Έτος
1997
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΑΘΗΝΩΝ Αποτελούμενο από τον Δημήτρη Ορφανίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου και από την Γραμματέα Ευθ. Καλογεροπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 1997 για να δικάσει την υπόθεση:

Της ενάγουσας Δ. Ι. Κ., κατοίκους της Καλλιθέας Αττικής η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεων. Αυδή. Της εναγομένης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "ΝΕΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΕΗ" που εδρεύει στην Αθήνα όπως εκπροσωπείται κατά τον νόμο και η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Α. Αντωνοπούλου και Κ. Τριανταφυλλόπουλο. Των προσθέτως παρεμβαινουσών υπέρ της ενάγουσας : 1) Της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Εργατικό Κέντρο Αθηνών" όπως εκπροσωπείται κατά τον νόμο και 2) της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" όπως εκπροσωπείται κατά τον νόμο και τις οποίες εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χαράλ. Δάμος. Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.5.1997 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 2372/1997, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 21.7.1997 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχει η από 27.11.1991 Σύσταση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την προστασία της αξιοπρέπειας γυναικών και ανδρών κατά την εργασία, σεξουαλική παρενόχληση είναι η ανεπιθύμητη συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης ή άλλη συμπεριφορά, βασιζόμενη στη διαφορά φύλου που θίγει την αξιοπρέπεια γυναικών και ανδρών κατά την εργασία και η οποία εκφράζεται λόγω και έργω (Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 27/4/4.2.92). Η σεξουαλική παρενόχληση ως φαινόμενο παρουσιάζει δύο βασικές όψεις. Η πρώτη έγκειται στο ότι ένα πρόσωπο επιδιώκει την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του. Η δεύτερη στο ότι φαινομενικά επιδιώκει την ικανοποίηση αυτή, αλλά στην πραγματικότητα, τούτο αποτελεί πρόσχημα και μέσο εξυπηρέτησης άλλου ή άλλων απώτερων στόχων. Κοινό χαρακτηριστικό και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι το πρόσωπο αυτό απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν επιθυμεί τη συμπεριφορά αυτή, ασχέτως εάν πρόκειται για πραγματική επιθυμία ικανοποίησης της γεννετήσιας ορμής ή εάν κατανοεί ότι αυτή η συμπεριφορά είναι ως άνω προσχηματική (βλ. σχετικά Παπαρρήγα - Κωσταβάρα : Η Σεξουαλική Παρενόχληση στους Χώρους Εργασίας. ΝοΒ/95, σελ. 617 επ.). Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η πράξη της σεξουαλικής παρενόχλησης, απαιτείται συστηματική εκ μέρους του παρενοχλούντος συμπεριφορά, είτε αμέσου είτε εμμέσου σεξουαλικού περιεχομένου, ικανής να δημιουργήσει σε βάρος του παρενοχλουμένου πίεση, η οποία θα αναιρέσει την ελευθερία βούλησής του και θα τον εξαναγκάσει ουσιαστικά, είτε σε εικονική συναίνεση στην ικανοποίηση της γεννετήσιας ορμής του παρενοχλούντος, είτε σε αντίδραση και ενέργειες, στις οποίες υπό καθεστώς ελευθέρας βουλήσεως δεν θα κατέφευγε και οι οποίες εξυπηρετούν τελικώς του κεκαλυμμένους, απώτερους στόχους του παρενοχλούντος. Συστηματική δε είναι η εν λόγω συμπεριφορά όχι μόνο όταν εκδηλώνεται επί καθημερινής βάσεως ή συχνά, αλλά και όταν διακοπεί για μακρό χρονικό διάστημα και αιφνιδίως επανακάμψει, αλλά και όταν δεν επανακάμψει, έχοντας, όμως, ήδη δημιουργήσει στον παρενοχλούμενο τη σταθερή και βάσιμη αίσθηση ότι βρίσκεται διαρκώς υπό πίεση και εκτιθέμενος ανά πάσα στιγμή σε νέα εκδήλωσή της. Εξάλλου, η σεξουαλική παρενόχληση έχει έντονο το στοιχείο της εκμετάλλευσης της κατεχόμενη από τον παρενοχλούντα θέσης στην εργασία, διότι ο παρενοχλών τελεί σε σαφή επίγνωση του γεγονότος ότι παρενοχλεί και δεν θα εξεδήλωνε τέτοιου είδους συμπεριφορά, εάν δεν εβασίζετο στο ότι και ο παρενοχλούμενος τελεί εν επιγνώσει, αφενός της ισχυρότερης θέσης του παρενοχλούντος και αφετέρου της