Έτος
2000
Νόμος / διάταξη που αφορά
327 ΠΚ
Άλλες διατάξεις/ νόμοι που επηρεάζονται
ν. 1975/1991
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Συρροή εγκλημάτων

 

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Εισαγγελέως Δ. Ασπρογέρακα, η οποία έχει ως εξής:

Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 32 παρ. 1, 4 138 παρ. 2 και 308 παρ. 1 ΚΠΔ, την προκειμένη ανακριτική δικογραφία κατά του κατηγορουμένου C.-C.S. του Ι. προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, για βιασμό από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, από δύο δράστες που ενεργούσαν από κοινού, ακούσια απαγωγή από κοινού με σκοπό την ακολασία (άρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ, 1, 45, 98 παρ. 1, 336 παρ. 1, 2, 327 παρ. 1 ΠΚ) και άρ. 4 παρ. 3 Ν. 1975/91 και εκθέτω τα ακόλουθα: 

Κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις προδιαληφθείσες πράξεις κατόπιν της με αριθμό ΔΦ/99/1337 παραγγελίας από τον Ανακριτή Αθηνών, που ορίστηκε κατ’ άρ. 2 παρ. 7 Ν. 2172/93, από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για την διενέργεια κυρίας ανακρίσεως που περατώθηκε νόμιμα, κατά τις διατάξεις των αρ. 270 παρ. 1α και 308 παρ. 6 ΚΠΔ, με την γνωστοποίηση του πέρατος της ανακρίσεως στον αντίκλητο του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 18.11.1999 αποδεικτικό επιδόσεως της με αριθμό 44/99 γνωστοποίησης.

Επειδή κατά την διάταξη του άρ. 336 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 9 του Ν. 1419/84, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτων φύλου σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς την θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί ν’ αποκρουστεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς την θέλησή του σαρκική (μίξη) ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη.

Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής, πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από την συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο «άλλος» δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη.

Περαιτέρω, η τέλεση της πράξης από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού διαμορφώνεται ως διακεκριμένη παραλλαγή του βασικού εγκλήματος και τιμωρείται αυστηρότερα με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

Ο όρος της «από κοινού» τέλεσης της πράξης προσδιορίζει πάντοτες και αποκλειστικά, σύμφωνα με τις Γενικές Αρχές του Ποινικού Δικαίου, την ύπαρξη συναυτουργίας. Για την θεμελίωση, συνεπώς, του ομαδικού βιασμού αποκλείονται οι άλλες μορφές συμμετοχής, δηλαδή η ηθική αυτουργία και η άμεση ή απλή συνέργεια.

Έτσι είναι διακριτή και η οριοθέτηση του κατά συναυτουργία τελεσθέντος πολυπράκτου εγκλήματος του βιασμού (άρ. 45, 336 παρ. 1 ΠΚ) όταν  πράξη του κάθε συναυτουργού συνιστά μέρος μόνο της αντικειμενικής υποστάσεως, το δε υπόλοιπο μέρος αυτής πραγματώνεται από την πράξη του άλλου συναυτουργού (άλλος τον εξαναγκασμό, άλλος την συνουσία) και του ομαδικού βιασμού (άρ. 336παρ. 2-1 ΠΚ) που συντελείται όταν καθένας από τους δράστες (δύο ή περισσότερους) τελεί διαδοχικά ή ταυτόχρονα τόσο τον εξαναγκασμό με σωματική βία όσο και την συνουσία ή ασέλγεια.

Ενώ οι μορφές συμμετοχής στον ομαδικό βιασμό καθορίζονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το περιεχόμενο του δόλου του δράστη (ΑΠ 25/98, ΠοινΧρ ΜΗ΄ 663, ΑΠ 1356/97, ΠοινΧρ ΜΗ΄, 478 Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, η επιβαρυντική περίπτωση του ομαδικού βιασμού, σελ. 39, αριθμός 68 και επόμ., Κονταξής, Ερμηνεία ΠΚ, σελλ. 2139. Εξάλλου, έγκλημα κατ’ εξακολούθηση είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που χωρίζονται μεταξύ τους χρονικά αλλά προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία απ’ αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ύπαρξη της ίδιας απόφασης για την εκτέλεσή τους.

