Έτος
1992
Νόμος / διάταξη που αφορά
άρθρο 4 παράγρ. 1 της από 13.5.81 ΕΣΣΕ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / ισότητα αμοιβής

 

Τμ. Β Εισηγητής: ΑΓ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Δικηγόροι: Βλ. Ασημακόπουλος, Παρ. ΝΣΚ, Γ. Μανουσάκης. Με την κρινομένη αναίρεσή του το Ελληνικό Δημόσιο εκθέτει τα εξής:

Οι αναιρεσίβλητες άσκησαν εναντίον του και ενώπιον του Ειρηνοδικείου χανίων την από 27.3.84 αγωγή τους με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής τους διαφορές αποδοχών. σαν αιτία επικαλούνταν το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.84 έως 14.11.84 προσλήφθηκαν και υπηρέτησαν σαν γεωπόνοι στο Κέντρο Γεωργικής Ερευνας Κρήτης και Νήσων, που βρίσκεται στα Χανιά, συνδεόμενες μαζί του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπαγόμενες στο καθεστώς της από 30.4.82 ΕΣΣΕ για τους γεωπόνους. Οτι δεν τους κατέβαλε τα παραπάνω ποσά που αντιστοιχούν στο εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού τους οικογενειακό επίδομα με την αιτιολογία ότι, κατά το άρθρο 4 παράγρ. 1 της από 13.5.81 ΕΣΣΕ που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 6 της από 30.4.82 ίδιου αντικειμένου ΕΣΣΕ το οικογενειακό επίδομα δικαιούνται μόνο οι άρρενες μισθωτοί, συνάδελφοί τους.

Το Ειρηνοδικείο Χανίων επί της παραπάνω αγωγής εξέδωσε την 376/85 οριστική απόφασή του με την οποία δέχτηκε την αγωγή μερικά. Την απόφαση αυτή του Ειρηνοδικείου Χανίων προσέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την από 28.11.85 έφεσή του, επικαλούμενο για την ακύρωση και εξαφάνισή της ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 22 παράγρ. 1 του ν. 1329/83, το άρθρο 119 της συνθήκης της ΕΟΚ και το άρθρο 4 παράγρ. 1 της από 13.5.81 ΕΣΣΕ που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 της από 30.4.82 ΕΣΣΕ των γεωπόνων. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε τυπικα την έφεσή του αλλά την απέρριψε στην ουσία της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Την απόφασή του αυτή αναιρεσιβάλλει για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου κατ`άρθρο 560 ΚΠολΔ για τους εξής λόγους. 1) Σύμφωνα με το Ν. 3239/55 άρθρ. 2 παράγρ. 1 η ΣΣΕ "...καθορίζει τους όρους τους οποίους δέον να περιλαμβάνουν αι συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται από πρόσωπα δεσμευόμενα από αυτάς". Συνεπώς η ΣΣΕ έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, εφαρμόζεται αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια και η ψευδής ή εσφαλμένη εφαρμογή της αποτελεί λόγο αναιρέσεως.

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ερμηνεύοντας εσφαλμένα το άρθρο 4 της από 13.5.81 ΕΣΣΕ, για τον καθορισμό των αποδοχών και λοιπών όρων εργασίας των απασχολουμένων στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου γεωπόνων, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 της από 30.4.82 ιδίου αντικειμένου ΕΣΣΕ απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ετσι όμως παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού το άρθρο 4 της από 13.5.81 ΕΣΣΕ ρητά ορίζει ότι το επίδομα γάμου σε ποσοστό 10% δικαιούνται μόνο οι άρρενες μισθωτοί. 2) Οι ΣΣΕ καταρτίζονται ύστερα από συμφωνία των συμβαλλομένων μερών που επέρχεται στο πεδίο των ελευθέρων διαπραγματεύσεων. Με βάση, επομένως, την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων που θέτει το άρθρο 361 ΑΚ, εφόσον ο εργαζόμενος συμφώνησε και αποδέχτηκε τυχόν δυσμενή γι`αυτόν διάκριση όσον αφορά τις απολαβές του δεν δικαιούται εκ των υστέρων να παραπονείται. Δεν ενεργοποιείται δε στην περίπτωση αυτή η αρχή της ισότητος που πηγάζει από τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγρ. 2 και 22 παράγρ. 1 του Συν/τος του 1975, ούτε η αρχή της καλής πίστεως του άρθρου 288 του ΑΚ η οποία στην περίπτωση αυτή μπορεί να υποστηριχθεί ότι λειτουργεί εις βάρος του εργαζομένου.