δικής του πιο ανίσχυρης θέσης, ιδιαιτέρως σε περιόδους, κατά τις οποίες, η εξασφάλιση και διατήρηση της εργασίας δυσχεραίνεται από την οικονομική ύφεση και τα αυξημένα ποσοστά ανεργίας. Τούτο δεν αποκλείει την περίπτωση να υπάρξει σεξουαλική παρενόχληση και υπό υφιστάμενο σε προϊστάμενο πρόσωπο στον εργασιακό χώρο, ωστόσο και στην περίπτωση αυτή, θα υφίσταται εκμετάλλευση θέσης, διότι η θέση του υφισταμένου προσώπου θα είναι ουσιαστικά αρκετά ισχυρή και υπολογίσιμη. Ομως τα περιθώρια απόκρουσης και απόρριψης της συμπεριφοράς αυτής, παραμένουν σε κάθε περίπτωση, ευρύτερα για τον κατέχοντα ισχυρότερη θέση παρενοχλούμενο, παρά για τον κατέχοντα την πιο ανίσχυρη.

Η σεξουαλική παρενόχληση αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, διότι αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας και συγκεκριμένα της τιμής και της ελευθερίας του παρενοχλουμένου και προκαλεί, ως εκ τούτου ηθική αυτού βλάβη και δικαίωμα ικανοποίησης αυτής κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 57, 59 και 932 Α.Κ, ενώ, όσον αφορά την εκδήλωσή της από το ισχυρότερο λόγω θέσεως εργασίας προσώπου ήτοι τον εργοδότη ή ευρύτερα τον προϊστάμενο, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προσελήφθη από την εναγομένη την 1.11.1995 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως δακτυλογράφος επιφορτισμένη και για τις εξωτερικές εργασίες που αναφέρει στο δικόγραφό της, μετά από σύσταση του γαμπρού της και μέλους του ΔΣ της εναγομένης, επειδή είχε ανάγκη να εργαστεί, με μηνιαίο μισθό 178.043 δραχμών από 1.1.1997. Οτι μετά την έναρξη της εργασιακής της σύμβασης ο Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης άρχισε να της αναθέτει σταδιακά και την εκτέλεση των αναφερομένων στο δικόγραφο προσωπικών του εργασιών και να παραδίδει μαθήματα ελληνικών, ως πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στα παιδιά της φίλης του Δ. Γκαραγκάνη χωρίς αμοιβή, ενώ από την άνοιξη του έτους 1996 άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά, αρχικώς υπαινικτικά και κατόπιν αξιώνοντας τη σύναψη ερωτικής σχέσης μαζί της, δημιουργώντας σε βάρος της κλίμα πίεσης. Οτι κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996, στα πλαίσια της παρενόχλησης ως άνω που εξασκούσε, της αγόρασε ένα κόσμημα, συγκεκριμένα μια αλυσίδα, την οποία αυτή δεν απεδέχθη, αποκρούοντας τις σεξουαλικής φύσεως προτάσεις του και ζητώντας από το οικογενειακό της περιβάλλον να παρέμβει για να πάψει να υφίσταται η δημιουργηθείσα κατάσταση. Οτι τελικώς το ΔΣ της εναγομένης κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση, την οποία καταγγελία της γνωστοποίησε στις 3.3.1997, καταβάλλοντάς της την αποζημίωση, ελλείψει αρμονικής συνεργασίας, στην πραγματικότητα, όμως, επειδή απέκρουσε τις ερωτικές προτάσεις του Προέδρου του. Οτι για το λόγο αυτό η καταγγελία της ως άνω εργασιακής της σύμβασης είναι άκυρη και καταχρηστική, καθισταμένης της εναγομένης υπερήμερης, οφείλοντάς της για μισθούς υπερημερίας από 3.3.1997 μέχρι 31.10.1997 (178.043 Χ 7 μην. και όχι μέχρι 30.9.1997 ως εκ παραδρομής αναφέρει) το ποσό του 1.246.321 δραχμών και το ποσό των 10.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Ζητεί δε, για την αναφερόμενη στο ιστορικό αιτία, κατύ επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό του 1.000.000 δραχμών και μετατροπής του υπολοίπου μέρους του σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 224 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 2.246.321 δραχμών, εξύ αυτού το επιμέρος ποσό του 1.246.321 δραχμών νομιμοτόκως από κάθε ημερομηνία που κάθε μισθός της κατέστη απαιτητός, το δε ποσό του 1.000.000 δραχμών από την επίδοση της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο μέρος νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το αναλογούν στο αίτημά της δικαστικό ένσημο (βλ. τα υπύ αριθμ. 209236, 186309, 1024529 και 288718 αγωγόσημα με τις υπέρ τρίτων επύ αυτών επικοληθείσες προσαυξήσεις).

