλεδάκη γ` 107, Μαργαρίτη Αρμ. 1979 σ. 924). Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης δεν όρισε όπως στην περίπτωση του βιασμού τη δυνατότητα παύσεως της ποινικής δίωξης κατόπιν δηλώσεως του θύματος ότι από την ακροαματική διαδικασία υπάρχει κίνδυνος σοβαρού ψυχικού τραυματισμού του. Αν ο νομοθέτης ήθελε, θα όριζε ρητά τη δυνατότητα αυτή και στην περίπτωση της αιμομιξίας όπου το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι διαφορετικό από εκείνο του βιασμού, αφού στην περίπτωση του βιασμού είναι η γενετήσια ελευθερία ή σεξουαλική αυτοδιάθεση, ως ειδικότερη μορφή της προσωπικής ελευθερίας, και η ανθρωπινή αξιοπρέπεια. Τυχόν δε αναλογική εφαρμογή θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη ατιμωρησία επικίνδυνους εγκληματίες, με δεδομένο μάλιστα το γεγονός ότι ακόμη και στην περίπτωση του βιασμού το Συμβούλιο έχει διακριτική ευχέρεια να παύσει την ασκηθείσα ποινική δίωξη (άρ. 344 ΠΚ).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση όπως προαναφέρθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της αιμομιξίας κατ` εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρ. 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α`, 27, 51, 52, 79, 98, 345 παρ. 1 ΠΚ.

  Συνεπώς πρέπει να παραπεμφθεί αυτός για να δικασθεί για την πράξη του αυτή σύμφωνα με τα άρ. 309 παρ. 1ε` και 313 ΚΠΔ στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, ως αρμόδιο καθ` ύλη και κατά τόπο, σύμφωνα με τα άρ. 1 περ. δ, 8 παρ. 1α`, 109 περ. 119

Από τη διενεργηθείσα ανάκριση και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα: Η Φ.Φ. του Μ. και της Ε. (γεν. την 30.12.1981) ζούσε σχεδόν υπό συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης στο Θεσπρωτικό Πρέβεζας με τον πατέρα της και κατηγορούμενο, τον αδελφό της Γ.Φ. (19 ετών), τον παππού της Γ.Φ. και τη γιαγιά της Φ.Φ. Μητέρα δεν γνώρισε, γιατί από την ημέρα που γεννήθηκε η μητέρα της εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Κάποια ημέρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1994, ενώ βρισκόταν στο δωμάτιό της και ήταν βράδυ, την πλησίασε ο πατέρας της, άρχισε να ασκεί πίεση και βία πάνω στο σώμα της, της έβγαλε τα ρούχα που φορούσε, έβαλε το χέρι του στο στόμα της για να μην φωνάξει, άρχισε να τη χαϊδεύει και να τη φιλάει στο στήθος και στα αιδοίο της και στο τέλος τη διακόρευσε, εκσπερματώνοντας μέσα στον κόλπο της. Οταν ο κατηγορούμενος τελείωσε τη σεξουαλική πράξη του, με ύφος αυστηρό της είπε να μην πει σε κανέναν τίποτα και ιδιαίτερα στον παππού και στη γιαγιά. Από τότε ο πατέρας της Φ.Φ. συνέχισε τακτικά με βία και με απειλές να συνουσιάζεται με τη θυγατέρα του μέχρι την ημέρα (ήταν Χειμώνας του 1995) που αποκαλύφθηκε, ότι αυτή είχε καταστεί έγκυος από τον πατέρα της. Τότε οδηγήθηκε η παθούσα από τον παππού και τη γιαγιά της, οι οποίοι έμαθαν τα πάντα για τον βιαστή και αιμομίκτη γιο τους, σε γυναικολογική κλινική της Πρέβεζας, όπου και έλαβε χώρα τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης. Μετά από το γεγονός της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης ο κατηγορούμενος συνέχισε τις σεξουαλικές επιθέσεις του μέχρι και την 15.9.1999, οπότε η παθούσα, μη αντέχοντας άλλο την αφόρητη και οδυνηρή κατάσταση, έφυγε από την οικογενειακή κατοικία και μετέβη στη Θεσσαλονίκη. Εκεί κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα, όπου και διηγήθηκε τα διαδραματισθέντα, υποβάλλοντας συγχρόνως έγκληση την 17.9.1999. Ολα αυτά προκύπτουν από τις καταθέσεις της παθούσας και επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις του παππού, της γιαγιάς και του αδελφού της παθούσας. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε έμμεσα τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος στην απολογία του ενώπιον της κ. Ανακρίτριας τα εξής: "Οταν έκανα έρωτα με την κόρη μου είχα θολομάρα και δεν καταλάβαινα τι έκανα εκείνη την ώρα".

