Έτος
1979
Νόμος / διάταξη που αφορά
341 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ

 

…] Κατά τη διάταξη του άρθ.341 ΠΚ ο επιτυγχάνων συνουσίαν μετά θήλεος δια προκλήσεως ή χρήσεως πλάνης, συνεπεία της οποίας η παθούσα εθεώρησε την συνουσίαν ως εν γάμω τοιαύτην, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Το έγκλημα τούτο της απατηλής επιτεύξεως συνουσίας τελείται τη θελήσει της παθούσης, η προς συνουσίαν όμως θέλησις αυτής προεκλήθη συνεπεία απάτης, ήτοι δια της υπό του δράστου προκλήσεως πλάνης, ή χρήσεως της υπαρχούσης πλάνης, συνεπεία της οποίας η παθούσα εθεώρησε την συνουσίαν ως εν γάμω τελεσθείσαν, διαφέρει δε του υπό του άρθ.338 παρ.1 ΠΚ προβλεπομένου εγκλήματος της καταχρήσεως εις ασέλγειαν, καθ’ ό ο εις εξώγαμον συνουσία καταχρώμενος θήλεος παράφρονος ή ανίκανου προς αντίστασιν εξ οποιασδήποτε αιτίας, τιμωρείται δια καθείρξεως μέχρι δέκα ετών, διότι επί καταχρήσεως εις ασέλγειαν δεν υφίσταται θέλησις της παθούσης προς συνουσίαν, αλλά αδυναμία προς αντίστασιν. Εν προκειμένω, το δικάσαν Εφετείον δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του εδέξατο ως προκύψαντα εκ των εκ της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, τα εξής:

