Έτος
2002
Νόμος / διάταξη που αφορά
304 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Η ευθύνη του ιατρού

 

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή των ήδη εκκαλούντων κατά του ήδη εφεσίβλητου, που κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, ιστορήθηκαν τα εξής:

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της δεύτερης απ` αυτούς (εκκαλούντες), συζύγου του πρώτου εκκαλούντος, επισκέφθηκαν τον εφεσίβλητο Π.Ν., μαιευτήρα - γυναικολόγο και διευθυντή της Μονάδας Ιατρικής Εμβρύου στο μαιευτήριο "Μ.", προκειμένου να διενεργήσει εκείνος τον αναγκαίο προγεννητικό έλεγχο σ` αυτήν (δεύτερη εκκαλούσα) με υπερηχογραφικές εξετάσεις. Η επίσκεψη αυτή στον εφεσίβλητο ιατρό έγινε στις 3.4.1995, οπότε η εγκυμοσύνη της δεύτερης εκκαλούσας είχε διάρκεια περισσότερο από είκοσι πέντε εβδομάδες. Μετά τη διενέργεια του σχετικού προγεννητικού (υπερηχογραφικού) ελέγχου ο εφεσίβλητος ιατρός διαβεβαίωσε εγγράφως τους εκκαλούντες συζύγους ότι η εξέλιξη και η ανάπτυξη του κυοφορούμενου εμβρύου ήταν απολύτως φυσιολογική. Όταν, όμως, στις 8.7.1995, γεννήθηκε το κυοφορούμενο τέκνο τους διαπιστώθηκε ότι δεν είχε αυτό φυσιολογική ανάπτυξη και έπασχε από "φωκομέλεια", εμφανίζοντας παντελή έλλειψη του αριστερού χεριού (από το ύψος καρπού) και του αριστερού ποδιού (από το ύψος του γονάτου). Η γέννηση αυτού του τέκνου των εκκαλούντων, με την πιο πάνω σοβαρή ανωμαλία, οφειλόταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του εφεσίβλητου ιατρού, ο οποίος δεν διέγνωσε κατά τον ως άνω προγεννητικό έλεγχο αυτή τη σοβαρή ανωμαλία σ` εκείνο. Συνίσταται δε η υπαιτιότητα του εφεσίβλητου στο ότι αυτός, κατά παράβαση των επιβαλλόμενων από το νόμο υποχρεώσεων του, ως ιατρού γυναικολόγου -υπερηχογραφιστή, διενήργησε πλημμελώς τον υπερηχογραφικό έλεγχο του εμβρύου και, έτσι, δεν διέγνωσε την πραγματική κατάσταση των άκρων του εμβρύου και δεν ενημέρωσε σχετικά τους εκκαλούντες γονείς του για την παραπάνω ανατομική ανωμαλία εκείνου (κυοφορούμενου), ώστε να προβούν σε τεχνητή διακοπή της κυήσεως. Η συμπεριφορά αυτή του εφεσίβλητου στοιχειοθετεί όχι μόνο αδικοπραξία αυτού (914 ΑΚ) αλλά και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας αυτών των εκκαλούντων (57 ΑΚ), την οποίαν (προσβολή) συνιστά η υπαίτια παράλειψη του εφεσίβλητου να ενημερώσει τους εκκαλούντες συζύγους για την πιο πάνω σοβαρή ανωμαλία του κυοφορούμενου τέκνου τους. Από την παράλειψη αυτήν, που ήταν απότοκη της πλημμελούς διενέργειας από τον εφεσίβλητο του υπερηχογραφικού ελέγχου αποστερήθηκαν οι εκκαλούντες εκείνοι του προσωπικού δικαιώματος τους να πληροφορηθούν την ύπαρξη της παραπάνω σοβαρής ανωμαλίας του κυοφορούμενου τέκνου τους και συνακολούθως ν` αποφασίσουν τη διακοπή της κυήσεως για ευγονικούς λόγους. Έτσι, λόγω της μη διακοπής της κυήσεως, οφειλόμενης στην αναφερόμενη και υπαίτια του εφεσίβλητου συμπεριφορά, και της εντεύθεν γεννήσεως νεογνού με την ως άνω σωματική ανωμαλία, οι εκκαλούντες γονείς αφενός θα υποστούν περιουσιακή ζημία 11.996.000 δραχμών, συνιστάμενη στις δαπάνες που θα πραγματοποιήσουν αναγκαίος εν σχέσει με το ανήλικο τέκνο τους, για πληρωμή παιδοψυχολόγου, τοποθέτηση πρόσθετου τεχνητού μέλους κάτω άκρου, πρόσθεση τεχνητού μέλους αριστερού βραχίονα, εγχειρήσεις προς επιμήκυνση αριστερού βραχίονα και τοποθέτηση μυοηλεκτρονικού χεριού, και αφετέρου διαταράχθηκε η ψυχική τους υγεία και ισορροπία και υπέστησαν