Η Φ.Φ. (παθούσα) με έγγραφη δήλωση που κατέθεσε την 24.3.2000 στη Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας ανακάλεσε την έγκλησή της, την οποία είχε υποβάλει στο Α.Τ. Θεσσαλονίκης, και ισχυρίσθηκε, ότι η δημοσιότητα που θα προκαλούνταν από την ακροαματική διαδικασία θα είχε ως συνέπεια τον σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της. Τη δήλωση αυτή υποστήριξε και ο αδελφός της, ο οποίος έκανε λόγο για "σοβαρό ψυχικό τραυματισμό όλης της οικογένειας", ενώ και ο παππούς εξέφρασε την επιθυμία να μην παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, γιατί αυτό θα είχε πολύ άσχημες συνέπειες για όλη την οικογένεια και κυρίως για τα εγγόνια. Μεταξύ άλλων αναφέρει η παθούσα στη δήλωσή της, ότι εγκατέλειψε το Θεσπρωτικό Πρέβεζας και διαμένει προσωρινά στην Αθήνα χωρίς τα αγαπημένα της πρόσωπα, δηλαδή τον παππού και τη γιαγιά της, χωρίς πόρους και χωρίς οικογενειακή υποστήριξη ένεκα του ότι στον κοινωνικό της περίγυρο (ακόμα και στο συγγενικό περιβάλλον!) θεωρούνταν πλέον άτομο μειωμένης ηθικής υποστάσεως και όλοι απέφευγαν μετά από την κοινοποίηση των συμβάντων την συναναστροφή μαζί της, ότι αναγκάστηκε να φύγει από το Θεσπρωτικό προκειμένου να ξεχαστεί το αποτρόπαιο γεγονός και ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας της και της κοινωνικής και ηθικής απαξίας του όλου εγκληματικού συμβάντος (βιασμός, αποπλάνηση, αιμομιξία) η δυσμενής κατάστασή της θα προσφέρεται για εμπορική εκμετάλλευση από τα ΜΜΕ (εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί με ολέθρια αποτελέσματα για το προσωπικό της μέλλον, κάτι που θα έχει ως συνέπεια την περαιτέρω ηθική της μείωση και την ολοκληρωτική ψυχική και σωματική της εξόντωση. Από την άλλη μεριά ο πατέρας και κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την ανάκληση  της εγκλήσεως με έγγραφη δήλωση που κατέθεσε την 26.5.2000 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας. Συνάγεται μάλιστα από διάφορα πιστοποιητικά, ότι αυτός έλαβε προσωρινό απολυτήριο από τον στρατό, έχει κριθεί από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος για εργασία, έχει θεραπευθεί σε ιδρύματα από νευρολόγους και ψυχιάτρους και ζει απομονωμένος από το κοινωνικό περιβάλλον, μη δυνάμενος να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους του.

 Στην εξεταζόμενη περίπτωση η ανάκληση της εγκλήσεως και η αποδοχή της ανακλήσεως παράγουν μια νομική δέσμευση για το Συμβούλιό Σας, το οποίο υποχρεούται να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού κατ` εξακολούθηση σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 310 παρ. 1 εδ. β` ΚΠΔ.