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί τα αντίθετα έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή όλων των παραπάνω διατάξεων, και είναι αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 560 παράγρ. 1 του ΚΠολΔ. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα ο μοναδικός κατ`ουσίαν λόγος αναιρέσεως είναι σαφής και ορισμένος και περιέχει τα απαιτούμενα από τα άρθρα 566 παράγρ. 1 και 118 παράγρ. 4 του ΚΠολΔ στοιχεία, δεδομένου ότι καθορίζει με σαφήνεια ποιες είναι οι κρίσιμες παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων ως Εφετείου δικάσαντος, με τις οποίες παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όσο και οι συγκεκριμένοι κανόνες που παραβιάστηκαν. Ειδικότερα το αναιρετήριο, αφού προσδιορίζει με σαφήνεια το αντικείμενο και το αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που ήταν η καταβολή στις αναιρεσίβλητες ενάγουσες του προβλεπομένου για τους άρρενες μόνο, από τις παραπάνω συλλογικές συμβάσεις, οικογενειακού επιδόματος και διαλαμβάνει περαιτέρω ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε το παραπάνω αγωγικό αίτημα επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, στη συνέχεια αναφέρει ότι η συγκεκριμένη παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία συντελέστηκε η νομική πλημμέλεια που αποτελεί το λόγο της αναιρέσεως (άρθρ. 560 περ. 1 ΚΠολΔ) είναι μόνο εκείνη (και καμμία άλλη) με την οποία το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι το αναιρεσείον Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλλει το παραπάνω επίδομα στις αναιρεσίβλητες κατά παράβαση, όπως υποστηρίζεται, των επακριβώς αναφερομένων παραπάνω διατάξεων του Συν/τος, κπλ. που αναφέρει.