Επειδή κατά την διάταξη του άρ. 327 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό… την ακολασία απάγει ή κατακρατεί παράνομα (άρ. 325) γυναίκα χωρίς την θέλησή της… τιμωρείται… αν τη διέπραξε με σκοπό την ακολασία, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην παράνομη κατακράτηση γυναίκας, χωρίς την συναίνεσή της που συντελείται και με την κατακράτηση σε περίφρακτο τόπο, όπως είναι το δωμάτιο οικίας ή το δωμάτιο ξενοδοχείου, με αποκλεισμό της εξόδου από τον δράστη, ο οποίος φυλάσσει ή παρεμποδίζει την έξοδο με οποιονδήποτε τρόπο, στερώντας έτσι την ελευθερία κίνησης του άλλου.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που εμπεριέχει την γνώση ότι ενεργεί χωρίς την θέληση της γυναίκας, όπως και την θέληση της αυθαίρετης κράτησής της.

Προσέτι, ο υπαίτιος απαιτείται να έχει σκοπό ακολασίας. Ως ακολασία νοείται κάθε ακόλαστη, από γενετήσια άποψη πράξη, και όχι μόνο η κατά φύση συνουσία.

Η πραγματοποίηση του σκοπού της ακολασίας δεν συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αλλά επιφέρει την ουσιαστική αποπεράτωσή του.

Αν κατά την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία τελεστεί βιασμός, συντελεσθείσης δηλαδή της ακολασίας με βία, τότε στοιχειοθετείται και το έγκλημα του βιασμού, που συρρέει αληθώς κατ’ ιδέα μετά του πρώτου (Κ. Σταμάτης, Γενικές Αρχές της φαινομένης συρροής κι ιδίως της κατ’ ιδέαν, παρ. 39, σελ. 259).

Τέλος κατά την διάταξη του άρ. 4 παρ. 3 του Ν. 1975/91 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών όποιος εισέρχεται στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και συγκεκριμένα αλλοδαπός που εισέρχεται στο Ελληνικό έδαφος χωρίς κανονικό και ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο αναγνωριζόμενο από διεθνείς συμβάσεις και όπου απαιτείται, χωρίς έγκυρη και ισχύουσα θεώρηση εισόδου (VISA) κατ’ άρ. 6 παρ. 1 Ν. 1975/91.

Επειδή από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προανάκριση που προηγήθηκε, ιδίως δε από τις καταθέσεις της παθούσης και των εξετασθέντων μαρτύρων, τα προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 23.8.1999, η R.B., Ρουμάνα υπήκοος, η οποία εργάζεται και παραμένει νόμιμα στην Ελλάδα, ευρίσκετο στην περιοχή της Πλατείας Ομονοίας την 19.00 ώρα και επικοινωνούσε από τηλεφωνικό θάλαμο με τα παιδιά της στη Ρουμανία. Μετά τη λήξη του τηλεφωνήματος την πλησίασαν δύο άντρες οι οποίοι της είπαν ότι ονομάζονται Μ. και Γ. και είναι Ρουμάνοι, συζητούσαν δε μαζί της για αρκετή ώρα σχετικά με την πατρίδα τους. Ύστερα περπάτησαν όλοι μαζί προς την οδό Αθηνάς, η δε R.B. είχε σκοπό να μεταβεί στο σταθμό του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι για να πάει στο σπίτι της που είναι στα Κ. Πατήσια. Όταν όμως έφτασαν στον αριθμό 21 της οδού Α. όπου είναι το ξενοδοχείο Ε.Ε. στο οποίο διέμεναν οι Γ. και Μ. της πρότειναν ν’ ανέβει στο δωμάτιό τους για ν’ αλλάξουν ρούχα και να πάνε βόλτα. Η παθούσα αρνήθηκε και τότε οι δύο μαζί την άρπαξαν, της έκλεισαν το στόμα και τραβώντας την από τα χέρια την έσυραν μέσα στο ξενοδοχείο και την ανέβασαν στο δωμάτιο με αριθμό 19, στον τρίτο όροφο, χρησιμοποιώντας την σκάλα, αφού διέλαθαν της προσοχής του επί της υποδοχής υπαλήλου. Ο Γ. αποχώρησε και άφησε την παθούσα μόνη με τον Μ. αφού κλείδωσε την πόρτα και πήρε το κλειδί μαζί του. Ο Μ. ζήτησε από την παθούσα να συνουσιαστούν και στην άρνησή της την έριξε στο κρεβάτι χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, συνουσιάστηκε με την παθούσα δύο φορές, χωρίς την θέλησή της αλλά και την αδυναμία της ν’ απωθήσει τον δράστη ο οποίος της είχε κλείσει το στόμα και της κρατούσε τα χέρια ακινητοποιώντας την. Όταν επέστρεφε ο Γ., αποχώρησε ο Μ., οπότε και αυτός χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις ακινητοποίησε την παθούσα και χωρίς την θέλησή της συνουσιάστηκε μαζί της κατά φύση δύο φορές. Μετά έμειναν και οι τρεις στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και στις εκκλήσεις της παθούσης για να την αφήσουν να φύγει, της απαντούσαν ότι θα την κρατήσουν εκεί και ότι αν πει οτιδήποτε γι’ αυτό που έγινε θα ειδοποιήσουν την οικογένειά της. Στη συνέχεια ο Μ. προσπάθησε να συνουσιαστεί παρά φύση με την παθούσα χωρίς αποτέλεσμα, οπότε την εξανάγκασε να διενεργήσει την πράξη της πεολειχίας, μέχρις εκσπερματώσεως, πράξη στην οποία προέβη και ο Γ. Μετά ταύτα οι δράστες δεν επέτρεψαν στην παθούσα να φύγει από το δωμάτιο έχοντας κλειδωμένη την πόρτα και λέγοντάς της ότι αν θέλει να φύγει θα πρέπει να φύγει από το παράθυρο και ότι θα την κρατήσουν για να τη χρησιμοποιούν σε κλοπές οικιών που οι ίδιοι θα διέπρατταν. Η πράξη του εξαναγκασμού σε συνουσία εξώγαμη επαναλήφθηκε από τους κατηγορουμένους διαδοχικά για μία φορά από τον καθένα. Όταν οι κατηγορούμενοι κοιμήθηκαν η παθούσα βρήκε την ευκαιρία ν’ απομακρυνθεί από το δωμάτιο χρησιμοποιώντας ένα καλώδιο που κρεμόταν έξω από το παράθυρο του δωματίου, πλην όμως αυτό δεν άντεξε το βάρος της, κόπηκε, οπότε έπεσε σε λαμαρινοσκεπή του ισογείου, έσπασε τον αριστερό βραχίονά της και υπέστη εκτεταμένη θλαστικά τραύματα στο σώμα της. Μετά την πτώση της παθούσης από το παράθυρο του δωματίου και την άφιξη των αστυνομικών οργάνων συνελήφθη ο φερόμενος ως Γ. και στην πραγματικότητα S.G.-C., ενώ ο φερόμενος ως Μ. διέφυγε από το παράθυρο του κλιμακοστασίου του ξενοδοχείου, τα δε στοιχεία της ταυτότητός του δεν έγιναν γνωστά ούτε μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, δεδομένου ότι και στο δελτίο άφιξης αλλοδαπού καταχωρήθηκαν στοιχεία από πλαστό διαβατήριο στο όνομα P.S.

Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και παραθέτει το ιστορικό των γεγονότων με την δική του εκδοχή που είναι τόσο η διενέργεια της συνουσίας της παθούσης με τον φερόμενο ως Μ. με την θέλεσή της και μάλιστα επανειλημμένα όσο και η με πληρωμή δική του συνεύρεση με την παθούσα. Ωστόσο πειστική εξήγηση για την κλειδωμένη πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου δεν δίδεται, όπως δεν εξηγείται και η χρησιμοποίηση ψεύτικου ονόματος απ’ αυτόν και τον συναυτουργό του Μ. αλλά και η έξοδος της παθούσης από το παράθυρο του δωματίου του ξενοδοχείου.

Αντίθετα οι περιστάσεις του συμβάντος περιγράφονται χωρίς αποκλίσεις και στην προανακριτική κατάθεση της παθούσης αλλά και στην ενώπιον της 16ης Τακτικής Ανακρίτριας καταθέσεώς της, στοιχειοθετούν δε τις αξιόποινες πράξεις της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία, που επετεύχθη με την άσκηση σωματικής βίας, έτσι ώστε να πληρούται και η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, του ομαδικού βιασμού, με τον διαδοχικό εξαναγκασμό της παθούσας σε εξώγαμη συνουσία και επιχείρηση ασελγούς πράξης.

Υπό την άποψη αυτή, το Συμβούλιό Σας πρέπει να μορφοποιήσει την κατηγορία κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό ως βιασμό που έγινε από δύο δράστες που ενεργούσαν από κοινού (άρ. 336 παρ. 2-1 ΠΚ).

Επειδή από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου S.G.-C για τις πράξεις του ομαδικού βιασμού, κατ’ εξακολούθηση, της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία, από κοινού και της παράνομης εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 59, 60, 79, 94 παρ. 2, 98, 336 παρ. 2, 327 παρ. 1 ΠΚ και άρ. 4 παρ. 3 Ν. 1975/91.

Συνεπώς πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 1, 8, 109, 122 παρ. 1, 128, 129α, 270, 308 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, 93, 96, 97 του Συντάγματος, 2, 3 και 5 Ν. 969/79 να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, που θα ορίσει ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών, για να δικαστεί για τα σε βαθμό κακουργήματος εγκλήματα της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία, του ομαδικού βιασμού, κατ’ εξακολούθηση, και για το σε βαθμό πλημ/ματος έγκλημα της παράνομης εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, αφού το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση αυτού ως εκ της συνάφειάς του με τα κακουργήματα (άρ. 128 παρ. 1 και 129 ΚΠΔ).

Επειδή κατά τις διατάξεις των άρ. 315 παρ. 1 και 287 παρ. 1 εδ. β-α ΚΠΔ αν ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά και η ανάκριση έχει περατωθεί, το Συμβούλιο αποφασίζει ταυτόχρονα και για την απόλυσή του ή για τη συνέχιση της προσωρινής του κράτησης, αν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρ. 282.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά του κατηγορουμένου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις κακουργηματικές πράξεις της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία και του ομαδικού βιασμού, δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα, όπου δε διαμένει χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο και αλλοιωμένα στοιχεία ταυτότητος, έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για κλοπές, φυλακίστηκε και εξέτισε την ποινή του και παρά ταύτα δεν δίστασε να προβεί στην εξευτελιστική για την παθούσα, που μετετράπη σε δοχείο ηδονής, αξιόποινη πράξη του ομαδικού βιασμού, έτσι ώστε με βεβαιότητα προκύπτει ότι αν αφεθεί ελευθερος θα διαπράξει και άλλα εγκλήματα.

Για τους ανωτέρω λόγους, το Συμβούλιό Σας πρέπει να διατάξει την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι την 24.8.2000, δηλαδή για έξι ακόμη μήνες από την 24.2.2000, οπότε συμπληρώνεται το εξάμηνο από την έναρξη της προσωρινής του κράτησης.