Σχετικά με το έγκλημα του βιασμού κατ` εξακολούθηση νομίζω, ότι ενδείκνυται να παύσετε οριστικά την ποινική δίωξη, επειδή εικάζεται, με βάση τα όσα διαλαμβάνει στη δήλωσή της η παθούσα και δεν δύνανται να αμφισβητηθούν, με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, ότι η δημοσιότητα από την ποινική διαδικασία θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της. Σ` αυτή την εκτίμηση συμβάλλουν το νεαρό της ηλικίας της, η έλλειψη οικονομικών πόρων και ηθικής συμπαράστασης από την πλευρά της οικογένειας και των συγγενών, η διαμονή πολύ μακριά από την πόλη, στην οποία μεγάλωσε, η ελλιπής παιδεία της και η πιθανολόγηση ότι μια ακροαματική διαδικασία θα προκαλέσει την πλήρη αποσύνθεση των ήδη διαταραγμένων οικογενειακών σχέσεων, θα αποκλείσει στην παθούσα κάθε ελπίδα για επιστροφή στο σπίτι της και στα αγαπημένα της πρόσωπα και θα επιφέρει κυριολεκτικά τη συντριβή της ψυχοσωματικής της υπόστασης στα γρανάζια της ποινικής διαδικασίας, ιδιαίτερα γιατί η παθούσα θα γινόταν βορά των αθέμιτων ορέξεων των ΜΜΕ, τα οποία συνήθως αδιαφορούν για την προσωπικότητα του ανθρώπου και πολίτη. Στην ψυχική της κατάπτωση θα οδηγούσε αναπόφευκτα με την αναμόχλευση των εγκληματικών συμβάντων και την δικαστική ανάπλαση των αξιόποινων πράξεων η ακροαματική διαδικασία, στην οποία θα περίσσευε η ντροπή για την οικογενειακή αθλιότητα. Εξάλλου θα ήταν αντιφατικό για την έννομη τάξη το να προτιμήσει το Συμβούλιό Σας να προασπίσει το δημόσιο συμφέρον, θυσιάζοντας το συμφέρον της παθούσας, αφού για τα ίδια ακριβώς ιστορικά συμβάντα (αποπλάνηση παιδιού κατ` εξακολούθηση, βιασμός κατ` εξακολούθηση) αφενός θα γινόταν υποχρεωτικά σεβαστή η βούληση της παθούσας (δείτε παραπάνω έναν από τους  δικαιολογητικούς λόγους της έγκλησης) και θα έπαυε το Συμβούλιό Σας οριστικά την ποινική δίωξη (άρ. 120 παρ. 1, 3, 344 εδ. α` ΠΚ, άρ. 310 παρ. 1 εδ. β` ΚΠΔ) και αφετέρου δεν θα παρήγε νομική δέσμευση η βούληση της παθούσας και θα  συνεχιζόταν η ποινική διαδικασία (άρ. 344 εδ. β` ΠΚ, άρ. 313 ΚΠΔ). Νομίζω, ότι η στάθμιση που έχει ήδη πραγματοποιήσει ο νομοθέτης στην περίπτωση της αποπλάνησης παιδιού και η επιλογή από αυτόν ως υπέρτερου του συμφέροντος της παθούσας (πρόκεται εδώ αναμφισβήτητα για μια αξιολογική απόφαση της έννομης τάξης) θα πρέπει να πρυτανεύσουν και κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας που απονέμει στο Συμβούλιο το άρ. 344 εδ. β` ΠΚ. Θεωρώ, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία συρρέει βιασμός με αποπλάνηση παιδιού, έστω και αν αυτή είναι πλημμέλημα, το Συμβούλιο δεν έχει πλέον διακριτική ευχέρεια αλλά υποχρεούται να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (τούτο επιτάσσει μια συστηματική ερμηνεία), εφόσον το παθόν πρόσωπο προέβη σε δήλωση ανακλήσεως της εγκλήσεως και συγχρόνως σε δήλωση για απειλούμενο σοβαρό ψυχικό τραυματισμό.

