Έτος
1993
Νόμος / διάταξη που αφορά
359 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Η ανήλικη έγκυος

 

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Αντεπιτρόπου Ε. Κονταξάκη, η οποία έχει κατά το ενδιαφέρον μέρος της ως εξής: Επειδή, κατ' άρθρο 117 παρ. 1 του ΠΚ, "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε". Εγκληση είναι η δήλωση της βουλήσεως του δικαιουμένου με την οποία εκδηλώνεται η θέληση δίωξης του ενόχου μιας εγκληματικής πράξης (ΑΠ 7/78 ΠΧρ ΚΗ 393), θεωρουμένης της εγκλήσεως ως θετικής δικονομικής προϋποθέσεως της ποινικής δίωξης (ΑΠ 1269/79 ΠΧρ Λ' 268), ως τούτο άλλωστε συνάγεται και από το άρθρο 50 παρ. 2 ΚΠΔ. Επί πλειόνων δε δικαιουμένων εγκλήσεως για καθένα απ' αυτούς τρέχει ιδία προθεσμία, η οποία αρχίζει από την ιδία αυτού γνώση, ανεξάρτητα από την γνώση των άλλων δικαιουμένων, λόγω της αυτοτέλειας του δικαιώματος εγκλήσεως. Επί γονικής μέριμνας η προθεσμία της έγκλησης τρέχει, από την στιγμή που ο ένας από τους γονείς έλαβε γνώση (βλ. Κονταξή ΠΧρ ΛΓ' 762). Επειδή, κατ' άρθρο 118 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ, "Αν ο παθών έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα της έγκλησης έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του" κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου "Αν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα της έγκλησης το δικαίωμα αυτό είναι αυτοτελές για τον καθένα". Ποιος είναι ο νόμιμος αντιπρόσωπος ορίζεται από τον Αστικό Κώδικα (ΑΠ 702/81 και 706/81 ΠΧρ ΛΒ' 28 και 33 αντίστοιχα). Το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στο περιεχόμενο της επιμέλειας, κατ' άρθρο 1518 ΑΚ. Το δε δικαίωμα της επιμέλειας ανήκει στο περιεχόμενο της γονικής μέριμνας, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ. Ετσι νόμιμος αντιπρόσωπος σε υφιστάμενο γάμο είναι ο ασκών την γονική μέριμνα, ήτοι κατ' άρθρο 1510 ΑΚ αμφότεροι οι γονείς από κοινού (βλ. σχετικά Κονταξή ΠΧρ ΛΓ' 761, ΕφΛαρ 60/85 ΠΧρ ΛΕ' 607, ΑΠ 970/86 ΠΧρ ΛΣΤ' 827). Επειδή, κατ' άρθρο 119 του ΠΚ "Η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον των συμμετόχων του εγκλήματος, και αν ακόμη η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς", κατά δε την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 1 ΠΚ "Αυτός που υπέβαλε την έγκληση μπορεί να την ανακαλέσει". Με την πρώτη ως άνω διάταξη καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως. Το αδιαίρετο της εγκλήσεως ισχύει και επί ανακλήσεως της υποβληθείσης εγκλήσεως, ως και επί παραιτήσεως από του δικαιώματος της υποβολής εγκλήσεως (βλ. Χωραφά 445, Μπουροπούλου α 312-3, Κατσαντώνη τομ. Β' σελ. 172). Επίσης η ίδια ως άνω αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ισχύει και επί της αναγκαίας συμμετοχής (βλ. ΔιατΕισΕφΘεσ ΠΧρ ΚΒ' 490) όχι όμως στην περίπτωση που έχει υποβληθεί έγκληση από όλους τους δικαιούμενους και χωρεί ανάκληση της από πλευράς ενός μόνο από αυτούς. Στην περίπτωση αυτή η ανάκληση δεν επηρεάζει τη συνέχιση της ποινικής διώξεως, στο μέτρο που δεν ανακαλείται η έγκληση του άλλου δικαιούχου (βλ. σχετικά Ζησιάδη ΠΚ τομ. Β' 496, Τούση-Γεωργίου σελ. 354, ΑΠ 322/74 ΠΧρ 1974, σ. 10, ΑΠ 159/78 ΠΧρ 1978, 441). Επί πλειόνων δε δικαιουμένων εγκλήσεως κάθε