Έτος
1994
Νόμος / διάταξη που αφορά
328 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Η σημασία του γάμου στην εκούσια απαγωγή

 

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Αντεισαγγελέως Γ. Πεπόνη, η οποία έχει ως εξής:

Κατά του υπό στοιχ. α των κατηγορουμένων ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία για την αξιόποινη πράξη της εκουσίας επί σκοπώ γάμου απαγωγής, κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης, ενώ κατά των υπό στοιχ. β και γ εξ αυτών (κατηγορουμένων), ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία για την αξιόποινη πράξη της αμέσου συνεργείας στο βαρύνον τον υπό στοιχ. α κατηγορούμενο ποινικό αδίκημα, κατ' εξακολούθηση ωσαύτως και κατά συναυτουργίαν τελεσθείσης (άρθρα 1, 14, 26, 27 46 παρ. 1 περ. β, 45 και 328 παρ. 1 ΠΚ). Η ως άνω ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν των από 27-4-90 και 3-5-90 εγκλήσεων του Α.Ρ. συνταξιούχου, κατοίκου Αθηνών και του από 3-5-90 εγκλήσεως της Ε. συζ. Α.Ρ., οικοκυράς, κατοίκου Αθηνών ωσαύτως, πατρός και μητρός αντιστοίχως της απαχθείσης εκουσίως και με σκοπόν τον γάμο (παρά του υπό στοιχ. α κατηγορουμένου) ανηλίκου θυγατρός των Ε., γεννηθείσης όπως προκύπτει εκ της ενυπαρχούσης στην δικογραφία ληξιαρχικής πράξεως, την 8ην Φεβρουαρίου 1974 (ορ. σχετ. την υπ' αριθμ. 145/1979, τόμος 77, ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του ειδικού ληξιαρχείου Αθηνών). Κατά το ιστορικόν δηλαδή της ενώπιόν σας εισαγομένης δικογραφίας, η ανήλικη των εγκαλούντων θυγατέρα, απήχθη εκουσίως και με σκοπόν τον γάμο, παρά του υπό στοιχ. α κατηγορουμένου, την 14-3-90 έως και την 6-4-90, ότε και επέστρεψεν στους γονείς της (εγκαλούντες) και την 26-4-90, εις αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις οδηγήθηκε υπό του απαγωγέως της στην εν Αμαρύνθου Ευβοίας κειμένη οικία των υπό στοιχ. β και γ κατηγορουμένων, οίτινες, εν γνώσει του γεγονότος της απαγωγής και της ανηλικότητος της απαχθείσης τελούντες, παρέσχον στέγην, τροφήν και ασφαλές καταφύγιον στον απαγωγέα και την απαχθείσα, αδιαφορούντες δια το ότι, η τελευταία (απαχθείσα), είχεν απομακρυνθεί εκ της οικίας των εγκαλούντων και ασκούντων την επ' αυτής γονική μέριμνα, άνευ της συγκαταθέσεώς των. Ηδη όμως, μεταξύ απαγωγέως (υπό στοιχ. α κατηγορουμένου) και απαχθείσης, έχει τελεσθεί γάμος (ορ. σχετ. υπ' αριθμ. 20/90 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου Φαρσάλων, εκ της οποίας προκύπτει ότι, ο ειρημμένος γάμος, ετελέσθη την 24-6-1990). Σύμφωνα με το άρθρο 329 ΠΚ "Εάν εις τας περιπτώσεις των άρθρων 327 και 328 ετελέσθη μετά της απαχθείσης ο γάμος, ον εσκόπει η απαγωγή η ποινική δίωξις χωρεί μόνον μετά την ακύρωσιν αυτού". Κατ' άρθρον εξ άλλου 60 παρ. 2 ΚΠΔ "Η ποινική δίωξις αναστέλλεται, όταν κατά νόμον απαιτείται να προηγηθή απόφασις του πολιτικού δικαστηρίου", ενώ εκ των άρθρων 1376 και 1381 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, τα αποτελέσματα του