Τι γίνεται όμως τώρα με το έγκλημα της αιμομιξίας (άρ. 345 παρ. 1 ΠΚ) που διώκεται αυτεπαγγέλτως; Σχετικά έχουν υποστηριχθεί αντίθετες απόψεις: Αφενός η άποψη της αναλογικής εφαρμογής για τα σχετιζόμενα άμεσα με το βιασμό εγκλήματα, δηλαδή όχι για κάθε έγκλημα που συρρέει με τον βιασμό και που έγινε ανεξάρτητα από αυτόν (ληστεία, κλοπή, φθορά κ.λπ.), αλλά για εκείνα τα εγκλήματα μόνο που αποτελούν ή φυσικό επακόλουθο ή μέσο αυτού (π.χ. σωματική βλάβη) ή πραγματώνονται αναγκαία με την αυτή πράξη και θίγουν συναφή με την γενετήσια ελευθερία αγαθά (αιμομιξία, ασέλγεια μεταξύ συγγενών κ.λπ.): βλ. εισαγγελική πρόταση Μπρακουμάτσου που έγινε δεκτή στο ΣυμβΠλημΑθ 3947/1986, ΠοινΧρ 1986, σελ. 847 επ., όπου κρίθηκε η περίπτωση της παράνομης κατακράτησης που τελέσθηκε επ` ευκαιρία και προς επίτευξη βιασμού, Μπρακουμάτσου, Αρ. 344 ΠΚ και αναλογική μη εφαρμογή αυτού επί συρρεόντων εγκλημάτων, ΠοινΧρ 1998, σελ. 542 επ. Και αφετέρου η άποψη του αποκλεισμού της αναλογικής εφαρμογής του άρ. 344 εδ. β` ΠΚ με το επιχείρημα ότι εισάγεται με το άρθρο αυτό ένας εξαιρετικός και ιδιόρρυθμος λόγος παύσης της ποινικής δίωξης, ο οποίος συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες του εγκλήματος του βιασμού και αφορά αποκλειστικό αυτό, ενώ μια αναλογική εφαρμογή θα οδηγούσε στην ατιμωρησία επικίνδυνων εγκληματιών: βλ. εισαγγελική πρόταση Ζύγουρα που έγινε δεκτή στο  ΣυμβΠλημΠατρ 274/1989, ΝοΒ 1989, σελ. 1470, ΣυμβΠλημΑθ 2069/1995, ΠοινΧρ 1995, σελ. 1464, Παρατηρήσεις Αναγνωστόπουλου σε ΠοινΧρ 1986, σελ. 849, Κωστάρα, Ουτοπία και πραγματικότητα στη δίωξη του βιασμού, ΠοινΧρ 1987, σελ. 26 επ., Θεοδ. Σταμάτη, Το έγκλημα του βιασμού, ΠοινΧρ 1996, σελ. 624.