ένας μπορεί να ανακαλέσει μόνον την ίδια αυτού υποβληθείσα έγκληση λόγω της αυτοτέλειας του δικαιώματος εγκλήσεως εκάστου, άλλωστε εάν η έγκληση υπεβλήθη από κοινού, έτσι και πρέπει να ανακληθεί για να έχει ως συνέπεια την οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, συνεπεία ανακλήσεως και αποδοχής της γενομένης εγκλήσεως. Επειδή στην κρινόμενη υπόθεση, και όσον αφορά πλέον την ετέρα, διωκομένη κατ' έγκληση, πράξη της εγκαταλείψεως εγκύου του άρθρου 359 του ΠΚ, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατόπιν υποβολής από κοινού, κατ' άρθρο 118 παρ. 2 β' του ΠΚ, εγκύρου και εμπροθέσμου εγκλήσεως σε βάρος του κατηγορουμένου, την 18-2-92, αφενός μεν από τους νομίμους αντιπροσώπους της ανήλικης παθούσης, ως ασκούντες την γονική μέριμνα κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, Ν.Κ. και Α.Κ., αφετέρου δε από την ίδια την παθούσα Τ.Κ., ουδεμία αρνητική δικονομική συνέπεια συνέχισης της ασκηθείσης ποινικής δίωξης, επιφέρει, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η γενομένη από 22-10-92 ανάκληση και αποδοχή της παραπάνω εγκλήσεως εκ μέρους μόνον του ενός, εκ των ως άνω δικαιουμένων προς ταύτην, πατέρα της παθούσης Ν.Κ., καθόσον το δικαίωμα εκάστου εξ αυτών, για υποβολή εγκλήσεως καθώς και για ανάκληση αυτής, είναι αυτοτελές, και δεν επηρεάζεται εξ αυτού του λόγου η εξακολούθηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της εγκατάλειψης εγκύου, εφόσον βέβαια πληρούται η νομοτυπική μορφή του αδικήματος αυτού.

Επειδή το υπό του άρθρου 359 του ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εγκατάλειψης εγκύου είναι έγκλημα διαρκές (γνήσιας παραλείψεως), καθόσον η αντικειμενική του υπόσταση πραγματώνεται με την παράλειψη παροχής από τον υπόχρεο της αναγκαίας υλικής βοήθειας ή ηθικής συμπαράστασης στην υπ' αυτού καταστάσα έγκυο, η οποία, λόγω της εγκυμοσύνης της, δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, και συνεχίζεται καθόλο το χρόνο που διαρκεί η προσβολή του εννόμως προστατευομένου αγαθού με τη διάταξη του άρθρου αυτού, μέχρις ότου, είτε με μεταγενέστερη ενέργεια του υπαιτίου ή τρίτου, είτε και με ενέργεια της εγκαταλειφθείσης, παύσει η σε βάρος της κατάσταση απορίας και ψυχικής δεινότητας, είτε αν συμβεί κάποιο νομικό γεγονός και διακοπεί η συνέχιση αυτού. Εξ αυτών και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ, συνάγεται ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος αυτού, όπως και κάθε άλλου διαρκούς εγκλήματος γνήσιας παράλειψης, είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την παράλειψη της οφειλόμενης ενέργειας, δηλαδή της μη παροχής της αναγκαίας υλικής βοήθειας και ηθικής συμπαράστασης στην έγκυο από τον υπαίτιο, μέχρι τη λήξη της κατάστασης αυτής, δηλαδή της απορίας και ψυχικής δεινότητας που περιήλθε η έγκυος, συνέπεια της παροχής σ' αυτήν από τον υπαίτιο της κατά τα ως άνω αναγκαίας υλικής βοήθειας και ηθικής συμπαράστασης, οπότε και παύει η πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού (Μπουρόπουλος ερμ. ΠΚ τομ. Α' σελ. 44 και 47, Χωραφάς Ποινικό Δίκαιο 1978 σελ. 163 και 423, Γ.Α. Μαγκάκης ΠΧρ ΙΣΤ' σελ. 136, Ανδρουλάκης ΠΧρ ΙΕ' σελ. 335, Τούση-Γεωργίου Ερμ ΠΚ τομ. Α' σελ. 79, ΑΠ 998/81 ΠΧρ ΛΒ' 1982 σελ. 283-288).