ηθική βλάβη. Ζήτησαν δε με την αγωγή αυτή να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να καταβάλει σ` αυτούς τους εκκαλούντες συζύγους, ως δική τους ατομική αξίωση από αδικοπραξία, που είναι υπόχρεοι σε επιμέλεια και διατροφή του εν λόγω ανήλικου τέκνου τους: α) 11.996.000 δραχμές ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας τους και β) 2.000.000 δραχμές σε καθένα τους για χρηματική ικανοποίηση τους λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή αυτή, με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι και αν ακόμη, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, η δεύτερη εκκαλούσα θα συναινούσε στην τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης της, στην περίπτωση που ο εφεσίβλητος ιατρός, κατά την επίσκεψη της τελευταίας αυτής σ` εκείνον, θα είχε διαγνώσει την ανωτέρω ανωμαλία του κυοφορούμενου της, η τέτοια επέμβαση (διακοπή εγκυμοσύνης) δεν ήταν επιτρεπτή σύμφωνα με το νόμο (304 § 4 ΠΚ), δεδομένου ότι, κατά την επίσκεψη εκείνης στον εφεσίβλητο αυτόν (3.4.1995), όπως διαλαμβάνεται στην αγωγή, η εγκυμοσύνη της είχε διάρκεια περισσότερο από είκοσι πέντε εβδομάδες. Έτσι, και στην περίπτωση που είχε γίνει από τον εφεσίβλητο ορθή διάγνωση, με την ανακοίνωση του αποτελέσματος αυτού στους εκκαλούντες, δεν μπορούσε ν` αλλάξει το δυσμενές αυτό αποτέλεσμα της γεννήσεως του ως άνω τέκνου τους με την προειπωμένη ανωμαλία, αφού η γέννηση του δεν μπορούσε έκτοτε να εμποδιστεί με τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης. Με τα δεδομένα αυτά η επικαλούμενη στην ένδικη αγωγή παράλειψη από την πλευρά του εφεσίβλητου ιατρού δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ζημία των εκκαλούντων και δεν μπορεί, έτσι, να γίνει λόγος για αδικοπραξία εκείνου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, οι εκκαλούντες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι ζήτησαν, ως δική τους ατομική αξίωση από αδικοπραξία, τις δαπάνες στις οποίες θα υποβληθούν αναγκαίως για τη βελτίωσητης καταστάσεως του πιο πάνω ανήλικου τέκνου τους, ως υπόχρεοι σε επιμέλεια και διατροφή του. Η καταβολή όμως των δαπανών αυτών δεν αποτελεί άμεση ζημία  των εκκαλούντων συζύγων από αδικοπραξία. Με τις σκέψεις αυτές (και με δεδομένο ότι ήταν επιτρεπτή κατά νόμο η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης της δεύτερης εκκαλούσας) η ένδικη αγωγή είναι ενεργητικώς ανομιμοποίητη για το κονδύλιο των δαπανών, στο οποίο θα υποβληθούν οι εκκαλούντες εν σχέσει με το ως άνω ανήλικο τέκνο τους. Η ίδια αγωγή, για την ίδια περίπτωση, κατά το αίτημα της περί επιδικάσεως στους εκκαλούντες, ατομικώς, χρηματικής ικανοποιήσεως βάσει των άρθ. 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την επικαλούμενη αδικοπραξία του εφεσίβλητου, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, διότι η ηθική βλάβη τους αυτή είναι έμμεση και, σαν τέτοια, δεν αποκαθίσταται. Κατόπιν αυτών οι ένδικες αξιώσεις των εκκαλούντων έπρεπε ν` απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο, λοιπόν, Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, στα αυτά έχοντας καταλήξει και απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, έστω και με  διαφορετική αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου (άρθ. 914, 932 του ΑΚ και 304 § 4 του ΠΚ) και πρέπει, γι` αυτό, ν` απορριφθούν οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής ως αβάσιμοι.