Σκοπός της διάταξης του άρ. 344 εδ. β` ΠΚ είναι η προστασία του θύματος του βιασμού από τον κίνδυνο σοβαρού ψυχικού τραυματισμού (βλ. Ολ.ΑΠ 37/1991, ΠοινΧρ 1991, σελ. 825 επ., όπου μάλιστα ορθά έγινε δεκτό, ότι ο κίνδυνος αυτός δεν εξαντλείται με την περάτωση της μη δημόσιας προδικασίας αλλά κορυφώνεται ιδίως στο ακροατήριο με την αναπόφευκτη ανάπλαση του εγκληματικού συμβάντος και ότι για το λόγο αυτό είναι δυνατή παρά το περιοριστικό γράμμα του νόμου η υποβολή της δήλωσης του άρ. 344 εδ. β` ΠΚ και ενώπιον του δικαστηρίου). Εχω τη γνώμη ότι κατά τελεολογική διαστολή (βλ. γι` αυτή Σατλάνη, Μεθοδολογικά προλεγόμενα για τον αποκλεισμό και τον περιορισμό του αξιοποίνου, 1999, σελ. 183 επ., 185, 201 επ., 263 επ., όπου με παραπομπή σε άποψη Μυλωνόπουλου ΠοινΧρ 1993, σελ. 359, περιγράφεται η τελεολογική διαστολή ως μορφή contra legem ερμηνείας και υποστηρίζεται, ότι αυτή επιχειρείται με κριτήριο τη ratio legis, δηλαδή την αιτία ή το σκοπό του νόμου, όταν είναι αδύνατη η αναλογική εφαρμογή του νόμου, όπως π.χ. συμβαίνει, όταν διαπιστώνεται περιοριστική απαρίθμηση περιπτώσεων στο νόμο και συνεπώς ηθελημένη ατέλεια του νόμου, πράγμα που φαίνεται να συμβαίνει και στο άρ. 344 ΠΚ, στο οποίο επιλέχθηκε ενσυνείδητα και ηθελημένα από το νομοθέτη που είχε υπόψη του τα "σεξουαλικά" εγκλήματα, δηλαδή τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και τα εγκλήματα περί τη γενετήσια ζωή, μόνο το έγκλημα του βιασμού) είναι δυνατή η εφαρμογή του άρ. 344 εδ. β` ΠΚ και σε άλλα εγκλήματα που συνδέονται άμεσα με το βιασμό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερισχύει το ατομικό συμφέρον του παθόντος σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον. Τη λύση αυτή στηρίζει η σκέψη ότι η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας με τη διαλεύκανση του άλλου εγκλήματος μπορεί να σημαίνει αναπόφευκτα και αναγκαία και την αναμόχλευση των γεγονότων που συνιστούν τον βιασμό, οπότε θα επερχόταν ματαίωση του σκοπού του νόμου (του άρ. 344 εδ, β` ΠΚ) και θα ανέκυπτε πάλι αντιφατικότητα μέσα στην έννομη τάξη, αφού θα ήταν δυνατό να παύεται οριστικά η ποινική δίωξη για βιασμό και συγχρόνως να συνεχίζεται η ποινική διαδικασία για το άλλο έγκλημα, με αποτέλεσμα την εξαντλητική διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών του βιασμού που τραυματίζουν ψυχικά το θύμα. Για παράδειγμα στην περίπτωση, κατά την οποία ο δράστης τέλεσε την πράξη του βιασμού, κραδαίνοντας μαχαίρι γύρω από το λαιμό του θύματος, και συγχρόνως με την απειλή του μαχαιριού αφαίρεσε τη χρυσή αλυσίδα αξίας 200.000 δρχ. από το λαιμό του θύματος, η διερεύνηση των στοιχείων της νομοτυπικής υπόστασης της ληστείας αναπόφευκτα πρόκειται να αγάγει στην αποκάλυψη ή τουλάχιστον στην ανάμνηση των τραυματικών πτυχών του ιστορικού συμβάντος και να καταρρακώσει ψυχικά το θύμα, ενώ σ` αυτή την περίπτωση δεν επιτρέπεται να ενατενίζεται ως προσαυξημένη η επικινδυνότητα του δράστη ένεκα προσβολής και του εννόμου αγαθού της ιδιοκτησίας, το οποίο μάλιστα σε σχέση με τη γενετήσια ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που προσβάλλει ο βιασμός είναι τόσο σε αφηρημένο όσο και σε συγκεκριμένο επίπεδο ασύγκριτα κατώτερης αξίας και σημασίας στην ιεραρχία των εννόμων αγαθών. Αντίθετα, όταν ο βιασμός συνοδεύεται π.