Έτος
2000
Νόμος / διάταξη που αφορά
327 ΠΚ
Άλλες διατάξεις/ νόμοι που επηρεάζονται
338 παρ. 1 και 2, 372 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Συρροή εγκλημάτων

 

Στην προκείμενη υπόθεση… προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 20 Νοεμβρίου 1999, ώρα 22.30 περίπου, ο εκ των κατηγορουμένν Α.Β. συνάντησε τυχαία την παθούσα Ε.Μ. στην οδό Ε. της πόλης του Α., ενώ εκείνη συνομιλούσε με τον περιπτερούχο Σ.Σ. στο σημείο όπου βρίσκεται το περίπτερο που εκμεταλλεύεται ο τελευταίος και έσπευσε αμέσως να λάβει και ο ίδιος μέρος στην αόριστη συζήτηση των προαναφερομένων προσφέροντας μάλιστα τσίπουρο. Λόγω της επαγγελματικής ενασχόλησης και της απροθυμίας του περιπτερούχου να συμμετάσχει, σύντομα έγινε ο αποκλειστικός συνομιλητής της παθούσας στην οποία μάλιστα εξακολουθούσε να προσφέρει αφειδώς τσίπουρο. Μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος, εμφανίσθηκε ο έτερος κατηγορούμενος Ε.Γ., γνωστός του Α.Β., ο οποίος έσπευσε επίσης να συμμετάσχει στην αόριστη και ενδεχομένως χωρίς σταθερό ειρμό συζήτηση, η οποία συνεχίσθηκε και μετά την αποχώρηση του περιπτερούχου με παράλληλη κατανάλωση αλκοολούχου ποτού (τσίπουρου) εκ μέρους της παθούσας. Η τελευταία πάσχει από χαλαρή παράλυση των δεξιών άνω και κάτω άκρων με ατροφία λόγω πολυομυελίτιδος κρινόμενη με ποσοστό αναπηρίας 67% σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 3063/13.5.1997 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μ. Το γεγονός αυτό γνώριζε ο Α.Β. ο οποίος παλαιότερα κατοικούσε στον Α. πλησίον της οικίας της και διαπίστωσε ο Ε.Γ. σε κάθε περίπτωση με την παρουσία του εκεί. Οι κατηγορούμενοι από κοινού αποφάσισαν να απαγάγουν την Ε.Μ. χωρίς τη θέλησή της και να την οδηγήσουν σε μέρος διαφορετικό από το γνώριμο περιβάλλον της, ούτως ώστε να βρεθεί υπό την απόλυτη επιρροή τους με σκοπό την ακολασία. Αμφότεροι γνώριζαν την ανικανότητα να αντισταθεί λόγω της σωματικής της μειονεξίας η οποία επιτάθηκε από τη διατάραξη των νοητικών της λειτουργικών λόγω της κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας ισχυρού αλκοολούχου ποτού (τσίπουρου), που οι ίδιοι της προσέφεραν και την εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο, προκειμένου να την επιβιβάσουν στο αυτοκίνητο του Α.Β. αντίθετα προς τη θέλησή της. Προκειμένου μάλιστα να είναι βέβαιοι για την επίτευξη του εγκληματικού τους σκοπού οι κατηγορούμενοι δεν αρκέσθηκαν στην εκμετάλλευσή της για τους προαναφερθέντες λόγους αδυναμίας αντιστάσεως της παθούσας αλλά δημιούργησαν τεχνηέντως συνθήκες «οικείας» ατμόσφαιρας (χαριεντιζόμενοι και λέγοντας «σόκιν» ανέκδοτα) ικανής σε κάθε περίπτωση να την παραπλανήσει ως προς τους πραγματικούς σκοπούς τους. Η ύπαρξη στο πρόσωπο των δραστών σκοπού ακολασίας εις βάρος της παθούσας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι προ της ακούσιας επιβίβασης της στο αυτοκίνητο ενεργούσαν ασελγείς πράξεις σε βάρος της προστατευόμενοι από το σκότος και την έλλειψη διερχομένων. Άλλωστε, ο αυτόπτης μάρτυρας Κ Θ.Π. ο οποίος τους αντιλήφθηκε να βρίσκονται πλησίον της παθούσας, αμφότεροι με ανοιγμένα τα παντελόνια που φορούσαν, κινήθηκε προς το μέρος τους ακούγοντας την αντίδραση της Ε.Μ. και όχι επειδή είχε οπτική επαφή με το χώρο όπου ευρίσκονταν η παθούσα και οι κατηγορούμενοι. Οι τελευταίοι με αποκλειστικό σκοπό την ακολασία, όπως καταφαίνεται και από όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες τους επιβίβασαν ακουσίως την Ε.Μ. στο όχημα ενός εξ αυτών (του Α.Β.) κινούμενοι προς κατεύθυνση αντίθετη από εκείνη που οδηγεί στην οικία της και την οδήγησαν σε τοποθεσία άγνωστη σ’ αυτή, όπου εκμεταλλευόμενοι, όπως ακριβώς έπραξαν κατά την απαγωγή της, την ανικανότητα αντιστάσεώς της ήλθαν σε εξώγαμη συνουσία μαζί της και ενήργησαν διαδοχικώς στον αυτό χρόνο εις βάρος της ασελγείς πράξεις. Η συνταχθείσα στις 21.11.1999 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατρού – επιμελητού Α΄ του Γεν. Νομαρχ. Νοσοκομείου Β.Π. δεν αποκλείει με τις παραδοχές της την τέλεση συνουσίας διότι: α) συντάχθηκε κατόπιν εξετάσεως η οποία πραγματοποιήθηκε μια ημέρα μετά το συμβάν, β) εναντίον της παθούσας Ε.Μ. δεν ασκήθηκε βία διότι ήταν ανίκανη να αντισταθεί σε οποιαδήποτε πράξη των κατηγορουμένων, γ) συνουσία τελείται και με την είσοδο μέρους μόνο του ανδρικού μορίου σε αυτό της γυναικός δίχως να απαιτείται immisio seminis (ΑΠ 895/1972 ΠοινΧρ, ΚΓ΄126, ΑΠ 778/1978 ΠοινΧρ, ΚΓλ, 41). Οι κατηγορούμενοι πάντως σε κανένα σημείο της απολογίας τους δεν δίδουν πειστικές εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους: α) παρέμειναν σε εξωτερικό χώρο της πόλης επί αρκετή ώρα με την παθούσα β) ακολούθησαν πορεία διαφορετική από εκείνη που θα οδηγούσε στην οικία της παθούσας γ) αναγκάστηκε η παθούσα, την οποία όπως ισχυρίζονται προσφέρθηκαν να μεταφέρουν στο σπίτι της, να ακολουθήσει τους κατηγορουμένους στις επαγγελματικές ενασχολήσεις ενός εξ αυτών (ασφάλεια των ζώων του) και στη συνέχεια να αναμείνει τη λήξη της νέας φάσης της διασκεδάσεώς τους με τη συμμετοχή του Αλβανού υπαλλήλου. Αντιθέτως, ο αυτόπτης μάρτυρας Κ.Θ.Π. εισφέρει απολύτως αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. κατάθεση του ενώπιον του κ. Ανακριτού Α΄ Τμήματος) διότι: α) η ώρα (23:15) που αναφέρει στην κατάθεσή του ότι αντιλήφθηκε τους παραπάνω στην οδό Ε. μέχρι την ώρα (23.30) που κατήγγειλε τηλεφωνικώς στο Α.Τ.Α. όσα δια των αισθήσεών του αντιλήφθηκε αποδεικνύει ότι μεταξύ των δύο χρονικών σημείων μεσολαβεί χρονικό διάστημα δεκαπέντε πρώτων λεπτών (15΄), δηλ. απολύτως όσα είδε, να ανακτήσει την ψυχραιμία του από την έκπληξη που ασφαλώς ένιωσε και να ειδοποιήσει δια της καταγγελίας του το Αστυνομικό Τμήμα, β) συμπίπτει ως προς όλα τα σημεία της με την κατάθεση του περιπτερούχου Σ.Σ. ο οποίος είχε αποχωρήσει πριν από την εμφάνιση του κ. Π. γ) οι κατηγορούμενοι κατελήφθησαν σε σημείο διαφορετικό από εκείνο που βρίσκεται η οικία της παθούσας. Τέλος, οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από την κατοχή της Ε.Μ. μια χρυσή αλυσίδα λαιμού με χρυσή πλακέτα με απεικόνιση της Παναγίας και μια χρυσή αλυσίδα λαιμού με το ζώδιο των διδύμων συνολικής αξίας 100.000 δρχ. με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 Κ.Π.Δ. για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου αρκεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων οι οποίες στηρίζουν την κατηγορία για ορισμένη πράξη ή ορισμένες πράξεις και δεν απαιτείται η ύπαρξη αποδείξεων οι οποίες είναι αναγκαίες για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επειδή το Δικαστικό Συμβούλιο δεν μπορεί να εξαρτήσει την παραπομπή του κατηγορουμένου από την ύπαρξη αποδείξεων, εάν δε πράξει αυτό διαπράττει υπέρβαση εξουσίας (Α.Π. 529/1990 ΠοινΧρ, ΜΑ΄, σελ. 34 με σύμφωνες παρατηρήσεις Ιω. Γιαννίδη). Επειδή υπό την έννοια του νόμου επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις ενοχής είναι εκείνες οι οποίες σπουδαίως και σοβαρώς συγκλίνουν προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έστω και αν καταλείπουν αμφιβολίες περί αυτής (Αθ. Κονταξής, Κ.Ποιν.Δικ., εκδ. 1994, Τόμος Α΄, σελ. 1531). Επειδή σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις εις βάρος των ως άνω κατηγορουμένων για τα εγκλήματα που εκτέλεσαν από κοινού, δηλ. της ακούσιας απαγωγής (Π.Κ. 327), της κατάχρησης σε ασέλγεια (Π.Κ. 338 παρ. 1 και 2) και της κλοπής (Π.Κ. 372), ως εκ τούτου δε, πρέπει να παραπεμφθούν για να δικασθούν ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Λαρίσης ως καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για τα βαρύτερα από τα παραπάνω εγκλήματα της ακούσιας απαγωγής (Π.Κ. 327) και της κατάχρησης σε ασέλγεια (Π.Κ. 338 παρ. 2) λόγω συνάφειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128, 129, 109 παρ. 1ε΄ και 313 Κ.Π.Δ. για να δικασθούν για τις προαναφερθείσες πράξεις καθόσον αυτές ειδικά προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14 παρ. 1, 18, 19, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 53, 94, 327 παρ. 1 και 2, 338 παρ. 1 και 2, 344, 372 παρ. 1 Π.Κ.