Γενικά από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει αβιάστως ότι το νομικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως για το οποίο ζητείται η αναίρεσή της είναι η παραδοχή της ότι οι αναιρεσίβλητες έγγαμες δικαιούνται το παραπάνω επίδομα σε ίση μοίρα με τους άρρενες συναδέλφους τους γεωπόνους για τους οποίους και μόνο προβλέπεται από τις προαναφερόμενες συλλογικές συμβάσεις. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι είναι τυπικά έγκυρο το πιο πάνω δικόγραφο της αναιρέσεως. Ορίζεται στο άρθρο 4 παράγρ. 2 του Συν/τος 1975 ότι Ελληνες και Ελληνίδες έχουν ίσια δικαιώματα και υποχρεώσεις, στο δε άρθρο 22 παράγρ. 1 εδάφ. β` αυτού ότι όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας. Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 116 παράγρ. 1 του ίδιου Συντάγματος, υφιστάμενες διατάξεις που αντιβαίνουν στο άρθρο 4 παράγρ. 2 αυτού παραμένουν σε ισχύ μέχρι την κατάργησή τους με νόμο, το αργότερο δε μέχρι 31.12.82, κατά δε την παράγρ. 3 του ίδιου άρθρου κανονιστικές Υπουργικές Αποφάσεις ως και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων περί ρυθμίσεως αμοιβής της εργασίας που αντιβαίνουν στις διατάξεις του άρθρου 22 παράγρ. 1 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την αντικατάστασή τους που συντελείται το αργότερο μέσα σε μία τριετία από την έναρξη της ισχύος του παρόντος. Περαιτέρω το άρθρο 2 παράγρ. 1 της με αριθμό 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας του έτους 1951 "περί της ισότητος αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι`εργασίαν ίσης αξίας" που κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 46/75 και άρχισε να ισχύει στις 6.7.76 (κατά το έκτο άρθρο της και το τρίτο άρθρο του παραπάνω νόμου συνδυαζόμενα) "έκαστον μέλος οφείλει, διά μέσων προσαρμοζομένων προς τας ισχυούσας μεθόδους δια τον καθορισμόν του επιπέδου της αμοιβής να ενισχύει και καθ`ό μέτρον τούτο συνάδει προς τας εν λόγω μεθόδους να εξασφαλίζει την εφαρμογήν εις άπαντας τους εργαζομένους της αρχής της ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων, δι`εργασίαν ίσης αξίας". Ορίζεται δε στο άρθρο 1 στοιχ. β` της ίδιας διεθνούς συμβάσεως ότι στη σύμβαση αυτή η έκφραση "Ισότης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι`εργασίαν ίσης αξίας" αναφέρεται εις το επίπεδον αμοιβής το καθοριζόμενον άνευ διακρίσεως βασιζομένης επί του φύλου. Και κατά την παράγρ. 1 του δευτέρου άρθρου του κυρωτικού της διεθνούς συμβάσεως νόμου 46/75 (για την οποία παράγραφο ορίζεται στην επομένη παράγραφο 2 ότι αρχίζει να ισχύει μετά τρία έτη από την έναρξη της ισχύος της κυρουμένης συμβάσεως) "διατάξεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων διαιτησίας καθορίζουσαι ήσσονα αμοιβήν λόγω διαφοράς φύλου δι`εργασίαν ίσης αξίας, είναι ανίσχυροι, θεωρούμεναι ως μη γεγραμμέναι". Τέλος στο άρθρο 119 της από 25.3.57 συνθήκης της Ρώμης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28.5.79 συνθήκη των Αθηνών που κυρώθηκε με το Ν. 945/79 και η οποία άρχισε να ισχύει την 1.1.81 (άρθρο 2 της συνθήκης προσχωρήσεως) ορίζεται ότι "κάθε κράτος-μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί συνακόλουθα την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών" (παράγρ. 1), ότι "ως αμοιβή νοούνται κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας" (παράγρ. 2) και ότι η ισότητα αμοιβής χωρίς διακρίσεις φύλου συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή η παρεχομένη για όμοια εργασία που πληρώνεται κατ`αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως, β) ότι η αμοιβή η παρεχομένη για εργασία που πληρώνεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας (παράγρ. 3). Με το άρθρο 1 της Οδηγίας 75/117/ΕΟΚ, που έχει άμεση εφαρμογή όπως και το άρθρο 119 της συνθήκης της ΕΟΚ (βλ. ιδίως απόφ. του ΔΕΚ στην υπόθ. Defrenne με αριθ. υποθ. 43/75) διευκρινίζεται ότι η αρχή της ίσης αμοιβής που καθιερώνεται στο άρθρο αυτό της συνθήκης και θα αποκαλείται στο εξής "αρχή της ίσης αμοιβής" σημαίνει ότι για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία θα εξαλειφθεί κάθε διάκριση με βάση το φύλο αναφορικά προς όλες τις μορφές και τους όρους αμοιβής.

Από το συνδυασμό όλων αυτών των διατάξεων, από τις οποίες και εκείνες των προαναφερομένων συνθηκών, περιλαμβανομένης και της οδηγίας του Συμβουλίου των Υπουργών της ΕΟΚ, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγρ. 1 εδάφ. α` του Συντάγματος, προκύπτει με σαφήνεια 1) ότι απαγορεύεται από το χρόνο ισχύος καθεμιάς των παραπάνω διατάξεων η θέση σε ισχύ νόμου ή συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή άλλης κανονιστικού περιεχομένου διατάξεως που θεσπίζει ανισότητα αμοιβής με βάση το φύλο, 2) ότι στην ευρύτατη έννοια της αμοιβής που περιλαμβάνει το ημερομίσθιο ή το μισθό και κάθε άλλο όφελος σε χρήμα ή σε είδος που παρέχει ο εργοδότης στον εργαζόμενο αμέσως ή εμμέσως εξαιτίας της απασχολήσεώς του στην εργασία περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο επιδόματα οικογενειακών βαρών και επιδόματα γάμου ως προς τα οποία επίσης δεν επιτρέπεται καμμία διάκριση με βάση το φύλο (βλ. σε σχέση με το άρθρ. 119 της συνθήκης ΕΟΚ τις αποφ. του ΔΕΚ στην υπόθ. 58/81 Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και στην υπόθ. Garfand αριθ. 12/81) και 3).

Προυπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καθιερώνουν διακρίσεις στην αμοιβή με βάση το φύλο εις βάρος της γυναίκας έπαυσαν να ισχύουν μετά τρία έτη από την έναρξη της ισχύος της με αριθ. 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας και σε κάθε περίπτωση από τη λήξη της τριετούς προθεσμίας επιβιώσεως που είχε κατά χάριν χορηγήσει η διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 116 του Συν/τος 1975, δηλαδή από 12.6.78, όταν δεν είχε ακόμη εισέλθει η Ελλάδα στις Ευρωπαικές Κοινότητες και δεν ίσχυε γι`αυτήν το άρθρο 119 της συνθήκης της ΕΟΚ, το οποίο, από την ισχύ του στην Ελλάδα (1.1.81) αποτελεί μία επιπλέον διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος με άμεση εφαρμογή, που απαγορεύει κάθε διάκριση στην αμοιβή με βάση το φύλο. Εφόσον υπάρχει τέτοια διάκριση εις βάρος της γυναίκας, η δυσμενής αυτή διάκριση θεωρείται ως μη υπάρχουσα και λαμβάνει και η γυναίκα που παρέχει την ίδια με τον άνδρα εργασία, ή εργασία ίσης αξίας στο αναιρεσείον, την ίδια υψηλότερη αμοιβή που λαμβάνει ο άνδρας μισθωτός μεβάση τη διάταξη νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας κλπ. που περιέχει τη διακριτική υπέρ αυτού ρύθμιση, δηλαδή εφαρμόζεται και για τη γυναίκα ο ίδιος κανόνας χωρίς την εξαίρεση (Για το άρθρ. 119 της συνθήκης της ΕΟΚ βλ. την ίδια παραπάνω απόφ. του ΔΕΚ στην υπόθεση Defrenne). Τέτοια δικαριτική εις βάρος της γυναίκας ρύθμιση είναι και η περιεχομένη στο άρθρο 4 παράγρ. 1 της από 13.5.81 ΕΣΣΕ που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 14875/81 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 317 τεύχ. Β` της 2.6.81) και καθορίζει τις αποδοχές και τους λοιπούς όρους εργασίας των απασχολουμένων στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου γεωπόνων, ισχύει δε, κατά το άρθρο 7, από 1.1.81. Κατά το άρθρο αυτό, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 της από 30.4.82, ομοίου αντικειμένου, ΕΣΣΕ που κατετέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 42/ 28.5.82 πράξη καταθέσεως "στους άρρενες μισθωτούς παρέχεται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%, το οποίο υπολογίζεται στους μηνιαίους μισθούς που καθορίζονται με τις παραγράφους 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου 2, το οποίο χορηγείται ανεξάρτητα αν η σύζυγος ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή συνταξιοτείται".

Η διάταξη αυτή, ως περιέχουσα διακριτική στο θέμα της αμοιβής, μεταχείριση με βάση το φύλο υπέρ των ανδρών μισθωτών της παραπάνω κατηγορίας που εργάζονται στο δημόσιο κλπ. θεωρείται, καθ`ό μέρος αποκλείει τους μισθωτούς του άλλου φύλλου, δηλαδή τις γυναίκες που παρέχουν την ίδια εργασία, ή εργασία ίσης αξίας, ως μη ισχύουσα σύμφωνα με τα παραπάνω, αφού πρόκειται για διάταξη συλλογικής συμβάσεως που τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο κατά τον οποίο απαγορευόταν η θέσπισή της σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος που προαναφέρθηκαν, του άρθρου 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ και του άρθρου 2 παράγρ. 1 της με αριθ. 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας του έτους 1951, καμμία δε διάταξη του Συντάγματος, ούτε εκείνη του άρθρου 116 παραγρ. 1, δεν δικαιολογούσε την ισχύ της κατά το επί του προκειμένου επίδικο χρονικό διάστημα που είναι μεταγενέστερο της 31.12.82 (πρβλ. Ολ. ΑΠ. 37-39/90).

Επομένως δικαιούνται το επίδομα αυτό γάμου και οι γυναίκες εργαζόμενες ως γεωπόνοι που παρέχουν στο Δημόσιο την ίδια εργασία με τους άνδρες γεωπόνους υπέρ των οποίων θεσπίστηκε με τις παραπάνω συλλογικές συμβάσεις. Στην υπόθεση που κρίνεται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι ενάγουσες αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν με άλλους δύο άρρενες συναδέλφους τους ως γεωπόνοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ενώ το εναγόμενο αναιρεσείον καταβάλλει με βάση τις παραπάνω ΕΣΣΕ στους άρρενες συναδέλφους τους το προαναφερόμενο επίδομα γάμου, ανερχόμενο σε ποσοστό 10% του βασικού μισθού τους, αρνείται να καταβάλει αυτό στις ενάγουσες αναιρεσίβλητες που είναι επίσης έγγαμες και παρέχουν την ίδια ακριβώς εργασία με τους άνδρες συναδέλφους τους. Κρίνοντας περαιτέρω το Πρωτοδικείο ότι και οι ενάγουσες αναιρεσίβλητες δικαιούνται το επίδομα αυτό για το χρονικό διάστημα από 1.1.84 έως 14.11.84 με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 4 παράγρ 2, 22 παράγρ. 1 εδάφ. 2, 116 του Συντος και 119 της συνθήκης της ΕΟΚ, οι οποίες επιβάλλουν την επέκταση της εφαρμογής του προβλέποντος το παραπάνω επίδομα άρθρου 4 παράγρ. 1 της ΕΣΣΕ της 13.5.81 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 της ΕΣΣΕ της 3.4.82 και στις γυναίκες γεωπόνους του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, προς τις οποίες συνάδουν και οι λοιπές πιό πάνω αναφερόμενες, από το σύνολο των οποίων προκύπτει ότι οι διακρίσεις με βάση το φύλο ως προς τα επιδόματα γάμου που περιέχονται στις παραπάνω συλλογικές συμβάσεις απαγορεύονται. Δεν παρεβίασε δε ούτε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, στο μέτρο όμως που αυτή δεν προσκρούει σε διατάξεις συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικού περιεχομένου, ούτε εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ η οποία αντιθέτως στηρίζει την αρχή της ισότητος στις εργασιακές σχέσεις, αλλά ως εκ περισσού μνημονεύεται από την προσβαλλομένη απόφαση στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπου η παρεχομένη στους άνδρες επιπλέον αμοιβή κατά παράβαση της αρχής αυτής δεν είναι οικειοθελώς ως απορρέουσα από ΣΣΕ έχουσα ισχύ διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Θα έπρεπε επομένως να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 560 περ. 1 ΚΠολΔ (που αποτελούν στην ουσία ένα λόγο αναιρέσεως). Ομως ενόψει του ότι η απόρριψή τους σημαίνει ότι το Τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου αρνείται να εφαρμόσει ως αντισυνταγματικές τις προαναφερόμενες διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου των πιο πάνω συλλογικών συμβάσεων εργασίας κατά το μέρος που συνεπάγονται τη δυσμενή διάκριση και αποκλείουν τις γυναίκες γεωπόνους του αναιρεσείοντος από το παρεχόμενο στους άνδρες γεωπόνους επίδομα γάμου, πρέπει οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως που επιπλέον εγείρουν ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή και άλλων διατάξεων υπερνομοθετικού περιεχομένου να παραπεμφθούν στο σύνολό τους στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 563 παράγρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά β) και την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί κατ`ουσία η ένδικη αγωγή. Και στις δύο όμως αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στο αναιρετήριο α) στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και β) στη δεύτερη οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ`ουσία βάσιμης ή αβάσιμης. Στο υπό κρίση αναιρετήριο, όπως το περιεχόμενό του παρατίθεται στην γνώμη της πλειοψηφίας, αναφέρεται μόνο η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και η αποδοχή της, με την προσβαλλομένη απόφασή του, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να γίνεται καμιά απολύτως μνεία των παραδοχών του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλ`ούτε και εκείνων του πρωτοβαθμίου εάν ήθελε υποστηριχθεί η άποψη ότι το πρώτο τις αποδέχθηκε ως έχουν. Ούτε είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι από το γεγονός ότι στο αναιρετήριο αναφέρεται η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής συνάγεται ότι οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ταυτίζονται προς τα θεμελιούντα τη βάση αυτή πραγματικά περιστατικά. Γιατί τότε θα αρκούσε σε κάθε περίπτωση για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως, η μνεία της ιστορικής βάσεως της αγωγής και η επίκληση της αποδοχής της με την προσβαλλομένη απόφαση, ενώ είναι δυνατό αυτή να στερείται παραδοχών για το κρίσιμο ζήτημα, ή να περιέχει παραδοχές εντελώς διάφορες και άσχετες με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής.

Ενόψει, συνεπώς αυτών έπρεπε να απορρριφθεί ως αόριστος κατ`αμφότερα τα μέρη του, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.