χ. από ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου (πρόκειται για την "ιδιαίτερα αποκρουστική" ληστεία, η οποία από υποκειμενική άποψη χαρακτηρίζεται από βούληση του δράστη άσπλαχνη, ανηλεή, βασανιστική και στερημένη ανθρώπινων αισθημάτων και απόαντικειμενική άποψη συνίσταται σε συμπεριφορά προκαλούσα ισχυρούς  σωματικούς πόνους και η οποία τιμωρείται κατ` άρ. 380 παρ. 2 ΠΚ με ισόβια κάθειρξη: βλ. Μανωλεδάκη, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, άρ.372-384α ΠΚ, 1994, σελ. 173, Φασούλα, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας  άρ. 372-384α ΠΚ, 1991, σελ. 479), η ιδιαίτερη και ιδιάζουσα επικινδυνότητα του βιαστή είναι προφανής, κάτι που δίνει το προβάδισμαστην ικανοποίηση του δημόσιου συμφέροντος, όπως επίσης κατά την άποψή μου συμβαίνει π.χ. και με την περίπτωση του βιαστή που εισήλθε τη νύχτα στην οικία της παθούσας και που, εκμεταλλευόμενος μετά από την τέλεση του βιασμού τη σύγχυση και τον πανικό της παθούσας που κλείστηκε στο δωμάτιό της, αφαίρεσε από την οικία της εν γνώσει του πολύτιμα αντικείμενα συνολικής αξίας 60.000.000 δρχ. (διακεκριμένη κλοπή: άρ.374 περ. ε` ΠΚ ως συμπληρώθηκε με το άρ. 14 του Ν. 2721/3.6.1999).

Γενικότερα για την αρχή της αναλογικότητας που σχετίζεται με το άδικο, την αρχή της ενοχής και τη μειωμένη επικινδυνότητα του δράστη που μπορούν ως κριτήρια να προσδιορίζουν την ένταση του δημόσιου συμφέροντος για διεξαγωγή της δίκης πρβλ. Σατλάνη, Μεθοδολογικά προλεγόμενα για τον αποκλεισμό και τον περιορισμό του αξιοποίνου, 1999, σελ. 92 υποσ. 25, 96 επ., 138 επ. Ετσι θα μπορούσε να κριθεί από το Συμβούλιο, ότι το ατομικό συμφέρον του θύματος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι υπέρτερο από το δημόσιο συμφέρον για διεξαγωγή της δίκης, έστω και αν ο βιασμός συνδέεται άμεσα π.χ. με αιμομιξία ή με ασέλγεια μεταξύ συγγενών ή με οπλοφορία ή με ληστεία ή κλοπή αντικειμένου όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και ότι υποχωρεί στην περίπτωση του βιαστή που διαπράπει συγχρόνως π.χ. απόπειρα ανθρωποκτονίας ή ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα ή κλοπή αντικειμένων    ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το ερμηνευτικό επιχείρημα της "ατιμωρησίας επικίνδυνων εγκληματιών" που χρησιμοποιείται για τον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρ. 344 εδ. β` ΠΚ και σε άλλα εγκλήματα πέραν του βιασμού είναι μάλλον απρόσφορο για μια μεθοδολογική συλλογιστική, επειδή θα ερχόταν σε αντίθεση με μια συστηματική ερμηνεία που ερευνά τις αξιολογικές αποφάσεις της έννομης τάξης, αφού ήδη ο νομοθέτης εκχωρεί την ευχέρεια στον δικαστή να αφήσει ατιμώρητους βιαστές που είναι από τους πλέον επικίνδυνους και αδίστακτους εγκληματίες, ενώ και το επιχείρημα των ιδιαιτεροτήτων του εγκλήματος του βιασμού αποδεικνύεται ασθενές, όταν αναλογίζεται κανείς π.χ. την περίπτωση βιασμού και αιμομιξίας κατ` εξακολούθηση ή το ενδεχόμενο να ξαναβιώσει το θύμα τοσκηνικό του βιασμού με την κλήτευσή του ως μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη για το άλλο έγκλημα. Πρωταρχικό ζήτημα συνεπώς -νομίζω- αναδεικνύεται το θέμα ποιο συμφέρον, το ατομικό του θύματος ή το δημόσιο συμφέρον, υπερισχύει κάθε φορά στη συγκεκριμένη περίπτωση που σφραγίζεται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις.

