Έτος
1999
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι

 

Απόσπασμα

Η ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή της εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγομένη την 10.6.1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια μουσικών οργάνων. Οτι την 22.1.1998 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και ανάδοχός της Χ.Σ. προέβη σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία είναι άκυρη για τους παρακάτω λόγους: α) Διότι δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, β) διότι ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος είναι αόριστος, γ) ως καταχρηστική οφειλόμενη σε λόγους εκδίκησης, δ) ως καταχρηστική διότι συνιστά σεξουαλική παρενόχληση και ε) ως καταχρηστική διότι υπήρξε αποτέλεσμα μεθόδευσης για μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Οτι εξαιτίας της σεξουαλικής παρενόχλησης υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, αφού ακυρωθεί η καταγγελία της συμβάσεως, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 3.947.000 δραχμών (από το οποίο ποσό 1.947.000 δραχμών ως μισθούς υπερημερίας 11 μηνών και 2.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και επικουρικά, αν η καταγγελία κριθεί έγκυρη, το ποσό των 2.826.000 δραχμών (ως αποζημίωση απολύσεως καί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ζητεί ακόμη να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 16 αριθμ. 2, 22, 25 παρ. 2, 663 επ. του ΚΠολΔ) εφόσον έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 3198/1955. Πρέπει επομένως να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Κατά την έναρξη της συζήτησης της αγωγής, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις προτάσεις, η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Εμποροϋπαλλήλων Αθηνών" άσκησε πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση με αίτημα να γίνει δεκτή η αγωγή της τελευταίας που είναι μέλος της οργάνωσης και να καταδικασθεί η καθής στη δικαστική της δαπάνη. Η παρέμβαση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς, είναι νόμιμη (άρθρα 80, 81 παρ. 1, 182, 231, 666 παρ. 1 και 669 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αγωγή. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων A.Μ. και Ν.A., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα την 10.6.1990, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και ανάδοχος της ενάγουσας Χ.Σ. προσέλαβε την ενάγουσα για να εργασθεί ως πωλήτρια μουσικών οργάνων στο κατάστημά της στην Αθήνα. Λόγω της πνευματικής σχέσης και των ικανοτήτων της ο Χ.Σ. της ανέθετε υπεύθυνα καθήκοντα, όπως τήρηση του ταμείου, σύναψη συμφωνιών με πελάτες και οργάνωση και διεκπεραίωση εκθέσεων. Την 2.3.1997 και ενώ βρισκόταν σε ξενοδοχείο σε έκθεση μουσικών οργάνων στη Λειψία της Γερμανίας ο - ηλικίας 67 ετών - ανάδοχος της ενάγουσας (ηλικίας 26 ετών) ζήτησε ευθέως από την ενάγουσα να κοιμηθούν μαζί και αυτή αρνήθηκε. Ο Χ.Σ. έχει παρενοχλήσει σεξουαλικά στον εργασιακό τους χώρο την υπάλληλό του και εξετασθείσα μάρτυρα A.Μ. δύο φορές καθώς επίσης και τις υπαλλήλους του, Μπ. και Μ. Μετά την άρνηση της ενάγουσας ο Χ.Σ. από το ισόγειο του καταστήματος (όπου εργαζόταν) μετέθεσε την ενάγουσα στο υπόγειο, προέβαινε σε συστηματική έρευνα της τσάντας της (κατ` εξαίρεση και μόνο σε αυτήν 4 φορές τον Δεκέμβριο του 1997), της αφαίρεσε προσωπικό ημερολόγιο με σημειώσεις και τηλέφωνα, τοποθέτησε κάμερα κλειστού κυκλώματος στραμμένη αποκλειστικά επάνω της και γενικά προσπάθησε να εξαναγκάσει την ενάγουσα σε παραίτηση. Η τελευταία την 20.1.1998, απέστειλε την από 16.1.1998 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία ζήτησε τον σεβασμό της προσωπικότητάς της και την απασχόλησή της σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Η εναγομένη την 27.1.1998, με την από 22.1.1998 έγγραφη καταγγελία, κατήγγειλε την σύμβαση για σπουδαίο λόγο (χωρίς να αναφέρει τούτον, διότι δεν υποχρεούται) χωρίς όμως και να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση, όπως όφειλε. Την 18.2.1998 η παρεμβαίνουσα στη δίκη συνδικαλιστική οργάνωση, στην οποία μετέχει η ενάγουσα, κυκλοφόρησε δελτίο τύπου στο οποίο εξέδετε τα προαναφερθέντα περιστατικά. Ο Χ.Σ. υπέβαλε στη συνέχεια - δηλαδή μετά την καταγγελία και δη την 23.2.1998 - έγκληση σε βάρος της ενάγουσας για δυσφήμηση (για την γνωστοποίηση στα ΜΜΕ του λόγου της απόλυσης), εξύβριση και εκβίαση (επειδή ζητούσε την νόμιμη αποζημίωσή της).

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει σαφώς ότι αποκλειστικός λόγος της επιδειχθείσας προς την ενάγουσα συμπεριφοράς και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ήταν η άρνηση της ενάγουσας να ενδώσει στην ανήθικη σεξουαλική πρόταση του αναδόχου της και νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Χ.Σ,, καταγγελία που είναι άκυρη ως καταχρηστική καθόσον αντίκειται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι έγινε από προφανείς λόγους εκδικήσεως. Αλλά η καταγγελία είναι άκυρη και διότι δεν καταβλήθηκε με την καταγγελία η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, η οποία υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα και η οποία μάλιστα οφείλεται ανεξαρτήτως της αιτίας της καταγγελίας δηλαδή ακόμη και αν η ενάγουσα είχε επιδείξει αντισυμβατική - μη καταχρηστική όμως - συμπεριφορά ή ήταν υπαίτια για την απόλυσή της καθόσον δεν αποχώρησε οικειοθελώς και η σε βάρος της μήνυση υποβλήθηκε μετά την καταγγελία (βλ. και ΑΠ 284/1996 ΔΕΝ 52, 529, ΑΠ 252/1995 ΕΕργΔ 55, 43).

Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται το αιτούμενο ποσό του 1.947.000 δραχμών για μισθούς υπερημερίας 11 μηνών, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 22.1.1998 μέχρι 22.12.1998 (ήτοι 11 χ 177.000 μικτές μηνιαίες αποδοχές). Ακόμη από την εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και αναδόχου της ενάγουσας σεξουαλική παρενόχληση στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας προσβλήθηκε σοβαρά η τιμή και η υπόληψη της ενάγουσας και πρέπει να της επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 2.000.000 δραχμών το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο με βάση τις προαναφερθείσες συνθήκες, την πνευματική σχέση και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Επομένως η κρινόμενη αγωγή η οποία είναι νόμιμη (στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 71, 180, 281, 346, 349, 350, 57, 59 και 932 του ΑΚ, 5 παρ. 3 και 1 του Ν 3198/1955, 3 παρ. 2 Ν 2112/1920, 70, 907, 908 και 176 του ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.947.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Πρέπει επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 2.000.000 δραχμών, διότι η καθυστέρηση της εκτελέσεως θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα αλλά και διότι η κήρυξή της για το αίτημα των μισθών υπερημερίας είναι υποχρεωτική (άρθρο 910 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης που χάνει την δίκη (άρθρα 176 και 182 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρα 505 παρ. 2 και 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ). (Δέχεται την αγωγή.)