ακύρου ή ακυρωσίμου γάμου, αίρονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Εκ του συνδυασμού προς αλλήλας των προεκτεθεισών διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι, στα εγκλήματα των άρθρων 327 και 328 ΠΚ και εις ην περίπτωση ετελέσθη ο γάμος τον οποίον εσκόπει η απαγωγή, τίθεται ως δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της εγκλήσεως η προηγουμένη ακύρωση του γάμου δι' αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, άλλως δε και εν εναντία περιπτώσει, η ενδεχομένως μετά την τέλεση του γάμου και προ της ακυρώσεως αυτού υποβληθείσα έγκληση, νόμω αβάσιμος παρίσταται και απορριπτέα δια Εισαγγελικής Διατάξεως, κατ' άρθρον 47 ΚΠΔ, τυγχάνει (Σχετ. Ζησιάδης α 403, Διάτ. Εισ. Πλημ. Λαρ. 7/73, ΠΧρ ΚΔ' 315). Ενδεχομένη εξ ετέρου άσκηση ποινικής διώξεως, για τα συγκεκριμένα πάντοτε εγκλήματα και επί τη βάσει εγκλήσεως υποβληθείσης μετά την τέλεση του γάμου και προ της ακυρώσεως αυτού, συνεπάγεται την κήρυξη ταύτης (Ποινικής διώξεως) ως απαραδέκτου, είτε υπό του δικαστικού συμβουλίου είτε υπό του δικαστηρίου. Εγκύρως όμως ασκείται υπό του Εισαγγελέως ποινική δίωξη, για τα περί ως ο λόγος ποινικά αδικήματα, προ της τελέσεως του γάμου τον οποίον εσκόπει η απαγωγή επί τη βάσει εγκλήσεως προ της τελέσεως του γάμου υποβληθείσης ωσαύτως, άτε ελλειπούσης της υπό του άρθρου 329 ΠΚ καθιερουμένης σχετικώς αρνητικής δικονομικής προϋποθέσεως (περί του ότι το άρθρο 329 ΠΚ καθιεροί αρνητική δικονομική προϋπόθεση της επί απαγωγή ποινικής διώξεως Βλ. Γάφον ΚΠΔ τεύχος Α' 1966 σελ. 62, Γάφον Ερμ. Ποιν. Κώδ. τεύχος Δ' 172, Δασκαλόπουλον ΠΧρ ΙΕ' σελ. 521, Μπουρόπουλον ΚΠΔ α 56, Πλημ. Καρδίτσης 41/66 ΠΧρ ΙΣΤ' 435 μετά προτάσεως Σταμάτη, Πλημ. Εδεσ. 100/73 ΠΧρ ΚΓ' 755 Πρ. Βλ. Χωραφά Ποιν. Δικ. 1966 σελ. 23, Τούση - Γεωργίου ΠΚ 1967 σελ. 849, ένθα και νομολογία). Σε περίπτωση δε κατά την οποίαν μετά την υποβολή της εγκλήσεως και την άσκηση της ποινικής διώξεως, ετελέσθη ο περί ου πρόκειται γάμος, δεν ευρισκόμεθα προ απαραδέκτου της εγκύρως, κατά τα προεκτεθέντα, ασκηθείσης ποινικής διώξεως, αλλά αυτή (ποινική δίωξη), δέον όπως ανασταλεί υπό του δικαστικού συμβουλίου και δη ανεξαρτήτως του εάν υπάρχει ή όχι εκκρεμής πολιτική δίκη για την ακύρωση του γάμου, αφού τοιαύτη προϋπόθεση δεν τάσσει ο νόμος (ορ. σχετ. Ζησιάδην τομ. Α' 401, Δέδεν σελ. 255, Καρράν α 20). Εξυπακούεται βεβαίως ότι, η αναστολή της ποινικής διώξεως, θα διαταχθεί και θα ισχύει μέχρι της ακυρώσεως του γάμου δι' αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως. Επειδή στην κρινομένη περίπτωση, ο γάμος ετελέσθη προ της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και δη την 24-6-1990 (η ποινική δίωξη ασκήθηκε την 30-9-1990), θα πρέπει αυτή (ποινική δίωξη), να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατ' άρθρον 310 παρ. 1 ΚΠΔ, εν συνδ. προς άρθρον 370 περ. γ του αυτού Κώδικος και δη ως προς άπαντας τους κατηγορουμένους, αυτουργόν και αμέσους συνεργούς.