Επειδή με την ποινική δίωξη που ασκείται επί διαρκών εγκλημάτων διακόπτεται ακολούθως η συνέχιση της πραγματώσεως της αντικειμενικής αυτών υποστάσεως, είτε με την επίδοση στον εγκαλούμενο υπαίτιο του κλητηρίου θεσπίσματος (στην περίπτωση παραπομπής με απ' ευθείας κλήση), είτε με την κλήση αυτού σε απολογία, σε τρόπο ώστε η συνέχιση περαιτέρω της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του διαρκούς εγκλήματος από τον υπαίτιο, μετά την γνώση αυτού ότι ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, να αποτελεί νέα πράξη, για την οποία απαιτείται να ασκηθεί νέα ποινική δίωξη, και τούτο διότι στο αντικείμενο της ποινικής δίκης ανήκουν τα μέχρι της ασκήσεως της ποινικής δίωξης και της γνώσης αυτής από τον κατηγορούμενο πραγματικά περιστατικά, η δε εμμονή του υπαιτίου στη συνέχιση της πραγματώσεως του ιδίου εγκλήματος, μετά την κατ' αυτού άσκηση της ποινικής δίωξης, συνιστά νέα εκδήλωση της προς τούτο βούλησης αυτού, δηλαδή. νέα πράξη. Συνεπώς στο διαρκές έγκλημα της εγκατάλειψης εγκύου τα συστατικά στοιχεία αυτού υφίστανται σε κάθε στιγμή του χρόνου, κατά τον οποίο συνεχίζεται η εγκατάλειψη, και μόνον αφότου, ύστερα από έγκληση της εγκύου, ή ανηλίκου τοιαύτης, και υπό των νομίμων αντιπροσώπων αυτής, ασκηθεί ποινική δίωξη και περιέλθει αυτή σε γνώση του υπαιτίου διακόπτεται η συνέχιση της πράξεως, κατά τα προαναφερθέντα (κλήση σε απολογία, επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος), σαν ενιαίας, η μετά ταύτα δε συνέχιση της εγκατάλειψης αποτελεί νέα πράξη, για την οποία απαιτείται νέα έγκληση (ΑΠ 530/69 ΠΧρ Κ' 123, ΑΠ 159/66 ΠΧρ ΙΣΤ' 346, ΑΠ 305/65 ΠΧρ ΙΕ' 606, ΑΠ 409/72 ΠΧρ ΚΒ' 604, ΑΠ 948/ 87 ΠΧρ ΛΖ' 792, ΑΠ 998/81 ΠΧρ ΛΒ' 283-288, ΑΠ 839/77 ΠΧρ ΚΗ' 131, Μπουρόπουλος "Το Ποινικό Δεδικασμένο" ΠΧρ ΣΤ' 282-283), των υποστηριχθεισών αντιθέτων απόψεων, κατά τις οποίες το μεν η διακοπή επέρχεται δια της κινήσεως της ποινικής δίωξης, το δε η συνέχιση διακοπής δια της καταδίκης του υπαιτίου, μη γενομένων δεκτών υπό των δικαστηρίων (Ζησιάδης Ερμ Ποιν Κώδικα σελ. 399 επ., σχόλιο Διον. Σπινέλλη επί της υπ' αριθ. ΑΠ 19/72 αποφάσεως με τίτλο "Χρονικά όρια εκδικάσεως του διαρκούς εγκλήματος" ΠΧρ ΚΒ' 332).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος 1975 στην αρμοδιότητα των στρατοδικείων, ναυτοδικείων και αεροδικείων δεν δύναται να υπαχθούν ιδιώτες, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 241 παρ. 1 α του ΣΠΚ". Εις την αρμοδιότητα των στρατοδικείων υπάγονται δια τα υπ' αυτών πραττόμενα κακουργήματα και πλημμελήματα οι εν ενεργεία στρατιωτικοί του στρατού της ξηράς", και υπό την καθοριζόμενη στο άρθρο 22 παρ. 2 και 3 του ΣΠΚ έννοια των όρων "στρατιωτικός" και "οπλίτης", σαφώς συνάγεται υπό τις προεκτεθείσες διατάξεις ότι η καθ' ύλην αρμοδιότητα των στρατιωτικών δικαστηρίων προσδιορίζεται από την ιδιότητα του κατηγορουμένου σαν στρατιωτικού κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης.

Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η ανήλικη παθούσα Τ.Κ., από κοινού, μετά των νομίμων αντιπροσώπων της Ν.Κ. και Α.Κ., την 18-2-92, υπέβαλαν κατά του κατηγορουμένου έγκληση στον ασκούντα την ποινική δίωξη ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών Στρατιωτικό Διοικητή Αθηνών, αυτός με την προαναφερθείσα από 16-3-92 Δγή διενέργειας ενόρκου προανακρίσεως άσκησε κατ' αυτού ποινική δίωξη για εγκατάλειψη εγκύου, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε απ' αυτόν στη Λέσβο, την 27-3-92, κατ' ακριβή δε προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως της πράξης, όπως αυτός συνάγεται από το ανακριτικό υλικό, χρόνος έναρξης τελέσεως του πιο πάνω διαρκούς εγκλήματος είναι η 15-2-92, κατά την οποία ο κατηγορούμενος είχε την στρατιωτική ιδιότητα, χρόνος δε διακοπής τελέσεως του εγκλήματος αυτού είναι η 28-5-92, όταν νομότυπα κλήθηκε και απολογήθηκε, κατά παραγγελία, στο στάδιο της ενόρκου προανακρίσεως, ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' Κ.Π. του Β' ΑστΤμ Ηρακλείου, ενώ ο κατηγορούμενος δεν έφερε πλέον την στρατιωτική ιδιότητα, καθόσον είχε ήδη απολυθεί από τις τάξεις του στρατού ξηράς την 21-2-92. Προγενέστερη διακοπή της τελέσεως του εγκλήματος τούτου, προ της παραπάνω κλητεύσεώς του για απολογία, δια θετικής ενέργειας του κατηγορουμένου (παροχής υλικής βοήθειας ή ηθικής συμπαράστασης), δεν μεσολάβησε, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μηνυτών, σύμφωνα με τις οποίες, ο κατηγορούμενος, το κρίσιμο παραπάνω χρονικό διάστημα, δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για την εγκυμονούσα ανήλικη παθούσα, μη συμπαριστάμενος προς αυτήν ηθικά ή υλικά, μολονότι αυτή, αφενός μεν είχε ανάγκη της ψυχικής συνδρομής του, προκειμένου να υπομείνει την εκ της εγκυμοσύνης της δύσκολη κοινωνικά κατάσταση, αφετέρου δε αδυνατούσε να φροντίσει από μόνη της τον εαυτό της, αναγκασθείσα να αποδεχθεί την οικονομική βοήθεια των γονέων της.