Ενόψει των παραπάνω εκτιθεμένων, επειδή στην εξεταζόμενη περίπτωση ηαιμομιξία κατ` εξακολούθηση ταυτίζεται απόλυτα με την αποπλάνησηπαιδιού και τον βιασμό κατ` εξακολούθηση υπό την έννοια ότι σε μια δίκηγια αιμομιξία κατ` εξακολούθηση θα στρεφόταν η διερεύνηση τωνπραγματικών γεγονότων αποκλειστικά και μόνο γύρω από τη συνουσία κατ`εξακολούθηση που αποτελεί εδώ και τον πυρήνα τόσο της αποπλάνησηςπαιδιού όσο και του βιασμού και επειδή ο κατηγορούμενος ως κοινωνικάαποξενωμένος είναι πλέον μάλλον ανίκανος να βλάψει τα έννομα αγαθά τωνμελών της κοινωνίας, έχω την άποψη ότι κατά τελεολογική διαστολή στοάρ. 344 εδ. β` ΠΚ θα πρέπει να παύσετε οριστικά και ως προς τηναιμομιξία την ποινική δίωξη. Σημειωτέον ότι ήδη το Συμβούλιό Σας, αφούέλαβε υπόψη και την από 24.3.2000 έγγραφη δήλωση της παθούσας, δέχθηκε(παρά την αντίθετη μάλιστα εισαγγελική πρόταση!) την αίτηση τουκατηγορουμένου για αντικατάσταση της επιβληθείσας προσωρινής κράτησηςμε περιοριστικούς όρους, διαπιστώνοντας για τον αιτούντα στο με αριθμό[...] βούλευμα και τα εξής: "Αντιμετωπίζει εκ γενετής σοβαρά σωματικάπροβλήματα (νευρολογικής φύσεως) και έχει οριακή νοημοσύνη, συνεπείατης οποίας έχει ελαττωμένη ικανότητα κατανόησης της ηθικής διάστασηςτων πράξεών του (βλ. την από 2.3.2000 ιατρική πραγματογνωμοσύνη τουψυχιάτρου Φ.Γ.). Η κατάσταση της υγείας του του προκαλεί αναπηρία 67%και καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τη διαβίωσή του στις φυλακές. Δεν έχεικατηγορηθεί προηγούμενα για άλλη παρόμοια πράξη και δεν έχεικαταδικαστεί για άλλα αδικήματα εκτός από το αδίκημα της αυτοδικίας,για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως σαράντα ημερών".

