Έτος
1987
Νόμος / διάταξη που αφορά
359 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Έννοια της συμπαράστασης

 

[…] Το άρθρο 359 ΠΚ ορίζει ότι «όποιος εγκαταλείπει σε απορία ή με άλλο τρόπο αβοήθητη γυναίκα που έμεινε απ’ αυτόν έγκυος και που λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού της δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτόν της τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση». Το έγκλημα αυτό της εγκατάλειψης εγκύου που τελείται δια παραλείψεως της οφειλόμενης από τον δράστη προς την παθούσα υλικής και ηθικής συμπαράστασης είναι τετελεσμένο από τη στιγμή της εγκατάλειψης και διαρκεί όσο χρόνο  η έγκυος αδυνατεί να μεριμνήσει για τον εαυτό της και έχει ανάγκη της πιο πάνω βοήθειας. Εξάλλου υο έγκλημα για το οποίο γίνεται λόγος είναι διαρκές έγκλημα, πράγμα που σημαίνει ότι τα συστατικά του στοιχεία υπάρχουν κάθε στιγμή του χρόνου κατά τον οποίο συνεχίζεται η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε συνεπεία της παράλειψης παροχής από τον υπαίτιο της οφειλόμενης συνδρομής. Αν ύστερα από έγκληση της παθούσας ασκηθεί ποινική δίωξη και περιέλθει η δίωξη αυτή εις γνώση του εγκαταλείψαντος τότε διακόπτεται η συνέχιση της πράξης και η περαιτέρω εξακολούθηση της εγκατάλειψης αποτελεί νέα πράξη για την οποία απαιτείται ιδιαίτερη έγκληση. Κατά συνέπεια, η τέλεση της πράξης διαρκεί σ’ όλο το χρονικό διάστημα από τη στιγμή της εγκατάλειψης και ωσότου ο δράστης λάβει γνώση της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε. Στον ενιαίο αυτό χρόνο συνυπολογίζεται και ο μετά την έγκληση χρόνος, κατά τον οποίο διαρκεί η εγκατάλειψη, μέχρις ότου λάβει γνώση ο δράστης της ποινικής δίωξης, η δε γνώση αυτή συντελείται με την κλήση του υπαίτιου ως κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο που δίκασε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: «Ενώ ήταν στρατιωτικός… στη Λάρισα κατά το από 28.3.1984 έως 4.6.1984 και από 19.8.1984 έως 19.11.1984 χρονικό διάστημα, με περισσότερες από μία πράξη που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της εγκαταλείψεως εγκυμονούσας εγκατέλειψε σε απορία… και αβοήθητη τη γυναίκα που έμεινε από αυτόν έγκυος και που λόγω της εγκυμοσύνης και του τοκετού της δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό της δηλαδή αφού συνδέθηκε ερωτικά από το έτος 1976 με την Κ.Κ., άγαμη, κάτοικο Λάρισας, συνουσιαζόταν από τότε με αυτή κατά φύση εξακολουθητικά κατά τις συναντήσεις τους σε διάφορους τόπους της πόλης της Λάρισας και όταν από τις σαρκικές αυτές επαφές τους έμεινε αυτή έγκυος κατά το τέλος Δεκεμβρίου 1983 και γνωστοποίησε σ’ αυτόν την εγκυμοσύνη της κατά μήνα Μάρτιο 1984: α) την 28.3.1984, που διήνυε τον τρίτο μήνα της κύησης και μέχρι της 4.6.84 που ασκήθηκε κατ’ αυτού ποινική με την υπ’ αριθμ. Φ Ι 52/1 21/20 158, 20159/4.6.84 δ/γή ΓΕΑ/ΔΓ, με την οποία διατάχθηκε τακτική ανάκριση και β) κατά το χρονικό διάστημα από 19.8.84 μέχρι 19.11.84 που υποβλήθηκε κατ’ αυτού νέα νομότυπη έγκληση, την εγκατέλειψε χωρίς να της δώσει οποιαδήποτε υλική βοήθεια και ηθική συμπαράσταση, αν και γνώριζε ότι λόγω της εγκυμοσύνης και του τοκετού που επακολούθησε την 29.8.84 δεν μπορούσε να εργασθεί και ότι είχε ανάγκη ψυχικής συνδρομής λόγω της ηθικής μειώσεως της στην κοινωνία της Λάρισας εξαιτίας της εξώγαμης εγκυμοσύνης και ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα παροχής βοήθειας, έχοντας αρκετού ύψους μηνιαίες αποδοχές και τη δυνατότητα ηθικής συμπαράστασης μένοντας μέχρι την 10.9.84 στην ίδια πόλη». Από όσα όμως έχουν εκτεθεί στα προηγούμενα, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της εγκατάλειψης εγκύου κατ’ εξακολούθηση, έπρεπε να προσδιορίσει στην προσβαλλόμενη απόφαση πότε, μετά την 4.6.1984 που ασκήθηκε η ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό, έλαβε γνώση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος της άσκησης της εν λόγω ποινικής δίωξης και συγκεκριμένα πότε αυτός κλήθηκε προς απολογία, αφού είναι δεδομένο από τις παραδοχές της απόφασης ότι διατάχθηκε σχετικώς τακτική ανάκριση. Έτσι δεν μπορεί να διαγνωσθεί πότε μετά την 28.3.1984 που σημειώθηκε η εγκατάλειψη της παθούσας διακόπηκε η συνέχιση της αξιόποινης αυτής πράξης για να μπορεί περαιτέρω να κριθεί αν στην υπόψη περίπτωση πρόκειται για ένα ενιαίο έγκλημα ή δύο χωριστά εγκλήματα που αποτελούν (όπως έκρινε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο) πλείονες πράξεις ενός και του αυτού εγκλήματος. Τούτο ενέχει εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 359 ΠΚ αλλά και του άρθρου 98 του ίδιου Κώδικα. Πέραν αυτού, υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας και ως προς το ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση τη δυνατότητα παροχής από τον αναιρεσείοντα της ηθικής συνδρομής, που είχε ανάγκη η παθούσα, στηρίζει στην παραδοχή ότι αυτός μέχρι τις 10.9.1984 διέμενε στη Λάρισα, δηλαδή στην ίδια πόλη στην οποία διέμενε και εκείνη, εν τούτοις δεν εξηγεί πώς ήταν δυνατό να παρέχει την ίδια συνδρομή και κατά το μεταγενέστερο μέχρι τις 19.11.1984 χρονικό διάστημα κατά το οποίο, όπως δέχεται, δεν διέμενε ο αναιρεσείων στην πόλη της Λάρισας. Ενόψει και τούτου κρίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρεβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 359 ΠΚ, αφού έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή και έτσι πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 426 περ. Β’ του ΣΠΚ και κατά παραδοχή των Α και Β λόγων αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων. Σύμφωνα δε με τα άρθρα 518 και 519 ΚΠΔ, που εφαρμόζονται κατ’ άρθρο 434 του ΣΠΚ, όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 6 του α.ν. 495/1945, και στην περίπτωση αναιρέσεως των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων, πρέπει να παραπεμφθεί η δίκη προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός απ΄΄ο εκείνους που έχουν δικάσει την υπόθεση.