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατά τη νομική και ουσιαστική αυτής βασιμότητα. Μετά δε την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και πριν την κατύ ουσίαν συζήτηση της υποθέσεως, εμφανίσθηκαν η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθηνών" (ΕΚΑ) και έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένη και η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ) και έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένη, που με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η οποία κατεχωρήθη στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας, ζητώντας να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση ησκήθη παραδεκτώς (άρθρα 231, 666 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ενωθεί και να συνεκδικασθεί με την κυρία αγωγή (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστικής της βασιμότητα. Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, την ένορκη επύ ακροατηρίω του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση των μαρτύρων, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες νομοτύπως εδόθησαν, κατύ άρθρο 671 ΚΠολΔ και ελήφθησαν υπύ όψιν εκτιμώμενες κατά το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας και σε συνδυασμό προς τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ως άνω έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα υπό των διαδίκων συνομολογούμενα (άρθρο 261 ΚΠολΔ), απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά.

Η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη την 1.11.1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως γραμματέας με μηνιαίες αποδοχές ύψους 178.043 δραχμών από 1.1.1997 (βλ. προτάσεις εναγομένης σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας). Η πρόσληψή της έγινε με τη μεσολάβηση του γαμπρού της και μέλους του ΔΣ της εναγομένης Κ. Κόκκα, με τη συγκατάθεση του Προέδρου του ΔΣ Φωτίου Βλάχου και του μέλους αυτού Β. Παπαθανασίου (βλ. υπύ αριθμ. 17798/8.7.1997 ένορκη βεβαίωση σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 καταστατικού εναγομένης). Από την πρόσληψη της ενάγουσας ο Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης ως άνω άρχισε σταδιακά να της αναθέτει την εκτέλεση εξωτερικών προσωπικών του εργασιών, όπως την πληρωμή λογαριασμών του, καθώς και διάφορες αγορές, συμπεριλαμβανομένης και της αγοράς των τσιγάρων του (εφόσον η εναγομένη δεν αντικρούει ειδικότερα επύ αυτού, συνομολογεί). Επειδή δε η ενάγουσα είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ανέλαβε και τη διδασκαλία του μαθήματος των ελληνικών στα παιδιά της οικογενειακής φίλης του Δ. Γκαραγκάνη (βλ. προτάσεις εναγομένης, σε συνδυασμό με τις υπύ αριθμ. 18562 και 18563/18.7.1997 ένορκες βεβαιώσεις).

Η ανάληψη των μαθημάτων αυτών από την ενάγουσα προέκυψε μετά από ανάθεσή τους από τον Πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης σε αυτή και όχι από πρωτοβουλία της Δ. Γκαραγκάνη, ως αυτή ισχυρίζεται στην ως άνω υπύ αριθμ. 18562/18.7.1997 ένορκη βεβαίωσή της. Τούτο αποδεικνύεται από το ότι ο μεν Πρόεδρος του ΔΣ ως άνω, καταθέτει ότι η ενάγουσα αναζητούσε μαθητές για να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα και την συνέστησε στη Δ. Γκαραγκάνη, ενώ η ίδια καταθέτει πως γνώρισε την ενάγουσα σε επίσκεψη που της έκανε μαζί με τον γαμπρό της ως άνω και τη σύζυγό του και ότι κατόπιν αυτή, με δική της πρωτοβουλία, απετάθη στην ενάγουσα για την παράδοση των μαθημάτων. Εκτός της αντίφασης αυτής, στην οποία περιπίπτουν οι μάρτυρες της εναγομένης, η ανάθεση των μαθημάτων από τον Πρόεδρο του ΔΣ αυτής αποδεικνύεται και από το ότι τούτο αποτελεί φυσικό επακόλουθο της ανάθεσης εκ μέρους του προσωπικών του εργασιών ως άνω, καθώς και από το ότι και εάν ακόμη ορισμένα από τα μαθήματα αυτά παρεδίδοντο στο χώρο εργασίας της ενάγουσας, κατόπιν δικής της προτάσεως, τούτο δεν μπορούσε να γίνεται χωρίς γνώση και άδεια του Προέδρου του ΔΣ της εναγομένης Φ. Βλάχου. Για τα μαθήματα αυτή η ενάγουσα δεν ελάμβανε νόμιμα αμοιβή, τούτου αποδεικνυομένου από το ότι ο Φ. Βλάχος καταθέτει πως η Δ. Γκαραγκάνη χάρισε στην ενάγουσα μία αλυσίδα - κόσμημα για ορισμένα δωρεάν μαθήματα κατά το θέρος του έτους 1996, ενώ η Δ. Γκαραγκάνη καταθέτει πως απεφάσισε να της δωρίσει την αλυσίδα αυτή, διότι η ενάγουσα έπαψε να παραδίδει μαθήματα απροειδοποίητα και τούτο το απέδωσε στο ότι δεν ήταν ικανοποιημένη από την αμοιβή της και θέλοντας να την ευχαριστήσει για τα θερινά μαθήματα και τη φιλική τιμή. Εξάλλου, πέραν της δευτέρας αυτής προκυψάσης αντιφάσεως μεταξύ των αυτών μαρτύρων της εναγομένης, εάν ευσταθούσε ο ανωτέρω ισχυρισμός της Δ. Γκαραγκάνη, το λογικότερο θα ήταν να βεβαιωθεί από την ενάγουσα για ποιο λόγο διέκοψε αιφνιδίως την παράδοση των μαθημάτων και εάν προτίθετο να τη συνεχίσει με καλύτερη αμοιβή, από την υποτιθέμενη πρώτη συμφωνηθείσα.

Σε περαιτέρω δε αντίφαση περιπίπτει η εναγομένη, ισχυριζόμενη πως η ενάγουσα άρχισε να επιδεικνύει απαρέσκεια προς την εργασία για την οποία προσελήφθη και υπεροψία προς τα μέλη της αμέσως μετά την πρόσληψή της (βλ. σελ. 2 προτάσεών της), ενώ ο επύ ακροατηρίω μάρτυρας αυτής καταθέτει πως μεμπτή συμπεριφορά δεν εξεδήλωσε από την αρχή της εργασίας της, παρά αργότερα (βλ. πρακτικά δίκης). Επομένως η ενάγουσα καμμία προκλητική συμπεριφορά δεν εξεδήλωσε, καθύ όλην τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών της, πόσο μάλλον δε ευθύς ως είχε προσληφθεί. Αντιθέτως ευρίσκετο σε δυσχερή θέση, διότι είχε άμεση ανάγκη εργασίας, λόγω παρατεταμένης ανεργίας της, διακοπτουμένης περιστασιακά από ιδιαίτερες παραδόσεις μαθημάτων της επιστήμης της. Ο Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης, γνώστης των δυσχερειών που αντιμετώπιζε, λόγω της μεσολάβησης του γαμπρού της για την πρόσληψή της σε αυτόν, εκμεταλλευόμενος το αξίωμά του, της ανέθεσε ως άνω την διεκπεραίωση των ανωτέρω προσωπικών του εργασιών και των μαθημάτων, τις οποίες αυτή για τον αυτό λόγο απεδέχετο, φροντίζοντας παράλληλα να της υπενθυμίζει εμμέσως πλην σαφώς πως απεχθάνεται την αχαριστία, ήτοι αυτούς που έχει βοηθήσει, αλλά όταν αυτός χρειαζόταν κάτι αυτοί δεν ανταπεκρίνοντο, επιδεικνύοντάς της μάλιστα και λίστα, όπου είχε καταχωρήσει τους κατύ αυτόν "αχάριστους" (εφόσον η εναγομένη δεν αντικρούει ειδικότερα επύ αυτού, συνομολογεί). Στην επιβάρυνση δε της ενάγουσας με τις προσωπικές του εργασίες οφείλετο το γεγονός της συχνής απουσίας της εν ώρα εργασίας από τα καθήκοντά της και της δημιουργίας της εντύπωσης σε τρίτους ότι για το φαινόμενο αυτό, η ίδια ευθύνετο.

Περαιτέρω, ο ως άνω Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης αρέσκετο στο να αναφέρεται κατά κόρον σε θέματα ερωτικού περιεχομένου στο χώρο εργασίας του, ο οποίος αποτελούσε και το χώρο εργασίας της ενάγουσας, τούτου αποδεικνυομένου από μία ακόμη αντίφαση μεταξύ της εναγομένης και της ένορκης βεβαίωσης αυτού (βλ. υπύ αριθμ. 18563/18.7.1997 ένορκη βεβαίωση ως άνω), όπου η μεν εναγομένη αναφέρει πως ο Πρόεδρος του ΔΣ αυτής προσπαθούσε, λόγω της ιδιότητάς του, να αποφεύγονται στο χώρο της οι πολιτικές συζητήσεις (βλ. σελ. 7 προτάσεών της), ενώ ο ίδιος καταθέτει πως ............... από την αρχή της εργασίας της ενάγουσας, δημιουργηθέν κλίμα ψυχολογικής πίεσης, ο Φ. Βλάχος προχώρησε και σε σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος της, αρχικά εμμέσως, αναπτύσσοντάς της χωρίς ιδιαίτερο λόγο και χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντος από πλευράς της, τις απόψεις του για τη σύναψη ερωτικών σχέσεων μεταξύ νέων γυναικών με μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες, επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας κοινωνικές επαφές παρουσία τρίτων μαζί της, κατόπιν προβαίνοντας σε φιλοφρονήσεις, καίτοι από την ενάγουσα στις πρώτες έμμεσες κρούσεις ουδεμία θετική ανταπόκριση προέκυψε και καταλήγοντας σε έντονες, έμμεσες πιέσεις για σύναψη ερωτικού δεσμού, στα πλαίσια των οποίων συγκαταλέγεται και η αγορά της αλυσίδας. Καθύ όλο το διάστημα, από την άνοιξη του έτους 1996 μέχρι αρχές του έτους 1997, που ο Φ. Βλάχος παρενοχλούσε σεξουαλικώς την ενάγουσα, η ίδια είχε απευθυνθεί προς τον Β. Παπαθανασίου για να τη βοηθήσει στο να πάψει να υφίσταται η συμπεριφορά αυτή και, κατόπιν, αφού αυτή συνεχίζετο, ενημέρωσε επί του εν λόγω ζητήματος και το οικογενειακό της περιβάλλον. Κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 1997 ο Φ. Βλάχος ήρθε σε ρήξη με τον Β. Παπαθανασίου, μέλος ως άνω του Δ.Σ. της εναγομένης, ο οποίος ζήτησε τη σύγκλησή του το αργότερο μέχρι την 1.3 ή 2.3.1997 για συνδικαλιστικούς λόγους, αλλά και για το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης σε βάρος της ενάγουσας (βλ. σχ. 11 και 15 ενάγουσας και εναγομένης αντιστοίχως). Το Δ.Σ. συνεκλήθη τελικώς την 1.3.1997 και απεφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας με το αιτιολογικό της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της και της συμμετοχής και συνέργειας σε σχέδιο ανατροπής του Προέδρου του ΔΣ Φωτίου Βλάχου από το έτερο μέλος του ΔΣ και γαμπρό της Κ. Κόκκα και τον Β. Παπαθανασίου (βλ. σχ. 2 εναγομένης). Η καταγγελία αυτή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 3.3.1997. Σύμφωνα, όμως, με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ηργάζετο υπό καθεστώς πολύπλευρης πίεσης από τον Πρόεδρο του ΔΣ, απτομένης της διασφάλισης της εργασίας της, ήτοι για να διατηρήσει τη θέση που κατέλαβε, έπρεπε να συναινεί στην εκτέλεση παντελώς αλλότριων προς το αντικείμενο αυτής εργασιών ως άνω και να συναινέσει στην ικανοποίηση της γεννετήσιας επιθυμίας αυτού. Η ενάγουσα δεν ενέδωσε στη σεξουαλική παρενόχληση και τούτο αποτελεί την αιτία που ενεπλάκη το πρόσωπό της στη συνδικαλιστική διαμάχη μεταξύ Φ. Βλάχου και Β. Παπαθανασίου, χωρίς να αποδεικνύεται από κανένα στοιχεία ότι συμμετείχε σε οιοδήποτε - μη προκύψαν - σχέδιο ανατροπής του Προέδρου του ΔΣ, αφού και εάν ακόμη υποτεθεί ότι ο γαμπρός της Κ. Κόκκας και ο Β. Παπαθανασίου επεδίωκαν την ανατροπή του, δεν θα είχαν άλλο τρόπο να το επιτύχουν από το να μεσολαβήσουν για να προσληφθεί η ενάγουσα ως γραμματέας στην εναγομένη, ενώ και εάν εγένετο δεκτό ότι για το λόγο αυτό μεσολάβησαν να προσληφθεί, τούτο ούτε χωρίς τη συναίνεση του Προέδρου του ΔΣ θα επιτυγχάνετο, αλλά ούτε και η ενάγουσα θα προέτρεπε τόσο απροκάλυπτα και μάλιστα ευθύς αμέσως μετά την πρόσληψή της, στελέχη της εναγομένης να καθαιρέσουν τον Φ. Βλάχο, ως η εναγομένη διατείνεται. Επομένως η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας ως άνω είναι καταχρηστική και άκυρη, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη έναντι της ενάγουσας και η υπό κρίση αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932, 281, 174, 71, 341, 346 ΑΚ και 70, 170 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, καθώς και η ενωμένη και συνεκδικαζόμενη με αυτή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 ΚΠολΔ, εφόσον η ενάγουσα είναι μέλος της πρώτης από τις προσθέτως παρεμβαίνουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις και πρέπει, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας από 3.3.1997 μέχρι 31.10.1997 το ποσό του 1.246.321 δραχμών, νομιμοτόκως από την πρώτη εκάστου ενός των επτά αυτών μηνών, οπότε και ο κάθε μισθός καθίστατο απαιτητός και το ποσό του 1.000.000 δραχμών, κατύ εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.246.321 δραχμών, να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση (ΑΠΟλ. 13/94, Δ/ΝΗ/94, 1260) και, να κηρυχθεί, ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα προσωρινά εκτελεστή για το σύνολο του ανωτέρω ποσού. Τέλος, λόγω της ήττας της, η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατύ αντιμωλίαν των διαδίκων. Συνεκδικάζει την αγωγή και την πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση. Δέχεται την αγωγή και την συνεκδικαζόμενη με αυτή πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση. Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων διακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ενός (2.246.321) δραχμών, το μεν επιμέρους ποσό του ενός εκατομμυρίου διακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ενός (1.246.321) δραχμών με το νόμιμο τόκο των εκατόν εβδομήντα οκτώ χιλιάδων σαράντα τριών (178.043) δραχμών από την πρώτη εκάστου μηνός εντός του χρονικού διαστήματος από 1.4.1997 μέχρι 31.10.1997, το δε επιμέρους ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, ύψους εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κηρύσσει την εκδοθησομένη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δύο εκατομμυρίων διακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ενός (2.246.321) δραχμών. Επιβάλλει στην εναγομένη τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) δραχμές. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα 28 Νοεμβρίου 1997