Η ικανοποίηση εδώ των αναγκών της γενικής πρόληψης εγκλημάτων με τη διεξαγωγή δίκης και με την καταδίκη του δράστη για αιμομιξία κατ` εξακολούθηση θα συνεπαγόταν απαράδεκτα, χωρίς αποχρώντα λόγο τη θυσία της παθούσας στο βωμό της ποινικής δικαιοσύνης και τη μετατροπή και υποβάθμισή της σε μέσο, εργαλείο και αντικείμενο για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, πράγμα που θα συνιστούσε προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (πρβλ. Κρουσταλάκη, Ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου στην ποινική δίκη (προβληματισμοί ενός δικαστή), Υπερ. 1991, σελ. 155 επ., Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1996, σελ. 174, του ίδιου, Το έννομο αγαθό ως βασική έννοια του ποινικού δικαίου, 1998, σελ. 241, 243), και μαζί βεβαίως αφενός την ανατροπή της αξιολογικής απόφασης του νομοθέτη να διώκεται η αποπλάνηση παιδιού κατ` έγκληση χάριν της προστασίας του θύματος και αφετέρου τη ματαίωση του σκοπού του νόμου (άρ. 344 εδ. β` ΠΚ) που παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο χάριν επίσης της προστασίας του θύματος. Η μεθοδολογική αυτή σκέψη που λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς, τα συγκρουόμενα συμφέροντα και τις αξιολογήσεις της έννομης τάξης βρίσκει έρεισμα και σε ανάλογες σταθμίσεις και εκτιμήσεις για ματαίωση του σκοπού του νόμου που διατυπώθηκαν στη νομολογία σχετικά με τη δια κριτική ευχέρεια της Βουλής να αναστείλει την ποινική δίωξη κατά υπουργών: "Περαιτέρω, αν παραπέμφθηκαν μέλη της Κυβερνήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου και επακολουθήσει αναστολή της ποινικής διώξεως ως προς αυτά σύμφωνα με το άρ. 87 παρ. 2 εδ. γ` του Συντάγματος, η αναστολή αυτή μπορεί να επεκτείνεται με την απόφαση της Βουλής και στους συμμετόχους που συμπαραπέμφθηκαν. Ευλόγως δε, αφού η συνταγματική αυτή διάταξη για την αναστολή της ποινικής διώξεως θεσπίστηκε όχι από εύνοια ως προς τα μέλη αλλά για το ενδεχόμενο να ανακύψουν εκ των υστέρων λόγοι ή σκοπιμότητες που επιβάλλουν την αναστολή χάριν των συμφερόντων της χώρας. Αν όμως συντρέξουν τέτοιοι λόγοι για την αναστολή της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά μελών της Κυβερνήσεως, οι ίδιοι λόγοι είναι δυνατό να επιβάλλουν την αναστολή της και ως προς τους συμμετόχους, αφού η βλάβη που απειλείται είναι εξίσου δυνατό να επέλθει και από τη διεξαγωγή της δίκης ως προς μόνους τους συμμετόχους" (έτσι ΟλΑΠ 573/1993, ΠοινΧρ1993, σελ. 394 επ.). "Και στην προκείμενη περίπτωση η διεξαγωγή της δίκης ως προς μόνους τους συμμετόχους που παραπέμπονται με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι δυνατό να ματαιώσει τον σκοπό, για τον οποίο η Βουλή αποφάσισε την αναστολή της ποινικής διώξεως του πρώην Πρωθυπουργού, αφού οιαξιόποινες πράξεις, που αποδίδονται σ` αυτούς, είναι ακριβώς αυτές (εκτός από δύο πράξεις ψευδορκίας), για τις οποίες ο πρώην Πρωθυπουργός παραπέμφθηκε ως ηθικός αυτουργός. Από τη διεξαγωγή λοιπόν αυτής της δίκης των συμμετόχων ...είναι δυνατό να επέλθει βλάβη στα συμφέροντα της χώρας" (έτσι εισαγγελική πρόταση Λαμπίρη στο ΣυμβΑΠ 596/1995, ΠοινΧρ 1995, σελ. 921 επ., πρβλ. ΑΠ 1472/1995, ΝοΒ 1996, σελ. 693, Καράμπελα, Το ισχύον δίκαιο περί ποινικής ευθύνης υπουργών, Ποινική Δικαιοσύνη 2000, σελ. 449 υποσ. 8).

Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω να παύσετε οριστικά την ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού μη συμπληρώσαντος τα 13 έτη κατ` εξακολούθηση, για βιασμό κατ` εξακολούθηση και αιμομιξία κατ`εξακολούθηση (άρ. 98 παρ. 1, 336 παρ.1, 339 παρ. 1 περ. β`, 345 παρ. 1ΠΚ), πράξεις που τελέσθηκαν από τον Μ.Φ. του Γ. κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του καλοκαιριού του 1994 και της 15.9.1999 στο Θεσπρωτικό Πρέβεζας σε βάρος της θυγατέρας του Φ.Φ.