Επειδή, κατόπιν των παραπάνω εκτεθέντων, συνάγεται ότι μέρος του διαρκούς εγκλήματος της εγκαταλείψεως εγκύου, δηλαδή από 15-2-92 μέχρι 20-2-92, το τέλεσε ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή στρατιώτης (ΚΔ) και υπηρετούσε στο 2ο ΕΤΕΒ, μέρος δε αυτού, δηλαδή από 21-2-92, που απολύθηκε μέχρι 28-5-92, που κλήθηκε και απολογήθηκε προανακριτικά και επήλθε η διακοπή τελέσεως του διαρκούς εγκλήματος, ενώ ήταν πλέον ιδιώτης, και συνεπώς επειδή είναι ανεπίτρεπτος ο επιμερισμός της αρμοδιότητας επί διαρκών εγκλημάτων, εάν ένα μέρος της πράξεως τέλεσε ο δράστης σαν στρατιωτικός, και άλλο μέρος της ιδίας πράξεως το τέλεσε σαν ιδιώτης, καθ' ύλη αρμόδιο καθίσταται για την ενιαία πράξη, από 15-2-92 μέχρι 28-5-92, το κοινό δικαστήριο της γενικής δικαιοδοσίας και όχι το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, που έχει εξαιρετική δικαιοδοσία (ΑΠ 998/ 81 ΠΧρ ΛΒ' 283).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 257 του ΣΠΚ "Το αναρμόδιο των στρατιωτικών δικαστικών αρχών εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως υπ' αυτών και αποφασίζεται κατά πάσαν στάσιν της δίκης. Αι αναρμοδίως ενεργηθείσαι πράξεις παραμένουσιν έγκυροι". Επειδή το Δικαστικό Συμβούλιο του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 120 παρ. 2 και 126 παρ. 1 του ΚΠΔ, εφαρμοζομένων εν προκειμένω κατ' άρθρο 434 του ΣΠΚ, πρέπει να κηρύξει τόσο το ίδιο, όσο και τις εις αυτό ανακριτικές και δικαστικές αρχές αναρμόδιες για ανάκριση, εκδίκαση και απόφανση στην κατά του κατηγορουμένου αποδιδόμενη πράξη της εγκατάλειψης εγκύου, που φέρεται ότι τελέστηκε απ' αυτόν στη Λέσβο, κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-92 μέχρι 28-5-92, κατ' ακριβή προσδιορισμό εκ της ανακρίσεως του χρόνου τελέσεως της πράξεως.

Επειδή, κατ' άρθρο 129 περ. α' του ΚΠΔ "θεωρούνται συναφή, όσα εγκλήματα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο, είτε συγχρόνως, είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους". Επειδή ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ "τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη". Επειδή οι παραπάνω ρυθμίσεις περί συνεκδικάσεως των συναφών εγκλημάτων τίθενται χάριν της ευχερούς διαγνώσεως της αληθείας της υποθέσεως και γενικώς της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, οπότε συντρεχούσης συναφείας επιβάλλεται η συνεκδίκαση δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων, εκτός εάν τούτο ήθελε επιφέρει βλάβη (ΑΠ 717/1971, ΜΟΔ Λεβαδ. 97/1973 ΠΧρ ΚΓ' 581). Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, νομικός συντρέχει λόγος εφαρμογής των περί συνάφειας διατάξεων του ΚΠΔ, καθόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τις προαναφερθείσες δικονομικές ρυθμίσεις, καθισταμένης έτσι προφανούς της ανάγκης για ενιαία αντιμετώπιση του παραπάνω κατηγορουμένου προς στάθμιση της βαρύτητας της προσωπικότητάς του, καθόσον τα εγκλήματα της αποπλάνησης παιδιού και της εγκατάλειψης εγκύου τελέστηκαν από το ίδιο πρόσωπο και συνεπώς, επειδή συρρέουν, θεωρούνται συναφή, πρέπει δε σαν συναφή να συνεκδικαστούν, η δε συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν επιφέρει βλάβη. Κατόπιν αυτών, και με βάση τα όσα προεξετέθησαν παραπάνω περί αναρμοδιότητας του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών για την πράξη της εγκαταλείψεως εγκύου, πρέπει, λόγω συνάφειας και για την ετέρα διωκομένη πράξη της αποπλανήσεως παιδιού, να καταστεί καθ' ύλη αρμόδιο το κοινό δικαστήριο.