Κατά τας βραδυνάς ώρας της 13ης Αυγούστου 1977 ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και ο ομοχώριός του Λ.Β. μετέβησαν προς ψυχαγωγίαν εκ του χωρίου των Σαρακίνα-Καλαμπάκας εις το όμορον τοιούτο Θεοπέτρα, συναντήσαντες δε εις το εκεί ψητοπωλείον της Ε.Κ. τους Σ.Κ. και Ι.Α. παρέμειναν εις το κατάστημα τούτο μέχρι του μεσονυκτίου, και κατηνάλωσαν διάφορα εδέσματα και πέντε φιάλας ζύθου. Περί ώραν ημίσειαν πρωινήν της 14.8.1977 ο κατηγορούμενος, αφού επληροφορήθη ότι η σύζυγος του ανωτέρω Σ.Κ. εκοιμάτο εις την εγγύς του εν λόγω ψητοπωλείου υπάρχουσαν οικίαν της παρήγγειλεν ετέρας δύο φιάλας ζύθου, προφανώς δια να απασχοληθή με την κατανάλωσιν τούτων ο σύζυγος αυτής Σ.Κ. και προσποιηθείς σωματικήν του ανάγκην απεμακρύνθη του ψητοπωλείου και μετέβη εις την οικίαν του εν λόγω Σ.Κ. προς τον σκοπόν όπως δημιουργήση εις την σύζυγον αυτού Χ. την πεπλανημένην εντύπωσιν ότι είναι ο σύζυγός της και ούτω επιτύχη μετ’ αυτής συνουσίαν. Μεταβάς δε εις την εν λόγω οικίαν εισήλθεν εν αυτή αθορύβως και έφθασε μέχρι του υπνοδωματίου, ένθα εκοιμάτο κεκμηκυία, εκ των ηυξημένων εν όψει και της επικείμενης εορτής της Παναγίας οικιακών εργασιών η παθούσα Χ. σύζυγος Σ.Κ. και χωρίς να της απευθύνη τον λόγον και προβή εις την αφήν του φωτός, προσποιούμενος τον σύζυγόν της, κατεκλίθη παρ’ αυτή, προκαλέσας ούτω εις αυτήν, εν όψει και της καταστάσεως του ύπνου της, την πεπλανημένην εντύπωσιν, ότι επρόκειτο περί του αφιχθέντος και κατακλιθέντος συζύγου της. Εν συνεχεία, ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την τοιαύτην κατάστασιν πλάνης της παθούσης αφήρεσε την περισκελίδα αυτής και εισήγαγε το εν στύσει πέος του εντός του αιδοίου της, επιτυχών ούτω να συνουσιασθή μετ’ αυτής κατά φύσιν, τελών εν γνώσει ότι αύτη επίστευε πεπλανημένως, ότι συνουσιάζεται μετά του συζύγου της. Μετά την ολοκλήρωσιν της ως άνω συνουσίας η εν λόγω παθούσα εξέφρασε την δυσφορίαν της δια την τοιαύτην ενέργειαν του μεθ’ ου επίστευεν, ότι συνουσιάσθη συζύγου της λόγω της νηστείας των ημερών εκείνων, ο δε κατηγορούμενος της εζήτησε να ανάψει το φως και να του παρασκευάση καφέ, οπότε η παθούσα το πρώτον εκ της ομιλίας του αντελήφθη, ότι συνουσιάσθη μετά τρίτου προσώπου και αμέσως εγερθείσας της κλίνης της, ήναψε το φως και λαβούσαν μικράν μάχαιραν επετέθη κατ’ αυτού και του κατέφερε διάφορα πλήγματα με συνέπειαν τον τραυματισμόν του εις το στέρνον και την δεξιάν χείρα. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ετράπη εις φυγήν, καταδιωχθείς υπό της παθούσης εις ικανήν απόστασιν δια λίθων, τους οποίους εξεσφενδόνιζεν αύτη κατ’ αυτού μέχρι της ανόδου του εις γεωργικόν μηχάνημά του, όπερ έθεσεν εν λειτουργία και απεμακρύνθη. Εν συνεχεία, η παθούσα ανεκοίνωσεν το περιστατικόν τούτο εις τον σύζυγόν της και μετέβη μετ’ αυτού εις τον Αστυνόμον Καλαμπάκας, κατά παραγγελίαν του οποίου εξητάσθη υπό του ιατρού Κ.Μ., όστις διεπίστωσε ίχνη προσφάτου συνουσίας ταύτης, φερούσης μάλιστα και σπέρμα ανδρός επί του περινέου και πέριξ του πρωκτού αυτής. Τα ανωτέρω περιστατικά της υπό τας εκτεθείσας συνθήκας εν πλάνη της παθούσης συνουσίας αυτής μετά του κατηγορουμένου λεπτομερώς κατέθεσεν η ιδία της οποίας όμως η κατάθεσις επιρρωνύεται και εκ των καταθέσεων των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, οίτινες καταθέτουν ότι ανησυχήσαντες δια την ως άνω απομάκρυνσιν του κατηγορουμένου εκ του ανωτέρω ψητοπωλείου παρεκάλεσαν την εξ αυτών Ε.Κ. να αναζητήση τούτον, οπότε αύτη, εξελθούσα του καταστήματός της, αντελήφθη τον κατηγορούμενον καταδιωκόμενον υπό της παθούσης δια λίθων και ακολούθως επιβιβαζόμενον του γεωργικού μηχανήματος και απομακρυνόμενον εκ του χωρίου Θεοπέτρα, περιστατικόν το οποίον, ως καταθέτουν, αντελήφθησαν και οι λοιποί μάρτυρες. Μάλιστα και ο κατηγορούμενος τελικώς ωμολόγησεν, ότι συνουσιάσθη μετά της παθούσης ισχυρισθείς όμως, ότι εγένετο με την θέλησίν της, καθόσον και στο παρελθόν είχον συνουσιασθή, αλλ’ ο ισχυρισμός του ούτος απερρίφθη ως εντελώς αβάσιμος και προς δικαιολογίαν του υποβληθείς. Μετά ταύτα, το δικάσαν ως άνω δικαστήριο κηρύξαν τον κατηγορούμενον και ήδη αναιρεσείοντα ένοχον παραβάσεως της εν αρχή διατάξεως του άρθ. 341 ΠΚ εις βάρος της παθούσης διέλαβε περί της πράξεως ταύτης, εν τη προσβαλλομένη αποφάσει του, την υπό του άρθ. 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένην εμπεριστατωμένην και ειδικήν αιτιολογίαν, αφού εκτίθενται αν αυτή, μετά πληρότητος και σαφηνείας, άνευ δε αντιφάσεων, τα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψαντα περιστατικά, εξ ων το Δικαστήριον συνήγαγε την ύπαρξιν των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, αι αποδείξεις, εκ της εκτιμήσεως των οποίων συνήγαγε την τοιαύτην κρίσιν του και αι νομικαί σκέψεις, βάσει των οποίων υπήγαγε τα δεκτά υπ’ αυτού γενόμενα περιστατικά εις την εφαρμοσθείσαν ως άνω ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν του άρθ. 341 ΠΚ, την οποίαν ούτω ορθώς εφήρμοσε και ουδέ εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού ως είρηται ειδικώς εδέξατο εν τη αποφάσει ταύτη, ότι η παθούσα συνεπεία της υπό της εκτεθείσης ως άνω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προκληθείσης αυτή πλάνης είχε την εντύπωσιν, ότι συνουσιάζεται μετά του αφιχθέντος εις την οικίαν και κατακλιθέντος συζύγου της, σαφώς αποκλειομένης εντεύθεν της περιπτώσεως, ότι αύτη, λόγω του ύπνου της δεν είχε συνείδησιν της συνουσίας και ήτο ανίκανος προς αντίστασιν. Συνεπώς, ο περί του εναντίου μόνος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι δύο λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, καθ’ ούς η προσβαλλομένη απόφασις στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας και ειδικής τοιαύτης ως προς τον δόλον του κατηγορουμένου και την πλάνην της παθούσης, προς δε και ότι εντεύθεν παρεβιάσθη εκ πλαγίου η εφαρμοσθείσα ως άνω ποινική διάταξις, δέον να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα.