Έτος
2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
327 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Συρροή εγκλημάτων

 

Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

[…]

Περαιτέρω σύμφωνα με το προβλέπον την αρπαγή άρθρο 322 ΠΚ: «Όποιος με απάτη ή βία ή απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί τον συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών… σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α)… β) με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών…».

Α. Η αρπαγή πλήττει την προσωπική ελευθερία. Ενόψει τούτου κι των προβλεπομένων μέσων τελέσεως του εγκλήματος (απάτη, βία, απειλή βίας), τυχόν συναίνεση (συγκατάθεση) του θύματος αίρει το άδικο (Γάφος, «Ειδ. Μέρος, τόμ. Δ΄, 1963, σελ. 143, Σπινέλλης, «Συστηματική Ερμ. Π.Κ.» α΄, 20-25 ΠΚ, 1993, σελ. 22, Ανδρουλάκης, «Γενικό Μέρος», 2001, σελ. 346, σημ. 35).

Β. Σύλληψη είναι η υπαγωγή του θύματος υπό τη φυσική εξουσία του δράστη (ΑΠ 727/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, 246, Μπουρόπουλος, «Ερμ ΠΚ», τόμ. Β΄, 1960, σελ. 540), απαγωγή δε η απομάκρυνση από τον τόπο διαμονής του (βλ. ΑΠ 112/1998 ΠοινΧρ ΜΗ, 763, Μανωλεδάκης, «Ερμηνεία κατ’ άρθρο των όρων του ειδικού Μέρους του ΠΚ» 1996, σελ. 10) ενώ παράνομη κατακράτηση η παρεμπόδιση του θύματος να απομακρυνθεί από το σημείο κρατήσεώς του, χωρίς η μεταχείριση αυτή να στηρίζεται σε διάταξη νομού που να την επιτρέπει (ΑΠ 235/2003 ΠοινΧρ ΝΓ΄, 989, Μανωλεδάκη, όπ.π.). Εξάλλου, αποστέρηση της προστασίας της πολιτείας νοείται η κατάσταση κατά την οποία κάποιος θέτει κάποιον υπό την αυθαίρετη δική του εξουσία, αποκόπτοντάς τον από τις ομαλές συνθήκες βίου και στερώντας του τη δυνατότητα να ζητήσει την προστασία του νόμου, ενώ ομηρία, η κατακράτηση διαρκείας στη διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν ή θα τεθούν από αυτόν (βλ. ΑΠ 235/2003, ό.π., Μανωλεδάκη, ό.π., 105-106).

Γ. Κατά την κρατούσα νεώτερη άποψη στην ελληνική θεωρία απαραίτητα στοιχεία της «βίας» είναι αφενός μεν η επενέργεια στο σώμα του βιαζομένου (και με τους όρους του άρθρου 13 εδ. δ΄ ΠΚ), αφετέρου δε ο σκοπός της να εξαναγκάσει άνθρωπο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, όντας μέσο προς σκοπό, λ.χ. στην αρπαγή ασκείται με σκοπό τη σύλληψη, απαγωγή κ.λπ. Έτσι και όταν ο ποινικός νομοθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «βία», χωρίς επιθετικό προσδιορισμό (όπως στο άρθρο 322 ΠΚ) νοείεται σωματική βία (βλ. και Μπουρόπουλο, ό.π., σελ. 541, βλ. και σελ. 60-61, επίσης Γάφο, ΠοινΧρ ΣΤ΄, 1 επ. ιδίως σελ. 3 αλλά και Αιτιολ. Έκθ. Σχ. ΠΚ 1929, έκδ. Ζαχαροπούλου, 1950, σελ. 156), διότι αφού τα πράγματα δεν εξαναγκάζονται, επ’ αυτών δεν νοείται νομικώς βία, αλλά θα συνιστά είτε απειλή ανθρώπου, είτε βιαιοπραγία (βλάβη ή καταστροφή) πράγματος (Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 44 σημε. 39). Σωματική δε βία είναι η χρήση σωματικώς επενεργούσης δυνάμεως προς υπερνίκηση, είτε ήδη εκδηλωθείσης, είτε απλώς αναμενόμενης αντιστάσεως (Μαγκάκης, ΠοινΧρ ΙΒ΄521 επ., ιδίως 526). Όμως ο ποινικός νομοθέτης παρά τις κατά περίπτωση τροποποιήσεις εξακολουθεί να διακρίνει τον όρο «βία» (άρθρα: 157, 161, 167, 174, 322, 332, 333, 385 και 396) από τη «σωματική βία» (άρθρα: 134, 138, 330, 336 και 380). Έτσι πειστικά υποστηρίζεται ότι ως βία νοείται η χρησιμοποίηση μιας ενέργειας (μυικής, ηλεκτρικής, μαγνητικής ή άλλης), η οποία μεταβιβάζεται με τρόπο φυσικό επάνω στο ανθρώπινο σώμα (κατά τον ΠΚ –άρθρα 380, 385– σωματική βία κατά προσώπου), συγκροτεί την έννοια της σωματικής βίας του Ποινικού Κώδικα, ενώ όταν η ενέργεια μεταβιβάζεται μόνο σε πράγμα, χωρίς οποιαδήποτε επίδραση στο ανθρώπινο σώμα, πρόκειται για βία κατά των πραγμάτων, η οποία μαζί με την (άμεση ή έμμεση) σωματική βία, συγκροτούν την έννοια της βίας του Ποινικού Κώδικα (βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, «Προσβολές κατά του πολιτεύματος», 1988, σελ. 97 επ., την ίδια σε Αρμ 1982, 974, την ίδια «Η προστασία των πολιτικών σωμάτων στο Ελληνικό Δίκαιο», 1982, σελ. 112-115 όπου και η κριτική θεώρηση των διαδοχικών περί βίας θεωριών, βλ. επίσης Καρανίκα, «Εγχειρίδιο Ποιν. Δικαίου», τομ. Β΄, 1954, σελ. 86).

Δ. Η αρπαγή είναι έγκλημα διαρκές, υφιστάμενο για όσο χρόνο το θύμα στερείται της ελευθερίας του (ΑΠ 727/1998 ΠοινΧρ ΜΘ΄, 246, ΑΠ 905/1981 ΠοινΧρ ΛΒ΄, 162) και συνεπώς: (i) Είναι δυνατός ο επιγενόμενος δόλος (Χωραφάς, «Ποινικό Δίκαιο», 1978, σελ. 181, Ανδρουλάκης, «Γενικό Μέρος», 2001, σελ. 290 σημ. 99), (ii) η συνάντησή του με άλλα εγκλήματα κατά τη διάρκειά του θεμελιώνει κατ’ ιδέα συρροή (Ανδρουλάκης, ό.π., 182) και μόνο τότε πραγματική, όταν η τέλεση άλλης πράξεως κατά τη διάρκειά του, βασίζεται σε νέα απόφαση του δράστη ή τελείται επ’ ευκαιρία τούτου (Σταμάτης, «Η συρροή ποινικών νόμων κ.λπ.», 1967, σελ. 134 σημ. 108 και ΠοινΧρ ΙΣΤ΄ 636 επ.) και (iii) είναι δυνατή συμμετοχή σ’ αυτό μέχρι τη λήξη της παράνομης καταστάσεως (Μπιτζιλέκης, «Η συμμετοχική πράξη», 1990, σελ. 200, Χαραλαμπάκης, «Διάγραμμα ΠΔ- Γεν. Μέρος», 1993, σελ. 59- βλ. και Ανδρουάκης, ό.π., Μανωλεδάκης, «Επιτομή Γεν. Μέρους», Έκδ. ΣΤ΄, 2001, σελ. 305). Επίσης θεωρούμε ότι είναι έγκλημα γνήσιο πολύτροπο ή διαζευκτικό μικτό, αφού οι διάφοροι τρόποι τελέσεώς του μπορούν να εναλλαχθούν ή να σωρευθούν επάνω στο ίδιο υλικό αντικείμενο, όσο τούτο εκφράζει μία μονάδα εννόμου αγαθού, χωρίς να υπάρχει συρροή εγκλημάτων, αλλά ένα έγκλημα (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., 293 –βλ. επίσης Χωραφά, ό.π. 172, 173, Μπουρόπουλου, ό.π., τόμ. Α΄, 1959, σελ. 75, Σταμάτη «Η συρροφή κ.λπ.», ό.π., 28 επ.). Έτσι, εάν τη σύλληψη του αρπαγέντος και ενώ αυτός ευρίσκεται υπό την εξουσία του δράστη, ακολουθήσει απαγωγή του και παράνομη κατακράτησή του, ένα έγκλημα αρπαγής τελείται (βλ. και ΑΠ 122/1998 ΠοινΧρ ΜΗ΄, 763 για το ότι απαιτούνται «εναλλακτικώς» απάτη, βία ή απειλή βίας). Στο άνω είδος εγκλημάτων μπορεί ο κάθε συναυτουργός να πραγματώσει διαφορετικό τρόπο τελέσεως (Μ. Μαργαρίτης, «Ερμ. Ποιν. Κωδ.», 2003, σελ. 138, Δημάκης, «Συστηματική Ερμ. ΠΚ», 1998, υπό άρθρο 45, σελ. 51, Μανωλεδάκης, ό.π. 423).

Ε. Στο υπεδ. β΄ του εδ. β΄ του άρθρου 322 ΠΚ προβλέπεται διακεκριμένη του βασικού εγκλήματος μορφή, που διπλασιάστηκε σε έγκλημα σκοπού ή υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως. Η χρήση του όρου σκοπός υποδηλώνει ότι απαιτείται κατ’ άρθρο 27 παρ. 2β΄ ΠΚ ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο άμεσος δόλος α΄ βαθμού ή επιδίωξη για τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη κ.λπ. χωρίς όμως να απαιτείται να επέλθει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή να αποπερατωθεί και ουσιαστικά το έγκλημα. Η ουσία της επιδιώξεως ενός αποτελέσματος με ορισμένη συμπεριφορά συνίσταται στην εσωτερική – υποκειμενική, αλλά και εξωτερική – αντικειμενική πηδαλιούχηση της δεύτερης προς την κατεύθυνση του πρώτου, έτσι ώστε το αποτέλεσμα να είναι ο στόχος της συμπεριφοράς, χάριν του οποίου αυτή εκδηλώνεται. Δηλαδή το αποτέλεσμα επιδιώκεται με μια συμπεριφορά, εφόσον εάν ήταν δεδομένο ότι εκείνο δεν θα επερχόταν, αυτή δεν θα υπήρχε, γιατί ο δράστης θα την παρέλειπε (Ανδρουλάκης, ό.π., 265), τονιζομένου ότι για την κατάφαση του σκοπού, που δεν αποτελεί εξωτερικά παρατηρήσιμο στοιχείο, απαιτείται αναγωγή σε εμπειρικά, εξωτερικά παρατηρήσιμα δεδομένα (ενδείξεις), με τη βοήθεια των οποίων συνάγεται η συνδρομή του (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, παρατ. στην ΑΠ 166/1997 Υπερ 97, 1022). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 ΠΚ («… άλλες περιστάσεις που επιτείνουν… την ποινή, λαμβάνοντας υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν») συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο σκοπός (ή κάποιο φρονηματικό στοιχείο) επιτείνει το αξιόποινο, όπως στο άρθρο 322 εδ. β΄, τότε είναι σαφές ότι είναι δυνατή συμμετοχή στη διακεκριμένη εγκληματική μορφή, μόνο εφόσον ο σκοπός συντρέχει στο πρόσωπο όλων των συμμετόχων και συνεπώς εάν δεν συντρέχει στο πρόσωπο κάποιου, αυτός είναι συμμέτοχος μόνο στο βασικό έγκλημα (βλ. ΣυμβΑΠ 1617/2008 ΠοινΔικ 2009, 513, ΑΠ 824/2008 ΠοινΧρ ΝΘ΄, 324-325, ΑΠ 386/2007 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 55, ΣυμβΑΠ 37/2008 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 606-607, ΑΠ 479/2000 ΠοινΧρ Ν΄, 931, ΣυμβΑΠ 1207/2003 ΠοινΔικ 2003, 1408, Μ. Μαργαρίτη, «Ερμ. Ποιν. Κωδ. 2008», σελ. 175-178, 867-869», Δημάκη, «Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ», 1998 υπό άρθρο 45, σελ. 65).

Εξάλλου, στο ΙΘ΄ κεφάλαιο του ΠΚ που αναφέρεται στα εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας υπάγεται, εκτός από το έγκλημα «της αρπαγής» κατ’ άρθρο 322 ΠΚ, και το έγκλημα της «ακούσιας απαγωγής» κατά το άρθρο 327 ΠΚ το οποίο έχει επακριβώς ως εξής: «1. Όποιος με σκοπό το γάμο ή την ακολασία απάγει ή παρακρατεί παράνομα (άρθρο 325) γυναίκα χωρίς τη θέλησή της ή γυναίκα που έχει διαταραγμένη νόηση ή είναι ανίκανη να αντισταθεί, λόγω απώλειας της συνείδησης ή διανοητικής ατέλειας ή για άλλο λόγο τιμωρείται αν τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό το γάμο, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, αν τη διέπραξε με σκοπό την ακολασία με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. 2. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση». Εκ των ως άνω διαλαμβανομένων διαπιστώνεται ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως και στην αρπαγή συνίσταται στην «απαγωγή» ή στην «παράνομη κατακράτηση». Η απαγωγή πρέπει να τελεστεί χωρίς τη θέληση της απαγομένης γυναίκας ή (αδιάφορα της σύμφωνης ή ασύμφωνης θέλησης) γυναίκας που έχει διαταραγμένη νόηση ή είναι ανίκανη να αντισταθεί, λόγω απώλειας της συνείδησης ή διανοητικής ατέλειας ή για άλλο λόγο, π.χ. λόγω μέθης ή αναισθησίας ή νάρκωσης, ήτοι καταστάσεις συνεπεία των οποίων αδυνατεί να εκφράσει ενάντια θέληση. Εξάλλου η απαγωγή μπορεί να τελεστεί με βία σωματική (άρθρο 13 στοιχ. Δ΄ ΠΚ) ή με παραπλάνηση της απαγομένης γυναίκας, η οποία αγνοεί τους σκοπούς του δράστη και η οποία πείθεται να τον ακολουθήσει, ενώ η άσκηση των μέσων αυτών πρέπει να κατευθύνεται στην τέλεση του εγκλήματος της απαγωγής, όχι δε και της επιδιωκόμενης ακολασίας. Ιδίως στην προκειμένη περίπτωση παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι μόνο γυναίκα, όποιας ηλικίας εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 324 ΠΚ (και ενήλικη), ως επίσης όποιας κοινωνικής κατάστασης και θέσης ή ηθικής υπόστασης (και πόρνη), ακόμη και η μνηστή ή εν διαστάσει σύζυγος είτε χωρίς τη θέλησή της ή διατελούσα σε κάποια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις. Για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι ενεργεί ακούσης της απαγομένης, ως και σκοπός γάμου ή ακολασίας, ήτοι πράξεως αντικείμενης στα ήθη (όπως συνουσίας, παρά φύση ασέλγειας κ.λπ.). Το έγκλημα είναι τετελεσμένο ευθύς ως συντελεσθεί η απομάκρυνση της απαγόμενης γυναίκας από τον τόπο διαμονής της ή η τελευταία περιοριστεί στον τόπο στον οποίο ευρίσκεται ή παρεμποδιστεί να επανέλθει σε αυτόν, υπαγόμενη έτσι στην εξουσία του δράστη. Τέλος η ποινική δίωξη κινείται ύστερα από έγκληση της παθούσας ή των αντί αυτής ή μαζί με αυτήν προσώπων που δικαιούνται σύμφωνα με το άρθρο 118 παρ. 2-3 ΠΚ (ΑΠ 2181/2006 ΠοινΔικ 2007, 664, ΑΠ 1126/2000 ΠοινΔικ 2001, 95, ΣυμβΠλημΧίου ΠοινΧρ ΝΖ΄, 362-369).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν 1419/984, βιασμό διαπράττει, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης και τιμωρείται με κάθειρξη. Με βάση τα στοιχεία του νόμου ο βιασμός είναι έγκλημα πολύπρακτο και μικτό ή αλλιώς πολύτροπο, γιατί όπως περιγράφεται (τυποποιείται) στην οικεία διάταξη, για τον απαρτισμό του απαιτούνται περισσότερες από μία πράξεις και συγκεκριμένα της χρησιμοποιήσεως σωματικής βίας, η οποία συνιστά το έγκλημα της παράνομης βίας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 330 του ΠΚ ή της χρησιμοποιήσεως απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου και της εξώγαμης συνουσίας, η οποία καθ’ εαυτή δεν συνιστά αξιόλογη ποινικά πράξη, αλλά όταν αυτή συντελείται με τον εξαναγκασμό του συγκεκριμένου προσώπου ο οποίος επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, τότε συντελείται η ανωτέρω πράξη (του βιασμού) στην έννοια του οποίου με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν 1419/1984 έχει συγχωνευθεί και η πράξη του εξαναγκασμού σε ασέλγεια. Κατά την επελθούσα τροποποίηση στο 10ο Κεφ. Του ΠΚ, προσβαλλόμενα έννομα αγαθά δεν είναι τα ήθη όπως αναφερόταν προηγουμένως (εγκλήματα κατά των ηθών) γιατί προστατευόμενο έννομο αγαθό δεν είναι τα ήθη εν γένει αλλά η γενετήσια ελευθερία του ατόμου ή και η οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής του ατόμου. Το άτομο είναι ελεύθερο να αυτοδιαθέσει τον εαυτό του και δεν μπορεί μέσα σε ένα δικαιικό σύστημα να εξαναγκαστεί να συνευρεθεί με κάποιον χωρίς τη συναίνεσή του. Μετά την επελθούσα συγχώνευση της διατάξεως του άρθρου 337 του ΠΚ (εξαναγκασμός σε ασέλγεια) στη διάταξη του άρθρου 336 του ΠΚ, το έγκλημα δεν στρέφεται μόνο σε βάρος των γυναικών, αλλά θύμα του ανωτέρω εγκλήματος μπορεί να είναι και άνδρας. Το έγκλημα του βιασμού συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των πολύπρακτων υπαλλακτικώς μικτών εγκλημάτων. Η αντικειμενική υπόσταση αυτού μπορεί να συντελεστεί είτε με τη χρησιμοποίηση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου σώματος ή ζωής ή άλλου δικαιώματος, ή με την επίτευξη συνουσίας εξώγαμης ή με την ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Η χρήση της σωματικής βίας ή της ασκηθείσης απειλής πρέπει να επενεργεί με τρόπο που να μη μπορεί να επιτρέψει την εκδήλωση επιτυχούς αντιδράσεως του θύματος αλλά να υπερνικά την όποια αντίδραση αυτού, είτε εκδηλούμενη είτε αναμενόμενη να εκδηλωθεί. Η πράξη του βιασμού συντελείται με περισσότερες πράξεις ξεχωριστές μεταξύ τους κατά την κοινωνιολογική του όρου τους έννοια, απαρτίζεται δηλαδή με μία από τις ανωτέρω μορφές εξαναγκασμού προς τον σκοπό επίτευξης εξώγαμης συνουσίας ή της επιχείρησης ή ανοχής ασελγούς πράξεως. Η σωματική βία στο ανωτέρω έγκλημα μπορεί να ασκηθεί είτε άμεσα και μηχανικά επιφέροντας την εξουδετέρωση έτσι της βουλήσεως του θύματος να αντιδράσει εξαναγκάζοντας το θύμα να υποστεί ή να δεχθεί την εξώγαμη συνουσία ή την ανοχή ή επιχείρηση της ασελγούς πράξης (vis absoluta) είτε επενεργώντας έμμεσα στο θύμα διαμέσου της βουλήσεως αυτού, το οποίο για να σταματήσει την περαιτέρω άσκηση σε βάρος του σωματικής επενέργειας εξαναγκάζεται να δεχθεί ή να υποστεί των εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης (vis compulsive). Η βία μπορεί να εκδηλωθεί στη συντέλεση του εγκλήματος του βιασμού και με ψυχολογικούς τρόπους. Στην περίπτωση άσκησης ψυχολογικής βίας ο δράστης δημιουργεί δυσάρεστη κατάσταση στο θύμα, το οποίο για να αποφύγει και άρει την κατάσταση αυτή αποδέχεται εξαναγκαζόμενο την εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή της ασελγούς πράξεως του δράστη. Το έγκλημα του βιασμού μπορεί να στραφεί εναντίον άνδρα ή γυναίκας οποιασδήποτε ηλικίας ακόμη και εναντίον νηπίου. Για τον λόγο αυτό είναι ανεξάρτητη η ηδονιστική συμμετοχή του θύματος στη συντέλεση του εγκλήματος του βιασμού ή η πλήρης αντίληψη των συντελούμενων ενεργειών του δράστη. Βασική προϋπόθεση για την πραγμάτωση του εγκλήματος του βιασμού είναι ο εξαναγκασμός του θύματος να υποστεί εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης. Επομένως το έγκλημα του βιασμού μπορεί να πραγματωθεί και εναντίον ακαταλόγιστου προσώπου ή ανήλικου, που δεν έχει πλήρη αντίληψη των διαλαμβανομένων ενεργειών του δράστη. Γιατί σε διαφορετική περίπτωση όταν το έγκλημα στρεφόταν σε βάρος ανηλίκου ή ακαταλόγιστου ή παράφρονα ο δράστης θα είχε πλεονεκτική μεταχείριση έναντι οιουδήποτε άλλου. Επίσης ως συνουσία νοείται η συνένωση, όχι απλώς η επαφή, των γεννητικών οργάνων μορίων δύο προσώπων, δηλαδή η είσοδος του ανδρικού μέλους στον γυναικείο κόλπο, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτωση, όσον αφορά δε την ασελγή πράξη έχει παγιωθεί κατά τη νομολογία ο ορισμός κατά τον οποίο ασέλγεια νοείται όχι μόνο η συνουσία, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Περαιτέρω για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του βιασμού απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τα δύο, εξαναγκάσει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και ενέχει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή στην ασελγή πράξη (βλ. ΣυμβΑΠ 1579/2008 ΠοινΔικ 2009, 506, ΑΠ 1519/2008 ΠοινΔικ 2009, 389, ΣυμβΑΠ 1388/2008 ΠοινΧρ ΝΘ΄, 463-465, ΣυμβΑΠ 937/2007 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 245-248, ΑΠ 784/2007, Νόμος, ΣυμβΑΠ 937/2007 ΠοινΔικ 2007, 1364, ΣυμβΑΠ 1998/2006 ΠοινΧρ ΝΖ΄. 902-903, ΣυμβΠλημΑθ 2020/2007 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 1010-1012, ΣυμβΠλημΑθ 1592/2007 ΠοινΧρΝΘ΄, 260-262, «Περί της απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου, ως τρόπου τελέσεως του βιασμού», Κ. Βαθιώτη, ΠοινΧρ ΝΘ΄, 293-304).

Εξάλλου μεταβολή κατηγορίας, που επιφέρει ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β΄ΚΠΔ και συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ΚΠΔ υπάρχει όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη είναι ουσιωδώς διάφορη από εκείνη για την οποία εισήχθη σε δίκη ο κατηγορούμενος κατά χρόνο, τόπο και ιστορικές περιστάσεις, ώστε να συνίσταται έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό, όχι όμως και όταν μεταβάλλεται απλώς ο τρόπος συμμετοχής εις το έγκλημα ή όταν με την καταδικαστική απόφαση συμπληρώνονται και προσδιορίζονται ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα ή όταν το δικαστήριο δέχεται επιβαρυντικές περιστάσεις κατά την τέλεση της πράξεως (ΑΠ 1773/2001 ΠοινΔικ 2002, 338, ΑΠ 1297/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, 499, ΑΠ 387/1990 ΠοινΧρ Μ΄, 1104, Λ. Καράμπελας, «Η μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας», εκδ. 2005 σελ. 75-77). Επίσης αφού γίνεται δεκτό ότι η κατηγορία για «ακούσια απαγωγή» (άρθρο 327 παρ. 1 ΠΚ) επιτρέπεται να μεταβληθεί σε αρπαγή (άρθρο 327 ΠΚ), εφόσον ελλείπει ο σκοπός του γάμου ή της ακολασίας (βλ. Λ. Καράμπελα, ό.π., σελ. 44), θα πρέπει ομοίως να γίνει δεκτό για την ταυτότητα του νομικού λόγου ότι αν ασκήθηκε ποινική δίωξη για το έγκλημα της «αρπαγής» είτε στην απλή είτε κυρίως στη διακεκριμένη μορφή της τότε είναι δυνατή η μεταβολή της κατηγορίας σε «ακούσια απαγωγή», εφόσον στην περίπτωση αυτή υφίσταται πλέον ο σκοπός του γάμου ή της ακολασίας. Επιπρόσθετα το έγκλημα «της ακούσιας απαγωγής» κατ’ άρθρο 327 παρ. 1 ΠΚ είναι ειδικότερη ποινική διάταξη σε σχέση με αυτό «της αρπγής», κατ’ άρθρο 322 ΠΚ, καθόσον διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του τελευταίου και πρόσθετα στοιχεία: α) που αναφέρονται στο πρόσωπο του θύματος (αφού το παθητικό υποκείμενο δύναται να είναι μόνο γυναίκα) και β) κυρίως στο σκοπό γάμου ή ακολασίας (ενόψει του ότι η απαγωγή για άλλο σκοπό τιμωρείται ως «αρπαγή»), τα οποία αποτελούν την ειδοποιό διαφορά και διά των οποίων συντελείται η ειδοποίηση. Επομένως η αρχή της ειδικότητας εν προκειμένω νοείται ως λογική σχέση, που χαρακτηρίζει τα δύο ως άνω άρθρα 322 και 327 του ΠΚ, που είναι της ίδιας βαθμίδας ισχύος, τα οποία αναφέρονται σε αξιόποινες πράξεις που δεν τελούν σε σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού και που αναφέρονται στην προστασία του ίδιου εννόμου αγαθού της προσωπικής ελευθερίας [με ειδικότερη έκφανση αυτής (προσωπικής ελευθερίας) της σεξουαλικής ελευθερίας της απαγομένης στην περίπτωση του εγκλήματος «της ακούσιας απαγωγής») και παραβιάζονται με την ίδια πράξη. Έτσι ενόψει του ότι υφίσταται ταυτότητα του προσβαλλομένου εννόμου αγαθού της προσωπικής ελευθερίας και παράλληλα φαινομένη κατ’ ιδέα συρροή μεταξύ των δύο εγκλημάτων «της αρπαγής» και της «ακούσιας απαγωγής με σκοπό το γάμο ή την ακολασία», εφόσον υφίσταται αποκλειστικά τέτοιος σκοπός η τελευταία άδικη πράξη κατισχύει ως ειδικότερη σε κάθε περίπτωση της «αρπαγής» (Κ. Σταμάτης, «Η συρροή ποινικών νόμων εν γένει», εκδ. 1967 σελ. 64-65, του ιδίου, «Γενικαί Αρχαί της φαινομένης συρροής και ιδίως της κατ’ ιδέαν», εκδ. 1972, σελ. 14-17, 27, Στ. Παύλου, «Οι αρχές της φαινομενικής συρροής», εκδ. 2003, σελ. 61-62, Κ. Παπαρχήστου, «Φαινομενική συρροή εγκλημάτων», εκδ. 2007, σελ. 180-196, Μ. Μαργαρίτης, «Ερμ. Ποιν. Κωδ. 2008», σελ. 885).

Στην προκειμένη κρινόμενη υπόθεση από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, που συγκεντρώθηκαν νομίμως κατά τη διενεργηθείσα και νομίμως περατωθείσα κυρία ανάκριση και κυρίως από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα επισυναφθέντα στην παρούσα δικογραφία έγγραφα που θα επισημειωθούν κατωτέρω σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Η παθούσα, που διατηρεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο) στο Δ. Μεσσηνίας, αφού έκλεισε το κατάστημά της στις 1.8.2008 και περί ώρα 02.00 π.μ. μετέβη σε όμοιο κατάστημα –«internet cafe» και εκεί συνάντησε εξ αποστάσεως αμφοτέρους τους κατηγορούμενους οι οποίοι και προθυμοποιήθηκαν να την κεράσουν ένα ποτό, ως και έπραξαν. Εν συνεχεία και αφού η παθούσα ήπιε το παραπάνω ποτό αποφάσισε να αναχωρήσει από το «internet cafe» γύρω στις 02.30 π.μ. για να μεταβεί στην οικία της και έτσι εξήλθε προκειμένου να εκπληρώσει τον προαναφερόμενο σκοπό της. Όμως όταν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιλήφθηκαν την έξοδο της παθούσας από το «internet cafe» εντελώς αυτόβουλα και χωρίς η ίδια να τους προσκαλέσει την ακολούθησαν και της πρότειναν να πάει μαζί τους για ένα ποτό στο καλοκαιρινό μπαρ με την επωνυμία «…»., που ευρίσκεται στην έξοδο του Δ. Η παθούσα στην αρχή δεν αποδέχθηκε την παραπάνω πρόταση των κατηγορουμένων, αλλά εκ του λόγου ότι το ύφος του 1ου των κατηγορουμένων Χ.Κ. ήταν επιτακτικό υπαναχώρησε και τους ακολούθησε και έτσι άπαντες επιβιβάστηκαν στο ΙΧΕ αυτ/το μάρκας BMW ιδιοκτησίας του 1ου των κατηγορουμένων, που οδηγούσε ο ίδιος και μετέβησαν στο παραπάνω μπαρ, όπου και παρέμειναν μέχρι τις 04.30 π.μ., ενώ οι κατηγορούμενοι δέχθηκαν να αποχωρήσουν μετά από την φορτική προς τούτο πίεση της παθούσας, που τους προέτρεπε επίμονα να τη μεταφέρουν στο σπίτι της, λόγω του προκεχωρημένου της ώρας. Όμως ο 1ος κατηγορούμενος, αφού επιβίβασε την παθούσα και τον συγκατηγορούμενό του στο όχημά του αρνήθηκε να μεταφέρει αυτήν (παθούσα) στην οικία της, αλλά εντελώς απροειδοποίητα πορεύθηκε προς την περιοχή «Λ» και σταμάτησε σε κάποιο χωράφι. Όταν η παθούσα απευθύνθηκε στον 1ο κατηγορούμενο ζητώντας του εξηγήσεις για την απροσδόκητη συμπεριφορά, αυτός ενώπιον και του συγκατηγορουμένου του της απηύθυνε με έμφαση τις παρακάτω καταφρονητικά για την προσωπικότητά της και συγχρόνως απειλητικές φράσεις: «Δεν κατάλαβες καλά, θα μας πάρεις πρώτα δύο π.», θέτοντας έτσι εντελώς αυθαίρετα και παράνομα τον όρο στην παθούσα να ενεργήσει και στους δύο συγκατηγορούμενους στοματικό έρωτα, προκειμένου να της επιτρέψει να μεταβεί στην οικία της. Έτσι αμέσως στην παραπάνω ανήθικη και εγκληματική πρόταση του 1ου των κατηγορουμένων η παθούσα προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά ο εν λόγω την χτύπησε με τα χέρια του, της έσκισε όλα τα ρούχα και εν συνεχεία, αφού της άσκησε έντονη και απροκάλυπτη ωμή βία την πέταξε στο έδαφος και αφού δια της βίας εξουδετέρωσε την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα εισχώρησε το γεννητικό του μόριο στο αντίστοιχο μόριο της παθούσας. Είναι δε γεγονός ότι ο 2ος των κατηγορουμένων και ως η ίδια η παθούσα ενόρκως εξεταζόμενη στις 1.8.2008 ενώπιον του ΑΤ.. επισημαίνει προσπαθούσε να αποτρέψει τον 1ο των κατηγορουμένων από το να συνεχίσει να εκδηλώνει την προπεριγραφόμενη εγκληματική του συμπεριφορά, φωνάζοντάς του εναγωνίως «άστη Χ. τι είναι αυτά που κάνεις… η κοπέλα έχει πιει, έχει οικογένεια και παιδιά», ενώ την ίδια στιγμή τον τραβούσε από πάνω της. Εξάλλου η παθούσα τονίζει ότι ο 1ος των κατηγορουμένων απτόητος και παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές του συγκατηγορουμένου του συνέχισε να τη βιάζει, χτυπώντας την με τις γροθιές του σε διάφορα σημεία του σώματός της ως και στο αριστερό άκρο του μετώπου της και παράλληλα συνουσιάζονταν μαζί της επί μερικά ακόμη λεπτά της ώρας, χωρίς να δύναται η ίδια να αντιληφθεί αν αυτός πράγματι εκσπερμάτωσε εντός του κόλπου της ή όχι. Χαρακτηριστικό δε της σκληρότητας και της ωμότητας που διακατείχε τον κατηγορούμενο καθ’ όλη τη διάρκεια του συνουσιασμού του με την παθούσα είναι ότι κατά τη στιγμή που τη χτυπούσε βάναυσα για να κάμψει την όποια αντίστασή της μπορούσε να αντιτάξει με τις λιγοστές εναπομείνασες δυνάμεις της, αυτός προέτρεπε τον συγκατηγορούμενό του να συμμετάσχει στον παραπάνω βιασμό λέγοντάς του τις εξής απαξιωτικές για την παθούσα φράσεις: «γ. την, την π., εδώ θα μείνει απόψε», ενώ ο τελευταίος τον παρακαλούσε χωρίς αποτέλεσμα να σταματήσει την έκνομη συμπεριφορά του. Εξάλλου γύρω στις 05.30 π.μ. οι παραπάνω συγκατηγορούμενοι αποχώρησαν από την παραπάνω τοποθεσία εγκαταλείποντας την παθούσα μόνη, γυμνή και αβοήθητη, αφού το παντελόνι της ευρισκόταν εντός του οχήματος του 1ου των κατηγορουμένων και μέσα σε αυτό υπήρχαν τα κλειδιά της και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας «ΝΟΚΙΑ» που της ανήκαν κατά κυριότητα. Έτσι η παθούσα μετά τον βιασμό της ευρέθη μόνη σε μια ερημική και απόμακρη τοποθεσία και έτσι αναγκάστηκε να περπατήσει για τρία περίπου χιλιόμετρα ολόγυμνη μέχρι που έφτασε στην τοποθεσία «…» όπου και ευρισκόμενη σε απελπιστική θέση χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού, όπου και της άνοιξε ένας αλλοδαπός, ο οποίος της πρόσφερε μια πετσέτα και προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Ακολούθως η παθούσα συνέχισε την πορεία της σε ανεύρεση πιο ουσιαστικής, ασφαλούς και αποτελεσματικής βοήθειας και μετά από πορεία άλλων διακοσίων μέτρων χτύπησε μια άλλη πόρτα όπου ένα άτομο άγνωστο στην ίδια, όταν του ζήτησε βοήθεια της προσέφερε το σταθερό του τηλέφωνο και έτσι η παθούσα κατάφερε να ειδοποιήσει το ΑΤ… Επακολούθησε δε η παραπομπή της παθούσας στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας με τη συνοδεία Αστυνομικών όπου εκεί εξετάστηκε ιατροδικαστικά από ιατρούς του εν λόγω Νοσοκομείου σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας του Διοικητή του ΑΤ… Συγκεκριμένα και όπως αδιάσειστα προκύπτει από την από 1.8.2008 ιατρική γνωμάτευση την οποία συνέταξαν η Ε.Γ. (ως Επιμελήτρια Α και χειρούργος Β΄ Χειρουργικής) και η Ε.Φ. (ως μαιευτήρας γυναικολόγος –Επιμελήτρια Β΄) η παθούσα φέρει εκτεταμένα σημεία βίαιης επίθεσης και πάλης και ειδικότερα διαπίστωσαν: 1) «Εκχύμωση 5cm στο αριστερό άνω άκρο και στην εσωτερική πλευρά του βραχιονίου» -2) «Δήγμα στον αριστερό μαστό στο άνω έσω τεταρτημόριο» -3) Εκδορές στο δεξιό μαστό και δη στο άνω μέρος του» -4) «Ότι η ραχιαία επιφάνεια είναι πλήρης εκδορών» -5) «Ότι η πλάγια κοιλιακή χώρα φέρει εκχύμωση» -6) «Ότι η δεξιά ωμοκλειδική φέρει εκχύμωση» -7) «Ότι επίσης εκχύμωση υφίσταται στο δεξιό άνω βλέφαρο και αριστερό οίδημα της κροταφικής χώρας» -8) «Έγκαυμα στην περιοχή της κερκίδας δεξιού άνω άκρου 0,5 cm ως και εκδορές πέριξ του αγκώνα». Μάλιστα στην παραπάνω ιατρική γνωμάτευση – ιατροδικαστική έκθεση εμπεριέχεται μια αξιοσήμαντη παρατήρηση, που επαληθεύει τη βασιμότητα των καταγγελιών της παθούσας και ειδικότερα ότι τα ανωτέρω πολυδιάστατα και πολλαπλά τραύματα τοποθετούνται σε χρονικό διάστημα, που συμπίπτει με τις καταγγελίες της παθούσας σε βάρος του 1ου κατηγορουμένου.

Εξάλλου εκ του συνόλου των παραπάνω σωματικών βλαβών, που υπέστη η παθούσα ως έκφραση και αποτύπωση πλέον της απόλυτης σωματικής βίας ως ακατανίκητης φυσικής δύναμης του κατηγορουμένου, που αναμφίβολα δεν ήταν δυνατόν να απωθηθεί από την παθούσα, εξαναγκάστηκε η εν λόγω να υποστεί χωρίς τη θέλησή της την εξώγαμη συνουσία της με αυτόν (κατηγορούμενο). Επιπρόσθετα η πρόκληση των παραπάνω σωματικών βλαβών της παθούσας καταδεικνύει ότι η τελευταία αντιστάθηκε σθεναρά και παρότι για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, εν προκειμένω αναδεικνύεται πληρέστατα το γεγονός ότι οι σε βάρος της ασελγείς πράξεις τελέστηκαν παρά την αντίθετη βούλησή της, που εξωτερικεύτηκε και έγινε εμφανής στον 1ο κατηγορούμενο – δράστη, με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, πλην όμως αυτός ασκώντας υπέρτερη σωματική βία εξουδετέρωσε κατά τρόπο αδυσώπητο τη δυνατότητα του θύματός του να τον παρεμποδίσει να αποπερατώσει τον εγκληματικό σκοπό. Επίσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι εκ του αποδεικτικού υλικού της παρούσας προκύπτει ότι αληθώς καταγγέλλει η παθούσα ότι η αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου αποπερατώθηκε με την εξώγαμη συνουσία, ήτοι με τη συνένωση και όχι την απλή επαφή των γεννητικών οργανικών μορίων τους, δηλαδή την είσοδο του ανδρικού μέλους του στον γυναικείο κόλπο της. Συνακόλουθα το γεγονός ότι ως προκύπτει από την επισυναπτόμενη στην παρούσα από 1.8.2008 ιατρική βεβαίωση, που προσυπογράφει η ιατρός μικροβιολόγος και Αναπληρώτρια Δ/ντρια του Μικροβιολογικού Τμήματος του Γ.Ν. Καλαμάτας κατά την εξέταση του άμεσου νωπού κολπικού επιχρίσματος της παθούσας δεν ανευρέθηκαν σπερματοζωάρια ουδεμία νομική επιρροή έχει για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού κατ’ άρθρο 336 παρ. 1 ΠΚ, ενόψει του ότι δεν απαιτείται προς τούτο και εσκπερμάτωση του δράστη. Σε κάθε δε περίπτωση και ως απόρροια των προαναφερόμενων γεγονότων στο πρόσωπο του 1ου κατηγορουμένου Χ.Κ. συντρέχει απολύτως το στοιχείο του δόλου α΄ βαθμού, που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του «βιασμού» και που συνίσταται στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία εξαναγκάσει την παθούσα σε συνουσία εξώγαμη και ενέχει τη γνώση του ότι η εν λόγω δεν συναινούσε στη συνουσία και ότι έτσι παραβίαζε κατάφωρα το προστατευόμενο έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας της ως ατόμου, που είναι ελεύθερο να αυτοδιαθέσει τον εαυτό του και δεν μπορεί μέσα σε ένα δικαιικό σύστημα να εξαναγκαστεί να συνευρεθεί με κάποιον χωρίς τη συναίνεσή του.

Εν προκειμένω η προπεριγραφόμενη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά αρχικά απαγωγή της παθούσας με την έννοια της απομάκρυνσής της παρά τη θέλησή της από τον τόπο προσωρινής διαμονής της, αλλά και από τον τόπο κατοικίας της στον οποίο επιθυμούσε σφοδρά να μεταβεί, η οποία πλέον συλλαμβανόμενη υποβλήθηκε υπό τη φυσική εξουσία του κατηγρουμένου και έτσι αδυνατούσε να επικαλεσθεί τη συνδρομή της πολιτείας προς απαλλαγή της από την κατάσταση αυτή. Ιδίως με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα περιστατικά ασφαλώς σχηματοποιείται η δικανική πεποίθηση ότι κατ’ αρχήν ο κατηγορούμενος, αφού περιέλαβε την παθούσα σε κατάσταση ομηρίας, αποστερώντας με τη βία πλήρως την ελευθερία της με την ακούσια κατακράτησή της και καθιστώντας την έγκλειστη πλέον της μισής ώρας εντός του αυτοκινήτου του, ενώ παράλληλα είχε περιορίσει την ελευθερία των κινήσεών της για συνολικά περίπου τρεις (3) ώρες από τότε που έφυγαν από το “café bar», ώστε να μη δύναται να επικαλεσθεί και στην προκειμένη περίπτωση τη συνδρομή της πολιτείας προς απαλλαγή της από την κατάσταση αυτή στην οποία είχε υπαχθεί, εκπλήρωσε τον αρχικό σκοπό της αρπαγής της παθούσας, που ήταν ο δια της βίας εξαναγκασμός της να ανεχθεί την εξώγαμη συνουσία της με τον εν λόγω. Συνδυαστικά με τα ανωτέρω επισημαίνουμε ότι τα παραπάνω ανακύψαντα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργηματικής υποστάσεως εγκλήματος «της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία», κατ’ άρθρο 327 παρ. 1 εδ. τελ. ΠΚ, καθόσον το παθητικό της υποκείμενο είναι γυναίκα και δη η παθούσα, ενώ ο σκοπός τελέσεώς της είναι αποκλειστικά η ακολασία, ήτοι η δια της βίας επίτευξη της εξώγαμης συνουσίας του κατηγορουμένου με την παθούσα και σε καμία περίπτωση δεν συγκροτούν τη γενικότερη διάταξη «της αρπαγής».

Προς τούτο και το Συμβούλιό Σας θα πρέπει επιλαμβανόμενο κυριαρχικά να προσδώσει στα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό και να μεταβάλει επιτρεπτά την αποδιδόμενη στον 1ο των κατηγορουμένων κατηγορία του εγκλήματος «της αρπαγής» στο έγκλημα «της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία». Μάλιστα η παραπάνω νομική προσέγγιση επιβάλλεται από τις εξής συνιστώσες παραμέτρους: 1. Ότι καταρχήν το έγκλημα «της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία» είναι επιεικέστερο για τον 1ο κατηγορούμενο από άποψη ποινικών κυρώσεων σε σχέση με αυτό του εγκλήματος «της αρπαγής», ενόψει του ότι επισύρει πρόσκαιρη κάθειρξη πέντε (5) έως δέκα (10) ετών, ενώ η «αρπαγή» κατ’ άρθρο 322 εδ. α΄ ΠΚ πρόσκαιρη κάθειρξη πέντε (5) έως είκοσι (20) ετών και η «διακεκριμένη αρπαγή» υπό την επιβαρυντική περίσταση της περ. β΄ του εδ. β΄ ΠΚ του άρθρου 322 ΠΚ, πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) έως είκοσι (20) ετών και 2. Ότι το έγκλημα «της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία» υπερισχύει εν προκειμένω ως ειδικότερο αυτού «της αρπαγής» σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στοιχεία, που εμπεριέχονται στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας. Παράλληλα είναι εμφανές ότι η εν γένει εγκληματική συμπεριφορά του 1ου των κατηγορουμένων έχει διττή φύση, καθόσον η «κακουργηματική ακούσια απαγωγή με σκοπό την ακολασία» αποτελεί τη βάση και την καθοριστική προϋπόθεση για την επίτευξη του «βιασμού» και έτσι η συνάντηση των δύο διωκόμενων εγκλημάτων θεμελιώνει κατ’ ιδέα συρροή και όχι πραγματική τοιαύτη, λαμβανομένου υπόψη ότι η τέλεση του εγκλήματος του «βιασμού», που ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της απαγωγής της παθούσας δεν βασίζεται σε νέα απόφαση του κατηγορουμένου ούτε τελέστηκε επ’ ευκαιρία της «απαγωγής», αλλά αποτελεί το φυσικό αποτέλεσμα μιας προειλημμένης και αποδεχθείσας εξ αρχής από το δράστη -1ο κατηγορούμενο αποφάσεως (ad hoc ΑΠ 2181/2006 ΠοινΔικ 2007, 664, για αληθή κατ’ ιδέα συρροή μεταξύ: α) «ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία» -β) «βιασμού» και –γ) «αποπλάνησης ανηλίκου»).

Περαιτέρω απολογούμενος ο 1ος των κατηγορουμένων ενώπιον της άνω Ανακρίτριας αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες, διατεινόμενος ότι δήθεν δεν επιτεύχθηκε εξώγαμη συνουσία μεταξύ τους για το λόγο ότι η παθούσα απαίτησε να της κάνει στοματικό έρωτα, πράγμα που δήθεν αυτός αρνήθηκε, υποστηρίζοντας συγχρόνως ότι εκ του λόγου ότι αυτή (παθούσα) είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους αυξάνονταν για αυτόν η πιθανότητα να του μεταδώσει κάποιο σεξουαλικό νόσημα. Περαιτέρω και με έναυσμα το παραπάνω υποτιθέμενο γεγονός ο 1ος των κατηγορουμένων υποστηρίζει ότι δήθεν καυγάδισε με την παθούσα που προσβλήθηκε από την άρνησή του αυτή και ότι αφού τον χτύπησε με τα χέρια της στο πρόσωπο της έδωσε ένα με δύο χαστούκια και σηκώθηκε και έφυγε μόνη της από τον παραπάνω τόπο, χωρίς ο ίδιος να δύναται να προσδιορίσει που πήγε στη συνέχεια, λόγω του σκότους. Όμως κατά την κρίση μας οι παραπάνω υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του 1ου των κατηγορουμένων είναι παντελώς προσχηματικοί και αστήρικτοι, καθόσον αντικρούονται και αναιρούνται απολύτως από το σύνολο των παραπάνω ιστορούμενων στοιχείων, που καταδηλώνουν μια πρωτοφανή βιαιότητα και βαναυσότητα σε βάρος της παθούσας και που νομοτελειακά οδηγούν στην καταρράκωση της προσωπικότητάς της, στοιχεία τα οποία έντεχνα και σκόπιμα ο 1ος των κατηγορουμένων επιδιώκει να υποβαθμίσει για να τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχειρίσεως. Άλλωστε τους παραπάνω υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του 1ου των κατηγορουμένων ούτε ο συγκατηγορούμενός του ενστερνίζεται, αλλά αντιθέτως ο τελευταίος σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της παθούσας προσπαθούσε να τον πείσει να υπαναχωρήσει από την εγκληματική του συμπεριφορά και να μην αποπερατώσει το κακουργηματικής υποστάσεως έγκλημα του «βιασμού» σε βάρος της παθούσας. Μάλιστα για το λόγο αυτό η ίδια η παθούσα διαχώρισε τη θέση ως προς τον 2ο των κατηγορουμένων για τον οποίο ανέφερε με παρρησία ενόρκως εξεταζόμενη στις 1.8.2008 ενώπιον του ΑΤ… ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη, καθόσον κατά τη γνώμη της έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να αποτρέψει τον βιασμό της από τον 1ο των κατηγορουμένων, γεγονός που ενδυναμώνει την άποψη ότι οι καταγγελίες της ανωτέρω δεν εκπορεύονται από ταπεινά κίνητρα, αλλά ότι η τελευταία είναι σε θέση με τρόπο αξιόπιστο, αμερόληπτο και χωρίς προσωποληψία να αξιολογήσει τη συμπεριφορά ενός εκάστου των κατηγορουμένων αναφορικά με τα ως άνω διωκόμενα αδικήματα. Παράλληλα θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ίδια η παθούσα τόνισε στην παραπάνω κατάθεσή της ότι ο 2ος των κατηγορουμένων ήταν εμφανώς μεθυσμένος, γεγονός που επιρρωνύει την άποψη ότι σε καμία περίπτωση δεν συμμετείχε ενσυνείδητα σε οποιοδήποτε στάδιο εκδήλωσης της εγκληματικής συμπεριφοράς του 1ου των κατηγορουμένων σε βάρος της παθούσας και ότι δεν είχε την ικανότητα, λόγω της καταστάσεώς του αυτής να επέμβει καθοριστικά και να παρεμποδίσει δραστικά ακόμη και με ενάσκηση σωματικής βίας τον τελευταίο από την επέλευση των αποτελεσμάτων, που αιτιωδώς προκάλεσε η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά του κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα.

Επειδή με βάση τη θέση που έλαβε η παθούσα υπέρ του 2ου των κατηγορουμένων Κ.Τ. ουδόλως προέκυψαν ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για τα εγκλήματα: α) «της απλής συνέργειας σε ακούσια απαγωγή με σκοπό την ακολασία» και β) «της απλής συνέργειας σε βιασμό», το Συμβούλιο Σας θα πρέπει κατ’ άρθρα 309 παρ. 1 εδ. α΄ και 310 παρ. 1 ΚΠΔ να αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατ’ αυτού για τα ως άνω εγκλήματα.

Επειδή κατ’ ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του 1ου των κατηγορουμένων Χ.Κ., κατοίκου …Μεσσηνίας, το Συμβούλιό Σας θα πρέπει να αποφασίσει την παραπομπή του σύμφωνα με τα άρθρα: 309 παρ. 1 περ. ε΄ και 313 ΚΠΔ, ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας, που θα ορισθεί κατ’ άρθρο 8 οαρ. 4 ΚΠΔ από τον κ. Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα: (1 στοιχ. δ΄, 8 παρ. 1, στοιχε. α΄, 109 εδ. α΄,  119, 122 παρ. 1, 128, 129 εδ. α΄ ΚΠΔ και 4 παρ. 1 περ. θ΄ Ν 1756/1988 για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις: 1) «Της ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία» και 2) «Του βιασμού», που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα: (1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α΄, 27 παρ. 1, 51, 52, 60-63, 79, 94 παρ. 1, 327 παρ. 1 εδ. τελ.-α΄ και 336 παρ. 1 ΠΚ). […]